Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Αγία Ευδοκία η από Σαμαρειτών (1 Μαρτίου)


Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη
«Η οσία Ευδοκία ήταν από την Ηλιούπολη της επαρχίας Λιβανησίας της Φοινίκης, κατά τους καιρούς της βασιλείας του Τραϊανού, που έζησε πρώτα ακόλαστη ζωή, παρασύροντας πολλούς εραστές με την ομορφιά της και μαζεύοντας πολύ πλούτο. Ύστερα όμως προσήλθε στον Χριστό, όταν άκουσε κάποιο μοναχό Γερμανό στο όνομα, ο οποίος κήρυσσε λόγους ευσεβείας και μετανοίας. Βαπτίζεται λοιπόν από τον επίσκοπο Θεόδοτο, καθώς πείστηκε σε θείες αποκαλύψεις. Διότι της φάνηκε ότι ανήλθε στους ουρανούς, σαν να είχε βγει από τον εαυτό της και καθοδηγείτο από άγγελο, και ότι οι άγγελοι τη συνέχαιραν για την επιστροφή της, όπως και ότι κάποιος μαύρος και φοβερός στην όψη βρυχιόταν και κραύγαζε ότι τάχα αδικείται, αν του την έπαιρναν.
Η Ευδοκία λοιπόν μοίρασε τον πλούτο της, τον έδωσε σε πτωχούς και πήγε σε μοναστήρι. Εκεί ζούσε τον δρόμο της ασκήσεως θεάρεστα, έως ότου οι πρώην εραστές της την κατήγγειλαν και την οδήγησαν στον Αυρηλιανό, που είχε τότε ανέβει στον βασιλικό θρόνο. Όταν όμως θαυματούργησε και ανέστησε τον υιό του βασιλιά που είχε πεθάνει, οδήγησε και τον βασιλιά στην πίστη του Χριστού. Μετά από αρκετά χρόνια δικάζεται από τον Διογένη τον ηγεμόνα της Ηλιούπολης, αλλά καθώς θαυματούργησε και πάλι, ελευθερώνεται. Τέλος ο Βικέντιος, που διαδέχτηκε τον Διογένη, έδωσε διαταγή και την έκοψαν το κεφάλι».

Η αγία Ευδοκία αποτελεί τύπο και σύμβολο της δύναμης της μετανοίας, όπως και άλλες μεγάλες άγιες της Εκκλησίας μας, σαν την οσία Μαρία την Αιγυπτία για παράδειγμα. Και θα ‘λεγε κανείς ότι όπως η Εκκλησία μας προβάλλει στο τέλος της Σαρακοστής την οσία Μαρία, για να δώσει θάρρος στους ραθύμους, ώστε, έστω και την τελευταία στιγμή, να μετανοήσουν – ο Κύριος έχει πει δέχεται τον εργάτη της τελευταίας ώρας όπως τον εργάτη της πρώτης, αρκεί να μην υπάρχει πονηρία μετάθεσης της ώρας της μετάνοιας – έτσι και τώρα, ήδη στην αρχή της Σαρακοστής, δίνει ισχυρή ώθηση μετανοίας, με την ευκαιρία της μνήμης της συγκεκριμένης οσίας. Διότι και αυτή, σαν την πόρνη του Ευαγγελίου που ο Κύριος συγχώρησε λόγω της μετανοίας της, σαν την οσία Μαρία την Αιγυπτία που είπαμε, ενώ η ζωή της ήταν βουτηγμένη στην ασωτία, ευθύς ως άκουσε λόγο πίστεως και μετανοίας, πίστεψε κι άλλαξε τρόπο ζωής τόσο, ώστε να γίνει καλόγρια, να κάνει θαύματα, να δώσει και την ίδια τη ζωή της προς χάρη του Κυρίου της.
Ο υμνογράφος μάλιστα Ιωάννης ο μοναχός, στο Δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού της ακολουθίας της, κινούμενος στα χνάρια της ποιητικής έμπνευσης της αγίας υμνογράφου Κασσιανής, χρησιμοποιώντας μάλιστα και ίδιες εκφράσεις, μας φέρνει ενώπιον του μεγαλείου της καρδιακής συντριβής της: «Άφησε τα ωραία και ποικίλα του βίου η οσία και μάρτυς, σήκωσε τον σταυρό στους ώμους της και προσήλθε να σε νυμφευθεί, Χριστέ. Και με θρηνητικά δάκρυα φώναζε: Μη με απορρίψεις την πόρνη, συ που καθαρίζεις τους ασώτους. Μη περιφρονήσεις τα δάκρυα που χύνω για τις φοβερές αμαρτίες μου. Αλλά δέξου με, όπως την πόρνη εκείνη που σου πρόσφερε το μύρο, και να ακούσω κι εγώ: η πίστη σου σε έσωσε, πήγαινε στον δρόμο της ειρήνης» («Καταλιπούσα τα τερπνά και ποικίλα του βίου η οσία και μάρτυς, και τον σταυρόν αραμένη επ’ ώμων, προσήλθε του νυμφευθήναί σοι, Χριστέ, και σηυν οιμωγαίς δακρύων εβόα∙ Μη με την πόρνης απορρίψης, ο ασώτους καθαίρων∙ μη μου τα δάκρυα παρίδης των δεινών οφλημάτων∙ αλλά δέξαι με, ώσπερ την πόρνην εκείνην, την το μύρον σοι προσενέγκασαν, και ακούσω καγώ∙ η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην»). Ο υμνογράφος πράγματι μας κατανύσσει περιγράφοντας τον εσωτερικό αγώνα της οσίας Ευδοκίας και μας ανάγει στην πνευματική ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εβδομάδας, τότε που το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, αιρόμενοι στα φτερά της ποίησης της αγίας Κασσιανής, γινόμαστε μέτοχοι και εμείς της συντριβής της γυναίκας εκείνης του Ευαγγελίου, που έλουσε με τα δάκρυα της αγάπης της τα πόδια του Κυρίου. Είμαστε ευγνώμονες γι’ αυτό στον Ιωάννη τον μοναχό, τον άγιο υμνογράφο.
Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας βέβαια μας τονίζουν και άλλες όψεις της αγιασμένης ζωής της οσιομάρτυρος. Κι αξίζει κανείς πρώτον να σταθεί στο πώς η οσία μπόρεσε να ξεπεράσει την παθολογική στροφή της στα αμαρτωλά πάθη της. Μας λέει λοιπόν ότι μόνο η δύναμη της αγάπης του Χριστού ήταν εκείνη που της έδωσε τη δύναμη. Με άλλα λόγια, κανείς δεν μπορεί να ξεπεράσει τα πάθη του και τη γοητεία που ασκεί ο αμαρτωλός κόσμος πάνω σ’ αυτά, αν δεν υπάρξει η μεγαλύτερη δύναμη ελευθερίας στον κόσμο, η δύναμη και η αγάπη του Χριστού. «Προτίμησες, Ευδοκία, τον σεμνό Νυμφίο Χριστό, αντί της αγάπης των εραστών που φθείρουν την ψυχή, και απόθεσες τον εαυτό σου στον άφθαρτο έρωτά Του» («Αγάπης εραστών των φθαρτικών σεμνόν προτιμήσασα Νυμφίον, τω έρωτι, Ευδοκία, τω αφθάρτω επανέθου σαυτήν») (ωδή ς΄). Και δεύτερον, ο υμνογράφος μας παραλληλίζει την οσία, λόγω της καταγωγής της από τη Σαμάρεια, με τη Σαμαρείτιδα του Ευαγγελίου του αγίου Ιωάννου, τη μετέπειτα αγία μεγαλομάρτυρα Φωτεινή. Για να πει: «η Σαμαρείτις Ευδοκία δεν σου πρόσφερε, Σωτήρα Κύριε, νερό, σαν εκείνην του Ευαγγελίου παρά το φρέαρ του Ιακώβ, αλλά το αίμα της που έρρευσε από τον τράχηλό της, όταν αποκόπηκε για χάρη Σου η αγία κεφαλή της» («Η Σαμαρείτις ουχ ύδωρ Ευδοκία, αλλ’ αίμα, Σώτερ, εκ τραχήλου σοι φέρει») (στίχοι κοντακίου). Πράγματι: δεν υπάρχει ανώτερο δώρο προς τον Χριστό από την προσφορά του ίδιου μας του εαυτού. Διότι στην πραγματικότητα πρόκειται περί αντιδώρου, αφού Εκείνος πρώτος μας πρόσφερε ως δώρο το δικό Του αίμα. Όταν Εκείνος μας τα έχει δώσει όλα, δεν μπορούμε εμείς να κινηθούμε σε μικρότερη κλίμακα. Απλώς το γνωρίζουμε: η προσφορά η δική μας γίνεται με τη χάρη και πάλι Εκείνου και κατανοείται ως συμμετοχή στη δική Του θυσία. 

Ακολουθείν

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Θέματα Οικογένειας (Στάρετς Ανατόλιος της Όπτινα)


1. Στην διακονία του σαν πνευματικός ο όσιος Ανατόλιος έδινε όλως ιδιαίτερη προσοχή στα θέματα της οικογένειας. Και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να βοηθεί τους εξομολογούμενους να λύνουν τα περίπλοκα ζητήματα της οικογενειακής τους ζωής, ώστε να μην καταντούν στην διάλυση της «κατ’ οίκον εκκλησίας».
2. Πολλές φορές κατέφευγε στον π. Ανατόλιο μια έγγαμη γυναίκα η Όλγα Πετρόβνα Μ. Αγαπούσε πολύ τον Κύριο. Είχε όμως και ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, που την πίκραινε: ο σύζυγός της ήταν λουθηρανός. Και όλες της οι προσπάθειες να τον προσελκύσει στην Ορθόδοξη Πίστη απέβησαν άκαρπες. Και όχι μόνο! Έξ αιτίας τους διεταράχθη η ειρηνική και αγαπητική μεταξύ τους σχέση! Έτσι η Όλγα κατέφυγε στον π. Ανατόλιο. Ο γέροντας της είπε αυστηρά να μην ξανατολμήσει να κάνει τον δάσκαλο στον άνδρα της· και να πάψει να θέλει να τον πείσει· και πρώτη της επιδίωξη να έχει την διατήρηση της ειρήνης στο σπίτι· και να μην χάνει την ελπίδα.
Μετά από αυτά, ο σύζυγός της, μόνος του ζήτησε να γίνει ορθόδοξος, γιατί δεν ήθελε να αποχωρίζεται από την γυναίκα του, ούτε εδώ πρόσκαιρα στην λατρεία, ούτε για πάντα στην αιώνια ζωή. Πέθανε ορθόδοξος. Και η Όλγα, αφού τον ενταφίασε στην Όπτινα, η ίδια έγινε μοναχή στο Σαμορντίνο.
3. Μια άλλη περίπτωση, είναι του ιερέα π. Αλεξάνδρου Μπ. από την Σαμάρα. Αυτός, αφού διορίστηκε εφημέριος σε μια εργατική συνοικία, άρχισε να χτίζει νέα εκκλησία. Όλα πήγαιναν καλά. Αλλά η νεαρή παπαδιά-σύζυγός του, επέρασε μεγάλο πειρασμό. Ο ιερέας ερχόταν όλο και λιγώτερο στο σπίτι· και όλο και πιο κουρασμένος. Μερικές φορές δεν προλάβαινε, ούτε να βάλει κάτι στο στόμα του· και έφευγε πάλι. Και, όταν ήλθαν και τα πρώτα παιδάκια, η παπαδιά ήταν υποχρεωμένη να βαστάζει μόνη της όλα τα βάρη. Άρχισε λοιπόν να παραπονιέται∙ να γκρινιάζει· να γογγύζει. Ο παπάς δικαιολογιόταν:
— Και τι θέλεις να κάμω; Να αφήσω την εκκλησία στην μέση;
Και η γκρίνια όλα και φούντωνε. Τελικά, μια ημέρα η παπαδιά του το ξεφούρνισε:
— Αν δεν αλλάξεις τρόπο ζωής, εγώ θα φύγω. Θα πάω στον πατέρα μου!..
Στην κατάσταση αυτή ο ιερέας π. Αλέξανδρος απευθύνθηκε στον π. Ανατόλιο με το ερώτημα:
— Τι να κάμω; Τι να προτιμήσω; Την εκκλησία; ή την γυναίκα μου;
Ο στάρετς, όσο εκείνος μιλούσε, τον άκουγε σιωπηλός· και με τα μάτια κάτω· καρφωμένα στο πάτωμα. Στο τέλος κούνησε με θλίψη και πίκρα το κεφάλι του και είπε:
— Ω, Θεέ μου. Τι πρόβλημα! Τι συμφορά! Και στην συνέχεια, χωρίς καθόλου να διστάζει,
χωρίς καμμιά εσωτερική ταλάντευση, ούτε την παραμικρή, του είπε:
— Την παπαδιά σου να ακούσεις. Διαφορετικά, ω Θεέ μου, τι κακό, τι κακό που θα σε εύρει!.. Είναι βέβαια μεγάλο και άγιο έργο να κτίσει κανείς εκκλησία. Αλλά και η ειρήνη στο σπίτι, είναι έξ ίσου άγιο θέλημα του Θεού. Να αγαπάς την γυναίκα σου, όσο αγαπάς τον ίδιο τον εαυτό σου (Έφεσ. 5, 25-33). Λέγει ο Απόστολος Παύλος: «Το μυστήριο τούτο, ο γάμος, μέγα εστί· εγώ δε λέγω εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν»! Τι πιο μεγάλο! Να την φτιάξεις και την εκκλησία. Κύττα όμως και το σπίτι σου. Διαφορετικά, να το καταλάβεις, το χτίσιμο της εκκλησίας, δεν θα είναι έργο ευάρεστο στο Θεό. Ο παμπόνηρος εχθρός μας, με πρόφαση το καλό έργο, προσπαθεί να σου κάμει μεγάλο κακό. Πρόσεξε τις παγίδες του. Φυλάξου από τις παγίδες του. Να πηγαίνεις στην ώρα σου για φαγητό. Και να μπής σε πρόγραμμα.
Σκέφθηκε λίγο και πρόσθεσε:
— Άχ, τι ωραίο, τι μεγάλο έργο να κτίσει κανείς εκκλησία! Μα τι κακό να γεμίζει η καρδιά του ματαιοδοξία και κενοδοξία!.. Και δυστυχώς έρχεται! Ναι, έρχεται. Και μπαίνει μέσα σου, χωρίς να το καταλάβεις!.. Και θέλεις να τελειώσεις, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, για να κερδίσεις έτσι τον έπαινο των ανθρώπων!.. Και μετά – Βάλε και μια πλάκα με αναμνηστική επιγραφή… Και γράψε…
Μετά από την παρέμβαση αυτή του γέροντα Ανατόλιου, όλα διορθώθηκαν.
4. Μια νεαρή κοπέλλα είχε δώσει τον λόγο της (= όρκο) στον αρραβωνιαστικό της, που ήταν στο μέτωπο. Του είχε υποσχεθή, ότι, ό,τι δήποτε και αν ήταν να της συμβή, θα επήγαινε εκεί που εκείνος θα τύχαινε να ευρίσκεται να τον ιδεί: ακόμη και αντίθετα στην γνώμη της μάνας της. Και πράγματι η μάνα της τα στήλωσε. Και για να λύσουν την διαφορά τους κατέληξαν στην Όπτινα, στον π. Ανατόλιο. Ήταν το φθινόπωρο του 1915. Και γράφει η κοπέλλα:
«Εφρόντισα και επήγα εγώ στο κελλί του γέροντα κρυφά μόνη μου, χωρίς την μητέρα.      
Έκανα την σκέψη: Θα του τα ειπώ όλα, όπως εγώ θέλω και θα μου δώσει, την ευχή του, να πάω. Και όταν πια αυτός θα έχει δεσμευθή, (τι θα κάμει;), θα συμφωνήσει και η μητέρα μου!.. Και θα με αφήσει!..
Και να βλέπω και ανοίγει μία πόρτα. Και μπαίνει ένα μικρόσωμο γεροντάκι-καλόγερος φορώντας μόνο το ζωστικό του -εσώρασό του∙ και μια πλατειά δερμάτινη ζώνη. Και απευθύνεται σε μένα. Και μου λέγει:
— Ά, σύ είσαι. Έλα μαζί μου!..
Κυττάζω. Και βλέπω ενα ασυνήθιστα τρυφερό χαμόγελο, που δεν περιγράφεται με τίποτε. Μόνο αν το ιδείς,καταλαβαίνεις. Επήγα μαζί του στο κελλί του. Έκλεισε πίσω του την πόρτα. Μου έρριξε μια ματιά. Και εγώ το κατάλαβα στην στιγμή, ότι θα ήταν ανόητο να θελήσει κανείς να του κρύψει κάτι. Αισθάνθηκα έτοιμη να λιποθυμήσω. Τον κυττάζω και σιωπώ. Και εκείνος; Με ένα χαμόγελο όλο τρυφερότητα, μου λέει:
— Ώστε έτσι, κορίτσι μου. Δεν θέλεις να την ακούσεις την μάνα σου!..
Εγώ μένω σιωπηλή. Και εκείνος συνεχίζει:
— Άκουσε, τι θα σου ειπώ. Η μητέρα σου σε ξέρει πιο καλά. Στο μέτωπο δεν έχεις θέση!.. Και τώρα, είπε μου: Θέλεις να παντρευτείς;
Εγώ σιωπώ.
— Τώρα τον αγαπάς για τα νειάτα του και την ομορφιά του. Να τον παντρευτής! Αλλά, όταν θα το αισθανθής μέσα σου, ότι χωρίς αυτόν δεν θέλεις να ζής!.· Έχω ύπ’ όψη μου μια περίπτωση. Ο νεαρός ήταν στο μέτωπο. Και εκεί σκοτώθηκε. Και η κοπέλλα μόλις το έμαθε, πέθανε. Άμα και σύ, έτσι το έχεις μέσα σου, πήγαινε!..
Στο σημείο αυτό ο π. Ανατόλιος επήρε μια καρέκλα, ανέβη επάνω της, έπιασε μια ξύλινη εικόνα της Παναγίας του Καζάν σε σχήμα τετράγωνο με διαστάσεις ένα τέταρτο του πήχυ μήκος και πλάτος. Με έβαλε και γονάτισα μπροστά του, με ευλόγησε και μου είπε:
— Όταν θα πάς στην Πετρούπολη, μη σε πιάσει αγωνία, τι θα κάμεις. Θα βρεις αμέσως δουλειά!».
Και πράγματι. Μετά λίγες ημέρες, μόλις ξαναγύρισε στην Πετρούπολη, της πρότειναν να εργασθή σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο. Εκεί γνωρίστηκε με ένα άλλο αγόρι. Και σε λίγο βρέθηκε παντρεμένη…
5. Σε μια άλλη περίπτωση, ένα νεαρό παλληκαράκι τον παρακαλούσε μαζί με την κοπέλλα του, να τους δώσει την ευχή του να προχωρήσουν σε γάμο. Τους λέγει:
— Δεν είναι θέλημα Θεού…
Πέρασε λίγος καιρός. Και νάσου τα ίδια παιδιά πάλι μπροστά του με το ίδιο αίτημα. Απαντάει πάλι:
— Δεν είναι θέλημα Θεού. Ζητήστε για το κορίτσι άλλο αγόρι!..
Έφυγαν πικραμένοι. Και μετά λίγο καιρό ξαναπήγαν για τρίτη φορά. Έπεσαν στα γόνατά του παρακαλώντας τον να τους δώσει ευλογία. Τους λέει:
— Αφού επιμένετε τόσο, καλά. Στεφανωθήτε!.. Να σας δώσω και ένα δωράκι.
Και τους έδωκε μια πετσέτα που είχε στην μία άκρη κεντήματα όμορφα πολύχρωμα· και στην άλλη κεντήματα με μαύρη κλωστή.
Παντρεύτηκαν. Ήλθαν και παιδιά. Και εντελώς απρόσμενα ήλθε η πίκρα και ο πόνος.
Εκδηλώθηκε φυματίωση· και σε ελάχιστο χρόνο έσβησε η ζωή του νεαρού παιδιού. Και έμεινε η κοπέλλα χήρα με ορφανά, να ταλαιπωριέται σε όλη της την ζωή.

Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, «Στάρετς Ανατόλιος της Όπτινα», έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως, Πρέβεζα 2005
πηγή

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Η αγιασμένη οικογένεια της Αγ.Φωτεινής της Σαμαρείτιδος


Η Αγία Φωτεινή έζησε στα χρόνια του Χριστού. Ήταν Σαμαρείτισσα στην καταγωγή και διέμενε στην πόλη Συχάρ όπου ζούσε ένα έκλυτο βίο. Ο τρόπος ζωής της ήταν γνωστός στους συμπολίτες της και για αυτόν την είχαν στιγματίσει.

Εκείνο τον καιρό, ο Ιησούς περνούσε από την Συχάρ και στάθηκε στο πηγάδι του Ιακώβ για να πιει νερό. Εκεί συναντήθηκε με την Αγία Φωτεινή από την οποία ζήτησε να του δώσει νερό. Τότε οι Ιουδαίοι και οι Σαμαρείτες δεν είχαν επαφές και γι’ αυτό παραξενεύτηκε η Αγία που ένας Ιουδαίος της απηύθυνε τον λόγο. Το είπε αυτό στον Ιησού και Εκείνος της αποκρίθηκε ότι αν ήξερε ποιος είναι θα του ζητούσε αυτή νερό που δεν τελειώνει ποτέ και όταν το πιει κάποιος δεν ξαναδιψά, εννοώντας φυσικά τον λόγο του Κυρίου και την Χριστιανική πίστη.  

Μετά από την συνομιλία με τον Χριστό, η Αγία Φωτεινή πίστεψε σε Αυτόν και κάλεσε τους συμπολίτες της να τρέξουν να Τον συναντήσουν. Ο Χριστός έμεινε δύο ημέρες στη Συχάρ και τους μετέδωσε τον Λόγο και την ευλογία Του.
 

Η Αγία Φωτεινή βαπτίστηκε από τους Αποστόλους την ημέρα της Πεντηκοστής μετά την Ανάσταση του Κυρίου. Μαζί της βαπτίστηκαν και οι δύο γιοι της καθώς και οι πέντε αδερφές της. Με την συνοδεία των γιων της και των αδερφών της κήρυξε τον λόγο του Χριστού στην Συρία, στην Φοινίκη, στην Παλαιστίνη, στην Αίγυπτο, στην Καρχηδόνα και τελικά στη Ρώμη. Η μεγάλη της αυτή αποστολική δράση είναι ο λόγος για τον οποίο η εκκλησία μας την ονομάζει Ισαπόστολο.

Τα χρόνια περνούσαν και η Αγία κήρυττε τον λόγο του Χριστού με θέρμη σε όσα μέρη την αξίωσε η χάρη Του να ταξιδέψει.
Κάποια στιγμή έφτασε και στην Καρθαγένη στην Βόρεια Αφρική. Μαζί της ήταν πάντα οι πέντε αδερφές της (Ανατολή, Φωτώ, Φωτίς, Παρασκευή και Κυριακή) και ο μικρός γιος της ο Ιωσής.
Ο μεγάλος της γιος Βίκτωρ ήταν στρατιώτης στον Ρωμαϊκό στρατό και έφερε το βαθμό του στρατηλάτη. Ρωμαίος αυτοκράτορας τότε ήταν ο Νέρων, ο οποίος μη γνωρίζοντας ότι ο Βίκτωρ ήταν χριστιανός, του ανέθεσε να διώξει τους Χριστιανούς στην Ιταλία. Ο Βίκτωρ πήγε στην Ιταλία αλλά φυσικά αρνήθηκε να φέρει σε πέρας τις εντολές που είχε λάβει. Ο δούκας Σεβαστιανός, φίλος του Βίκτωρα προσπάθησε να τον μεταπείσει αλλά αντί αυτού και με την χάρη του Ιησού Χριστού, μεταπείστηκε ο ίδιος και βαπτίστηκε χριστιανός ["Ν": δεν είναι ο ίδιος με τον άγ. Σεβαστιανό που τοξεύθηκε και γιορτάζει 18 Δεκ.].


Ο Νέρων πληροφορήθηκε τα γεγονότα αυτά και κάλεσε στην Ρώμη τόσο τον Βίκτωρα, που είχε εντωμεταξύ λάβει το χριστιανικό όνομα Φωτεινός, και τον Σεβαστιανό, όσο και την Αγία Φωτεινή με τις αδερφές της και τον μικρό της γιο.
Στην προσπάθειά του να τους κάνει να αλλάξουν πίστη, ο Νέρων χρησιμοποίησε όσα δόλια μέσα και όσα βασανιστήρια του ήταν γνωστά. Η Αγία Φωτεινή και οι υπόλοιποι μάρτυρες δεν λύγισαν ούτε στιγμή και συνεχώς δοξολογούσαν τον Ιησού Χριστό.


Κατά τη διάρκεια των φρικτών μαρτυρίων που υπέστησαν, πολλά θαύματα έλαβαν χώρα. Μετά από κάθε μαρτύριο, τόσο η Αγία όσο και οι υπόλοιποι μάρτυρες ήταν ανέπαφοι ["Ν": εννοεί ότι οι πληγές τους αποκαθίσταντο]. Αυτό ήταν κάτι που πείσμωνε τον Νέρωνα αλλά ταυτόχρονα έκανε πολλούς από αυτούς που έβλεπαν τα θαύματα αυτά να πιστέψουν στον Χριστό και να βαπτιστούν χριστιανοί.
Μετά από ατελείωτα μαρτύρια που υπέστει η Αγία Φωτεινή φυλακίστηκε και μέσα στην φυλακή παρέδωσε την ψυχή της στον Κύριο. [Από εδώ: Η αγία Φωτίς τεντώθηκε σε δύο δέντρα, τα οποία αφέθηκαν και την έσχισαν στα δύο. Οι άλλοι μάρτυρες θανατώθηκαν με ξίφος.]
Την μνήμη της Αγίας Φωτεινής της Σαμαρείτιδος την γιορτάζουμε στις 26 Φεβρουαρίου και την Κυριακή της Σαμαρείτιδος (την πρώτη Κυριακή μετά την Μεσοπεντηκοστή).


o-nekros.blogspot.

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Τα θηλυκά «τέρατα» των στρατοπέδων συγκέντρωσης



Οι γυναίκες που έκαναν τη φρικιαστική διαφορά στις φάμπρικες του θανάτου






Η πρωτοφανής στα ιστορικά χρονικά βαρβαρότητα και η ανείπωτη φρικαλεότητα προς τους αιχμαλώτους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν ήταν αυστηρά αντρική υπόθεση. 


Στην πραγματικότητα, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου 5.500 περίπου Ναζίστριες υπηρέτησαν τον Φύρερ τους πιστά μέσα από διάφορες θέσεις «εργασίας» στα ναζιστικά κολαστήρια. 

Κάποιες μάλιστα απέκτησαν τέτοια διαβόητη φήμη για την αγριότητά τους που έγιναν αντικείμενο λατρείας από τη ναζιστική ηγεσία και ταυτόχρονα έσπειραν τη ζήλια μεταξύ των αντρών βασανιστών. 

Ας δούμε μερικά τέτοια ξακουστά «τέρατα» που πήραν την αποτρόπαιη δουλειά τους πολύ στα σοβαρά...

Dorothea Binz 




Ξεκινώντας την «καριέρα» της το 1939, η Binz δούλεψε αρχικά ως φύλακας σε στρατόπεδα συγκέντρωσης πριν ανέβει στην ιεραρχία και φτάσει στον βαθμό του επικεφαλής πτέρυγας στο Ράβενσμπρουκ και αργότερα στο Μπούχενβαλντ. Περιγραφόμενη από τους κρατουμένους με τα μελανότερα χρώματα, η Binz ήταν διαβόητη για το βάρβαρο ξυλοφόρτωμα με μαστίγιο στις γυναίκες τροφίμους, καθώς και για άλλα φρικτά βασανιστήρια, ακόμα και δολοφονίες κατά βούληση. Σε ένα από τα πλέον περίφημα περιστατικά της «δουλειάς» της, η φύλακας πετσόκοψε με τσεκούρι μέχρι θανάτου μια κρατούμενη κατά τη διάρκεια καταναγκαστικής εργασίας. Παρά το γεγονός ότι κατάφερε να ξεφύγει λίγο πριν από το τέλος του πολέμου, θα συλληφθεί τελικά από τις συμμαχικές δυνάμεις, θα καταδικαστεί για τα εγκλήματά της και στις 2 Μαΐου 1947 θα εκτελεστεί...

Juana Bormann - «Η Γυναίκα με τα Σκυλιά»



Η Bormann προσχώρησε στα SS το 1939, για να «κερδίζει περισσότερα χρήματα», όπως ισχυρίστηκε κατόπιν στη δίκη της. Στην τρομακτική της καριέρα θα περάσει από τα πλέον διαβόητα ναζιστικά κολαστήρια θανάτου, όπως το Ράβενσμπρουκ, το Άουσβιτς και το Μπέργκεν-Μπέλσεν. Ιδιαιτέρως γνωστή για την απάνθρωπη σκληρότητά της, η Bormann τιμωρούσε τις τροφίμους με τα σκυλιά της, τους γερμανικούς ποιμενικούς, τα οποία και έβαζε να επιτίθενται στις αβοήθητες γυναίκες. Ο σαδισμός της, που δεν είχε όμοιό του, και η παγερή σκληρότητά της θα της στερούσαν ωστόσο αργότερα τη ζωή, όταν καταδικάστηκε για εγκλήματα πολέμου και εκτελέστηκε στις 13 Δεκεμβρίου 1945...

Greta Bosel 



Η νοσοκόμα Bosel ξεκίνησε την αποτρόπαιη καριέρα της το 1939 ως «επιστάτρια εργασίας» στο στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ. Αυτό σήμαινε απλά-απλά ότι η Bosel ήταν μεταξύ αυτών που αποφάσιζαν ποιοι αιχμάλωτοι θα στέλνονταν κατευθείαν στους θαλάμους αερίων και ποιοι ήταν ικανοί για εργασία, μοιράζοντάς τους στα στρατόπεδα εργασίας. Η γραμμή που ακολουθούσε ήταν ιδιαιτέρως αρεστή στη ναζιστική ιεραρχία, αφού το άσπλαχνο «μότο» της για τους αιχμαλώτους ήταν: «Αν δεν μπορούν να δουλέψουν, άσ' τους να σαπίσουν». Στις 3 Μαΐου 1945, μετά τη δίκη για τα εγκλήματα πολέμου που συντελέστηκαν στο στρατόπεδο Ράβενσμπρουκ, η Bosel εκτελέστηκε για κακοποίηση και ανθρωποκτονίες...

Herta Bothe - «Η Σαδίστρια του Στούτχοφ»



Άλλη μια νοσοκόμα που ξέχασε τα θεραπευτικά της καθήκοντα, η Bothe στρατολογήθηκε το 1942 και υπηρέτησε τους Ναζί κυρίως στο στρατόπεδο Στούτχοφ. Η «επιστάτρια εργασίας» με τις «ιδιαίτερες» μεθόδους καταναγκασμού θα συλλαμβανόταν στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλσεν, μετά την εκκένωση του Στούτχοφ εξαιτίας της προώθησης των σοβιετικών δυνάμεων. Παρά το γεγονός ότι χαρακτηριζόταν στη δίκη της ως «αιμοβόρα» και «σαδίστρια», τα εγκλήματά της δεν έφτασαν προφανώς στο επίπεδο των συναδέλφων της, γι' αυτό και δεν εκτελέστηκε, αλλά καταδικάστηκε σε κάθειρξη 10 ετών, ποινή που θα μειωθεί στα 6 χρόνια από την επιείκεια που έδειξε η βρετανική κυβέρνηση. Εξήντα χρόνια μετά τον πόλεμο, ρωτήθηκε σε συνέντευξή της γιατί επέλεξε να δουλέψει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Να και η απάντησή της: «Έκανα λάθος; Όχι! Το λάθος ήταν ότι υπήρχαν στρατόπεδα συγκέντρωσης, και έπρεπε να πάω εκεί για δουλειά. Αυτό ήταν το λάθος»...

Hildegard Lachert - «Το Τέρας»



Ξεκινώντας το 1942, η Lachert απέκτησε φήμη για την ιδιαίτερη βαρβαρότητά της, έχοντας την ευκαιρία να την επιδείξει σε μια σειρά στρατοπέδων συγκέντρωσης, όπως το Ράβενσμπρουκ, το Μαϊντάνεκ και το Άουσβιτς. Μετά τον πόλεμο, καταδικάστηκε σε κάθειρξη 15 ετών για τα εγκλήματά της στο Άουσβιτς, παρά το γεγονός ότι θα αποφυλακιζόταν το 1956, έχοντας εκτίσει μόνο 9. Η ελευθερία της ωστόσο δεν θα κρατούσε για πολύ, καθώς το 1975 θα καταδικαζόταν σε άλλα 12 χρόνια φυλάκισης για τη φρικιαστική της δράση στη διαδικασία επιλογής των κρατουμένων και για νέα δεδομένα που ήρθαν στο φως, όπως η γενικευμένη κακοποίηση των θυμάτων και τα βάρβαρα φονικά της...

Wanda Klaff 



Η Klaff εργαζόταν σε εργοστάσιο μαρμελάδας πριν κάνει το μεγάλο βήμα στην... καριέρα της και μεταπηδήσει σε ένα άλλο «εργοστάσιο», το κολαστήριο Στούτχοφ, το 1944, όπου και υπηρέτησε μέχρι το τέλος του πολέμου το 1945. Παρά το σύντομο της δράσης της, τα εγκλήματα της Klaff ήταν απερίγραπτα, γι' αυτό και θα καταδικαζόταν σε θάνατο. Στη δίκη της μάλιστα δεν έδειξε ίχνος μεταμέλειας, αφήνοντας άφωνο το δικαστήριο όταν δήλωσε: «Είμαι πολύ έξυπνη και πολύ αφοσιωμένη στη δουλειά μου στο στρατόπεδο. Κακοποιούσα τουλάχιστον δύο κρατουμένους κάθε μέρα»...

Alice Orlowski



Άλλη μια «επιστάτρια εργασίας» στα ναζιστικά κολαστήρια, η Orlowski αποφάσιζε ποιος θα ζήσει και ποιος θα θανατωθεί αμέσως, με τον σαδισμό της ωστόσο να εμπλέκεται στη διαδικασία και να καθιστά ανθρώπους ικανούς για εργασία αυτομάτως ανίκανους. Ήταν ιδιαιτέρως γνωστή για τη συνήθειά της να μαστιγώνει τους κρατούμενους κατά μήκος των ματιών τους, γεγονός που οδηγούσε στον αφανισμό τους, αφού ήταν πλέον ανίκανοι για καταναγκαστική εργασία. Άλλη μια περιβόητη τακτική της ήταν να ρίχνει μικρά παιδιά πάνω από τους στοιβαγμένους ανθρώπους στους θαλάμους αερίων, σε μια προσπάθεια «εξοικονόμησης χώρου», όπως το έθετε η ίδια. Το 1945, με τον πόλεμο να έχει φτάσει σχεδόν στο τέλος του, η Orlowski θα άλλαζε τακτική: κατά τη διάρκεια της πορείας (μαζικής μεταφοράς) των κρατουμένων από το Άουσβιτς-Μπιρκενάου στο Lolau, η Orlowski ανακούφιζε τους αιχμαλώτους δίνοντάς τους κρυφά νερό. Κανείς δεν ξέρει αν η μεταμέλειά της ήταν ειλικρινής ή όχι, η Orlowski θα καταδικαζόταν ωστόσο σε ισόβια κάθειρξη και όχι σε θάνατο, ενώ θα αποφυλακιζόταν έπειτα από 10 χρόνια. Θα πέθαινε το 1976, κατά τη διάρκεια δεύτερης δίκης, σε ηλικία 73 ετών...

Maria Mandel - «Το Κτήνος»



Η Mandel υπηρέτησε σε πολλά στρατόπεδα συγκέντρωσης πριν γίνει διοικητής στο στρατόπεδο εξόντωσης του Άουσβιτς, το διαβόητο κολαστήριο Μπιρκενάου. Έχοντας ήδη εξασκήσει τα «ταλέντα» της σε μικρότερες θέσεις, η Mandel έκανε τη διαφορά στα νέα της καθήκοντα, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για 500.000 ανθρώπους που βρήκαν τραγικό θάνατο κάτω από τις διαταγές της από το 1942-1945. Σαδίστρια μέχρι εκεί που δεν πάει, η Mandel επέλεγε μικρά παιδιά να την υπηρετούν ως «κατοικίδια», ενώ όταν τα βαριόταν τα έστελνε κατευθείαν στους θαλάμους αερίων. Η ίδια μάλιστα εισήγαγε τον θεσμό της Γυναικείας Ορχήστρας του Άουσβιτς, η οποία έντυνε μουσικά τις φρικιαστικές πρακτικές των εκτελέσεων, της διαδικασίας επιλογής και της μεταφοράς. Η Mandel καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στις 24 Ιανουαρίου 1948...

Ruth Neudeck 



Ο «κομήτης» Neudeck ανέβηκε στην ιεραρχία αστραπιαία, καταφέρνοντας να γίνει διοικητής στρατοπέδου σε ένα από τα παραρτήματα του Ράβενσμπρουκ, παρά το γεγονός ότι στρατολογήθηκε μόλις το 1944. Τα ειδεχθή «προσόντα» της πολλά και διάφορα, με την αγαπημένη μέθοδο βασανισμού της να είναι το κόψιμο του λαιμού του αιχμαλώτου χρησιμοποιώντας την αιχμηρή άκρη ενός φτυαριού. Κατάφερε μάλιστα να διαφύγει λίγο πριν από το τέλος του πολέμου, θα πιανόταν ωστόσο αργότερα και θα εκτελούταν για τα εγκλήματά της...

Elisabeth Volkenrath 


Λαμπρή μαθήτρια της Dorothea Binz, η Volkenrath υπηρέτησε στο Ράβενσμπρουκ και στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου, πριν αναγνωριστεί η αποτρόπαιη δράση της και γίνει ανώτερος επόπτης στο Μπέργκεν-Μπέλσεν. Η Volkenrath συμμετείχε προσωπικά στις μαζικές δολοφονίες των θυμάτων, απολαμβάνοντας κάθε στιγμή της διαδικασίας, ακολουθώντας σε αυτό τη «δασκάλα» της Binz. Όπως και η Binz βέβαια, η Volkenrath θα εκτελούταν για τα εγκλήματά της...

Ilse Koch - «Η Μάγισσα του Μπούχενβαλντ», «Το Κτήνος του Μπούχενβαλντ»




Αυστηρά μιλώντας, η Koch δεν ήταν φύλακας ούτε μέλος των SS, ήταν απλώς σύζυγος του Karl Koch, του διοικητή του Μπούχενβαλντ και κατόπιν του Μαϊντάνεκ. Χρησιμοποιώντας την εξουσία του συζύγου της βέβαια, η Koch θα μετατραπεί σε «τέρας» που σπάνια συναντά κανείς στα εγκληματικά χρονικά. Η αγάπη της για την εσωτερική διακόσμηση θα την οδηγούσε στη σχεδόν απόκοσμη τακτική να ερευνά εξονυχιστικά κάθε κρατούμενο που έμπαινε στο Μπούχενβαλντ για ενδιαφέροντα τατουάζ. Όταν έβρισκε κάτι που της άρεσε, έβαζε να εκτελέσουν τον κρατούμενο, να τον γδάρουν, και με το δέρμα του να φτιάξουν χρηστικά αντικείμενα, όπως «καπέλα» για πορτατίφ και επενδύσεις βιβλίων! Η πλούσια συλλογή της μάλιστα θα χρησιμοποιούταν εναντίον της στη δίκη, αφήνοντας το δικαστήριο αποτροπιασμένο. Άλλο ένα «χόμπι» της... κυρίας διοικητού ήταν η υποκίνηση σε βασανιστήρια, με αγαπημένη μέθοδο τον βιασμό κρατουμένου από άλλο τρόφιμο σε κοινή θέα. Όταν ο Koch εκτελέστηκε από τους Ναζί για υπεξαίρεση και κακοδιαχείριση το 1943, η Ilse θα τη γλίτωνε, θα πιανόταν ωστόσο αργότερα από τους Συμμάχους. Σε μια από τις σπάνιες καταδίκες πολιτών για εγκλήματα πολέμου, η Koch θα καταδικαζόταν σε ισόβια κάθειρξη, θα αυτοκτονούσε ωστόσο στη φυλακή το 1967...

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΑ ΚΙΝΟΥΜΕΝΑ ΣΧΕΔΙΑ


ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ ΤΑ ΚΙΝΟΥΜΕΝΑ ΣΧΕΔΙΑ
ΜΕ ΠΟΙΟΝ ΤΡΟΠΟ ΚΑΠΟΙΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΤΟΥΣ ΣΤΑ ΜΙΚΡΑ ΠΑΙΔΙΑ....

Τα μικρά παιδιά, είναι οι πολίτες του αύριο και σύμφωνα με τα σχέδια της Νέας Τάξης, πρέπει να καθοδηγηθούν και να γαλουχηθούν με τέτοιο τρόπο, ώστε , ως άβουλα όντα, να μην προβάλλουν καμία αντίσταση στα "Νέα Ήθη" της Παγκοσμιοποίησης και της κυριαρχίας του Αντιχρίστου....
Δείτε το βίντεο, και θα καταλάβετε τα μηνύματα που προσπαθούν να περάσουν μέσα από τα κινούμενα σχέδια, τα οποία, οι Γονείς, ΟΦΕΙΛΟΥΝ να ελέγχουν....

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ…


Ένα παιδί ποτέ του δεν μισεί, μονάχα ψευτοθυμώνει κι όταν πραγματικά πεισμώνει, πάλι γρήγορα το ξεχνά. Γιατί ένα παιδί ξέρει να συγχωρεί και να ζητάει συγγνώμη.

Ένα παιδί δεν ξέρει τι θα πει ντροπή, ούτε και περηφάνια κι έτσι μπορεί ελεύθερα να κλαίει κι ελεύθερα να γελάει. Γιατί ένα παιδί ξέρει να είναι αυθεντικό κι αυθόρμητο.

Ένα παιδί ποτέ του δεν φθονεί, μονάχα λαχταράει κι ίσως και λιγάκι να ζηλεύει, μα πάλι σπάνια παραπονιέται. Γιατί ένα παιδί ξέρει να κάνει υπομονή, φτάνει να του λες αλήθεια.

Ένα παιδί ποτέ του δεν θα πει λόγια πίσω απ’ την πλάτη σου μα κι αν παρασυρθεί, πάλι να ξέρεις πως δεν θα το εννοεί. Γιατί, το είπαμε και πριν, ένα παιδί ποτέ του δεν μισεί.

Ένα παιδί μπορεί με μια κούκλα ή ένα τρενάκι να χαρεί κι έναν κόσμο ολόκληρο γύρω τους να χτίσει και παντού να ταξιδέψει. Γιατί ένα παιδί έχει φαντασία αμόλυντη από τις βρωμιές του κόσμου μας.

Ένα παιδί ξέρει να χτίζει μια φιλία δυνατή, γεμάτη αγάπη και με κάθε τρόπο να την στηρίζει και να την προστατεύει. Γιατί ένα παιδί ξέρει να μοιράζεται τον κόσμο με τους γύρω του.

Ένα παιδί μπορεί με τη χαρά σου να χαρεί, χωρίς να το κεράσεις κι αν σου πάρει κάποιο δώρο, μέσα απ’ την καρδιά του θα ‘ναι. Γιατί ένα παιδί ξέρει να είναι πλούσιο στην ψυχή και όχι στο ασήμι.

Ένα παιδί ποτέ του δεν αδιαφορεί στον πόνο και δίπλα σου θα σταθεί και πάντα θα σε ρωτήσει τι έχεις κι είσαι λυπημένος και τα πάντα θα κάνει για σένα. Γιατί ένα παιδί έχει καρδιά ευαίσθητη στις δονήσεις που στέλνουνε τα μάτια.

Ένα παιδί ξέρει πραγματικά να ζει κι ό,τι νιώθει να το εκφράζει, τη λύπη, τον πόνο, τη συμπόνια, το γέλιο, τη χαρά, την ευγένεια, την αγάπη. Ένα παιδί… πόσο ευτυχισμένο είναι!!!

Όλοι εμείς παίρνουμε μαθήματα για δύναμη και θάρρος, ελπίδα, χαρά από τα παιδιά που μας κάνουν κάθε στιγμή καλύτερους ανθρώπους, σε μια κοινωνία που επικρατεί το ψέμα και η υποκρισία! Τα παιδιά είναι η αλήθεια μας και το μέλλον αυτού του κόσμου!

Γίνε κι εσύ παιδί… και κέρδισε...

Η αγάπη θέλει ηρωισμό, θυσίες και όχι μόνο σε μια στιγμή ενθουσιασμού, αλλά κάθε μέρα και κάθε ώρα!

Προσεγγίζοντας την ορθόδοξη Μητέρα.


Πρεσβυτέρας Αγαθής Μάγγανου-Χριστοδούλου*

Σας καλησπερίζω κι εγώ με τη σειρά μου και σας ευχαριστώ όλους από καρδιάς που μου κάνατε την τιμή να βρίσκομαι απόψε κοντά σας, σ’αυτή την όμορφη παρέα και στο ζεστό σας χώρο, για να προσεγγίσουμε όλοι μαζί αυτή την εργάτρια του Ευαγγελίου, μια λαξεύτρια της παιδικής ψυχής, την Ορθόδοξη Χριστιανή μητέρα. Όμως, πριν φτάσουμε σε αυτή πρέπει πρωτίστως να ξεκινήσουμε απότην ευλογημένη συζυγία. Μία συζυγία, η οποία δεν είναι ένας βίος ανθόσπαρτος, όπως ορισμένες φορές λανθασμένα ευχόμαστε στα νιόπαντρα ζευγάρια, γιατί η συζυγία, όπως όλοι θα γνωρίζετε, αλλά και όπως το λέει και η ίδια η λέξη είναι «συν+ζυγός», δηλαδή είναι ένα φορτίο, το οποίο καλούνται να σηκώσουν με αγάπη και υπομονή δύο άνθρωποι.

Δύο άνθρωποι, οι οποίοι μέχρι χθες ήταν ολότελα ξένοι, με διαφορετικούς χαρακτήρες, παρελθόν, ήθη και έθιμα, ακόμα και πατρίδες, με ελεύθερη βούληση και πάντοτε με τη Θεία ευλογία, αποφασίζουν να πορευθούν μαζί στη ζωή. Ζωές παράλληλες, σήμερατέμνονται! Σώματα δύο, γίνονται ένα! «῏Ω μακαρία δυάς! … λένε οι Πατέρες… ῏Ω ἀγάπη ἀστείρευτη!» … που ολοκληρώνεσαι και καθαγιάζεσαι μέσα από το μυστήριο του γάμου! 
Μέσα σε αυτό το ευλογημένο πλαίσιο, οι δύο άνθρωποι ενώνονται σε ένα ψυχοσωματικό σύνολο και παλεύουν όχι μόνο να γνωρίσουν ο ένας τον άλλο, αλλά και να συναντήσουν το Θεό. Από την ένωση αυτή επέρχεται ως υψίστη ευλογία του Θεού, η τεκνογονία. Ο μικρός και φθαρτός άνθρωπος, καθίσταται συνδημιουργός του Θεού και προσφέρει αυτό που έχει, το φθαρτό, το σώμα. Οι άνθρωποι προσφέρουν την ύλη-σώμα και ο Θεός την αθάνατη ψυχή. 

Μπορεί άραγε η ανθρώπινη διάνοια να συλλάβει το ύψος της κλήσεως και της τιμής; Ο Θεός δεν μας έχει ανάγκη. Θα μπορούσε να βρει ένα οποιοδήποτε άλλο τρόπο για να δημιουργήσει νέους ανθρώπους. Όμως δεν ήθελε να μας παραμερίσει. Ήθελε να καθαγιαστούμε κι εμείς μέσα από τους νέους ανθρώπους. Πατέρας, Μητέρα! Υπάρχουν λέξεις πιο σπουδαίες από αυτές; Μεταξύ όλων των λαών, οι γονείς είναι πρόσωπα σεβαστά και ιερά. Τι έλεγε ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης; «Οὐκ ἔστι μητρὸς οὐδὲν ἥδιον», δηλαδή «Δεν υπάρχει τίποτα πιο γλυκό από τη μητέρα». Σπουδαίο πράγμα η μητρότητα, μα τι είναι στ’αλήθεια; Μητρότητα σημαίνει εκούσια θυσία. Η θυσία όμως αυτή είναι ηθελημένη και υψίστη και θα πληρωθεί με μεγάλη αμοιβή από το Θεό. 

Αν ήθελε κάποιος να μιλήσει για τις θυσίες που κάνουν οι μητέρες, θα μπορούσε να μιλάει μέρες και να γράψει τόμους. Πόσες μητέρες στις μέρες μας, στο άκουσμα ότι πάσχουν από μια ανίατη ασθένεια και ότι θα πρέπει να κάνουν διακοπή της κυήσεώς τους, δε θυσιάζουν το «εγώ» τους και τον εαυτό τους και αρνούνται κατηγορηματικά να θυσιάσουν το σπλάγχνο τους για να σωθεί η ζωή τους; Πόσες ακόμη δεν έχουν θυσιάσει και τη ζωή τους; Σε πρόσφατο σεισμό, όταν μια μητέρα κατάλαβε ότι το σπίτι της επρόκειτο να καταρρεύσει, προστάτευσε το μωρό της με το ίδιο της το σώμα και όταν, δύο μέρες μετά, οι διασώστες ανέσυραν το βρέφος ζωντανό αλλά τη μητέρα νεκρή, διάβασαν στην οθόνη του κινητού της δύστυχης μάνας: «Αν επιζήσεις, να ξέρεις ότι σ’αγαπώ!» Πριν ξεψυχήσει, άφησε στο παιδί της παντοτινή κληρονομιά δυο λόγια αγάπης! Αλλά και πριν πολλά χρόνια, τη μετακατοχική περίοδο, σε μια πόλη της Αθήνας, μια φτωχή μάνα, στην προσπάθειά της να ηρεμήσει το νεογέννητο αγοράκι της που έκλαιγε σπαρακτικά γιατί πεινούσε, αποφάσισε να το θηλάσει, ενώ δεν είχε γάλα. Λίγη ώρα μετά, έντρομη διαπίστωσε πως το πρόσωπο του μωρού ήταν γεμάτο κόκκινα στίγματα. Βλέποντάς το ο γιατρός, συγκινημένος, της λέει: «Καημενούλα μου, τα κόκκινα αυτά στίγματα είναι το αίμα της καρδιάς σου!» Χιλιάδες τέτοια παραδείγματα θα μπορούσε να αναφέρει κανείς…
Στο σημείο όμως αυτό, ένας σύγχρονος παιδαγωγός έρχεται να εξυψώσει την ορθόδοξη χριστιανή μητέρα λέγοντας: «Δώστε μου μητέρες χριστιανές και μπορώ να αναμορφώσω τον κόσμο!» Γιατί δεν λέει ικανές μητέρες; Γιατί ζητά μητέρες χριστιανές ο μεγάλος αυτός παιδαγωγός; Μα γιατί οι χριστιανές μητέρες, ύστερα από το Θεό, είναι οι σπουδαιότερες εργάτριες, που λαξεύουν τις παιδικές ψυχές και εμπνέουν ιδανικά, αγωνιζόμενες να μορφώσουν τα τέκνα τους «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου»!

Αυτό το σκοπό είχαν και οι άγιες μητέρες των Τριών Ιεραρχών, τα τέκνα των οποίων η Εκκλησία μας εόρτασε πριν λίγες μέρες. Θα τις αναφέρουμε για να μας εμπνεύσουν και για να μπορέσουμε να τις ακολουθήσουμε.

Πρώτη, η αγία Εμμέλεια, η μητέρα του Μεγάλου Βασιλείου. Μητέρα δέκα τέκνων εκ των οποίων τα πέντε άγιοι της Εκκλησίας μας! Όπως έλεγε και το όνομά της, «ἐν+μέλος» υπήρχε σε όλη τη ζωή της αρμονία. Η ζωή της όμως, δεν ήταν καθόλου εύκολη. Λίγο μετά τη γέννηση του δέκατου παιδιού της, του αγίου Πέτρου Σεβαστείας, ο σύζυγος της Βασίλειος, πεθαίνει και μένει μόνη να μεγαλώσει τα τέκνα της. Λίγο αργότερα, χάνει και ένα από τα μικρότερά της αγόρια, και λίγο πιο μετά χάνει τον αγαπημένο της γιο, τον άγιο Ναυκράτιο, ο οποίος ήταν μοναχός και πνίγηκε κατά τη διάρκεια ψαρέματος. Μένει μόνη να μεγαλώσει τα οκτώ της παιδιά. Δεν το έβαλε κάτω ούτε μια στιγμή. Από μικρά τους έλεγε ιστορίες από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, τους μάθαινε να προσεύχονται, να ψάλλουν ύμνους της Εκκλησίας, να εκκλησιάζονται τακτικά. Τα παρακολουθούσε ως άγρυπνος φρουρός, έχοντας πάντα στο νου της ότι μπροστά της δεν είχε μόνο σώματα, αλλά αθάνατες ψυχές. Όταν κάποτε ο άγιος Βασίλειος αποφάσισε να ασχοληθεί και με τη ρητορική εκτός από τις άλλες επιστήμες που είχε σπουδάσει, εκείνη με κλάματα και αγάπη και τη βοήθεια της κόρης της αγίας Μακρίνας, κατόρθωσε να τον μεταπείσει, αλλά και να αξιωθεί να τον δει Επίσκοπο Καισάρειας. 

Δεύτερη, η Νόννα, η μητέρα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, η γυναίκα των προσευχών και των δακρύων. Βρέθηκε μπροστά σε δύο μεγάλους σταυρούς: Ο σύζυγός της Γρηγόριος ήταν αιρετικός, οπαδός του συστήματος των Υψισταρίων, το οποίο συνδύαζε ειδωλολατρικά και ιουδαϊστικά στοιχεία. Δύο κόσμοι αντίθετοι. Ούτε για μια στιγμή δε σκέφτηκε το χωρισμό. Χρόνια ολόκληρα προσευχόταν με πίστη και ο καλός Θεός όχι μόνο άκουσε τις προσευχές της, αλλά την αξίωσε να δει το σύζυγό της Επίσκοπο Ναζιανζού! Εδώ να υπενθυμίσω στην αγάπη σας ότι βρισκόμαστε ακόμη σε μια εποχή όπου η Εκκλησία ανεδείκνυε έγγαμους Αρχιερείς έως το 691 μ.Χ. με τη Σύνοδο της Πενθέκτης. Αλήθεια πόση χαρά και ευτυχία απήλαυσε η Νόννα! Τα χρόνια όμως περνούσαν κι ενώ το σπίτι της ήταν γεμάτο αγαθά, έλειπε ο θησαυρός που ποθούσε, τα παιδιά! Νύχτα μέρα προσευχόταν και ικέτευε τον Κύριο να της χαρίσει τέκνα και το θαύμα εγένετο! Η προσευχή της, έφερε στο φως τον υιό της, άγιο Γρηγόριο! Εκείνη όμως συνέχισε τις προσευχές της και ο Κύριος την αξίωσε να αποκτήσει δύο ακόμη παιδιά, τη αγία Γοργονία και τον άγιο Καισάριο. Έβλεπε τα παιδιά της με δέος και πριν αυτά μάθουν ακόμη γράμματα τους έδινε να κρατούν την Αγία Γραφή κι εκείνη τους έλεγε τις ιερές ιστορίες. Τα παιδιά μεγάλωσαν και λάτρεψαν και τα τρία τον Θεό. Η καρδιά της Νόννας όμως, έμελλε να περάσει κι άλλες θλίψεις. Σε ηλικία 37 ετών χάνεται ο λαμπρός ιατρός και υιός της Καισάριος και λίγο αργότερα η κόρη της Γοργονία και ο γαμπρός της Αλύπιος. Όμως η Νόννα, ως άνθρωπος του Θεού, όλα τα υπέμενε! Παρέμεινε γενναία, νικήτρια του πόνου και ανέθρεψε τα έξι ορφανά εγγόνια της…

Μια τέτοια γενναία γυναίκα ήταν και η
Ανθούσα, σύζυγος του Στρατηλάτου Σεκούνδου, μητέρα του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, μια γυναίκα εξαιρετικής ομορφιάς και μορφώσεως που στα είκοσι της χρόνια και λίγους μήνες μετά τη γέννηση του υιού της, έμεινε χήρα! Δε θέλησε να κάνει δεύτερο γάμο, αλλά προτίμησε σε τόσο μικρή ηλικία να αφιερωθεί στη ἐν Χριστῷ διαπαιδαγώγηση του υιού της. Ήξερε άλλωστε ότι ο Κύριος είναι «ὁ πατὴρ τῶν ὀρφανῶν καὶ κριτὴς τῶν χηρῶν» ή όπως πιο απλά λέει ο λαός μας «στο φτωχό και στο ορφανό πουλί ο Θεός χτίζει φωλιά»!
Βλέποντας τέτοιες ένδοξες γυναίκες πώς να μη θαυμάσει και αναφωνήσει ο ειδωλολάτρης φιλόσοφος Λιβάνιος: «Βαβαί, οἷαι παρὰ χριστιανοῖς γυναῖκες εἰσίν!»

Υπάρχουν σήμερα Εμμέλειες, Νόννες, Ανθούσες; Η απάντηση είναι καταφατική! Είναι όλες αυτές οι ορθόδοξες μητέρες που αγωνίζονται καθημερινά να μεγαλώσουν τα παιδιά τους «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Δε μεριμνούν μόνο για την ευπορία και ευζωία των παιδιών τους. Δεν αγωνίζονται μόνο για το πώς θα τους χτίσουν σπίτια και θα τους αφήσουν κληρονομιές. Αυτά είναι όμορφα, αλλά είναι μόνο για αυτή τη ζωή. Και όπως καλά γνωρίζουμε, μία ῥοπὴ καὶ ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται. Πόθος τους τρανός λοιπόν, θα πρέπει να είναι να αποκτήσουν τα τέκνα τους χριστιανικές αρετές, να έχουν καλούς τρόπους, να θησαυρίσουν έργα αγάπης. Και πώς θα το κατορθώσουν αυτό; Οδηγώντας τα στο Χριστό, όχι μόνο από παιδική ηλικία, ούτε από βρεφική ηλικία, αλλά από μητρός κοιλίας και γνωρίζοντας πως η αγιότητα των γονέων είναι η καλύτερη αγωγή ἐνΚυρίῳ, όπως έλεγε και ο γέροντας Πορφύριος. Ακτινοβολείς Χριστό, το ίδιο θα κάνει και το παιδί σου αργά ή γρήγορα.

Και αν τα παιδιά φαίνονται απρόθυμα να ακολουθήσουν τη μακαρία οδό; Τότε τι κάνει η ορθόδοξη μάνα; Μα φυσικά κάνει το θέμα της, θέμα προσευχής! Λάδι και δάκρυ χρειάζονται τα παιδιά μας λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Με λάδι και δάκρυ δε χάνονται ποτέ! Ας θυμηθούμε το παράδειγμα της Αγίας Μόνικας, η οποία δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια προσευχόταν για να γυρίσει στο δρόμο της αληθείας ο υιός της, Ιερός Αυγουστίνος.

Αυτή είναι η ορθόδοξη μητέρα! Αυτή που δεν τη νοιάζει το «εγώ» της και το φαίνεσθαι του κόσμου. Αυτή που αγωνίζεται μέχρις εσχάτων και που η αγάπη της νικάει ακόμα και τον ίδιο το θάνατο! Ναι, και τον ίδιο το θάνατο μας επιβεβαιώνει ο πατήρ Σεραφείμ Ρόουζ με ένα συγκλονιστικό πραγματικό περιστατικό: ήταν κάποτε ένας βοσκός, άγριος και αντικοινωνικός, κακότροπος, θηρίο ανήμερο θα λέγαμε. Από κάποιο σημείο στη ζωή του και μετά αποφάσισε να απομονωθεί με τα λιγοστά του ζώα στην κορφή ενός βουνού, περιμένοντας το τέλος του. Και όταν πράγματι κατάλαβε ότι πλησιάζει ο θάνατός του, ξάπλωσε στο κρεβάτι του και περίμενε το τέλος. Ξαφνικά, χτύπησε η πόρτα και εμφανίστηκε μπροστά του ένας ιερέας. Εκείνος όταν τον είδε, αφήνιασε. «Να φύγεις! Ποιός σε κάλεσε;» φώναζε. Μάταια προσπαθούσε να τον πείσει ο ιερέας για το λόγο που είχε πάει εκεί και αφού δεν μπόρεσε να τον πείσει με τίποτα, του είπε: «Αλήθεια σου λέω με κάλεσε αυτή η γυναίκα!» «Ποια γυναίκα;» τον ρώτησε ο άντρας. «Αυτή η γυναίκα που έχεις τη φωτογραφία της πάνω από το κρεβάτι σου!» Συγκλονισμένος ο άντρας ξέσπασε σε λυγμούς. «Μα αυτή είναι η μάνα μου και έχει πεθάνει εδώ και τριάντα χρόνια!» Ήταν η ψυχή της μάνας που πέρασε τα σύνορα, νίκησε ακόμα και τον ίδιο το θάνατο για να βρει τον ιερέα και να τον παρακαλέσει να σώσει και την ύστατη ώρα την ψυχή του παιδιού της. Εκείνος ο άνθρωπος δεν πρόλαβε να κάνει πολλά, πρόλαβε μόνο να πει «ἥμαρτον Κύριε!», να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και να παραδώσει την ψυχή του. Όπως βλέπουμε, δεν έχει σύνορα η μητρική αγάπη. Μπορεί να νικήσει τα πάντα, ακόμη και το θάνατο.
Ας μας ελεήσει ο Κύριος αδελφοί μου, την ημέρα της Κρίσεως να σταθούμε μπροστά Του με ταπείνωση και γενναίο φρόνημα και να αναφωνήσουμε: «ἰδού ἐγώ και τάπαιδία ἅ μοι ἔδωκας» αλλά να αξιωθούμε να ακούσουμε και από το δικό Του στόμα: «εὖ, δούλη ἀγαθή καὶ πιστή! …εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου» Αμήν! 

Σας ευχαριστώ από καρδιάς!

(Ομιλία της πρεσβυτέρας Αγαθής Μάγγανου-Χριστοδούλου σε εκδήλωση με την ευκαιρία της εορτής της «Υπαπαντής του Κυρίου» και προς τιμήν της Ορθοδόξου Χριστιανής Μητέρας, στο ενοριακό κέντρο του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς)
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας: κα Δήμητρα Γκούτη-φιλόλογος
Πηγή- Αντέγραψα από Εδώ

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Ποια είναι αυτή η γυναίκα;


Πώς τη λένε; Την ξέρω; Κάτι μου λέει το πρόσωπό της. Πού την έχω δει; Στην τηλεόραση; Στο internet; Στο σινεμά; Κάπου στον δρόμο; Είναι διαφήμιση, είναι πραγματικότητα, τι είναι; Μοιάζουν τα πρόσωπα, μπορείς να μπερδευτείς. Μήπως είναι κάποιος δικός μου άνθρωπος; Κι αν είναι μια παλιά φωτογραφία της οικογένειάς μου, αν είναι συγγενής μου, αίμα μου; Μια άγνωστη ιστορία του προσφυγικού μας παρελθόντος; Τα ξέρω τα μάτια της…
Ποια είναι, άραγε, αυτή η γυναίκα; Μοιάζει φτωχή και κουρασμένη. Τι της έχει συμβεί;Από ποια δύσκολη εποχή έρχεται η εικόνα της; Από ποια χώρα; Σε ποιο σημείο της αέναης Αδικίας βρέθηκε να ζει;
Τι απέγινε εκείνη; Τι απέγιναν τα παιδιά της; Τι απέγιναν οι σκέψεις της; Χάθηκαν; Ή μήπως όχι; Είναι εδώ δίπλα μου; Μήπως ζει; Μήπως βρίσκεται στην Αθήνα, μήπως βλέπουμε τον ίδιο ήλιο τώρα που γράφω στο μικρό μου δωμάτιο; Ποια είναι; Μήπως δεν έχει σημασία; Μήπως χάνω (ξανά) τον χρόνο μου; Τι με νοιάζει; Τι θα αλλάξει στη δική μου τη ζωή αν ξέρω; Πότε θα αλλάξει η δική μου η ζωή αν, τελικά, μάθω;
Ποια είναι;
Mother_1
Επί 20 ολόκληρα μίλια, η φωτογράφος σκεφτόταν αν θα έπρεπε να είχε σταματήσει σ’ αυτό που είδε με την άκρη του ματιού της στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Η δουλειά είχε γίνει, την αμοιβή της θα την έπαιρνε, μέχρι τελευταίο σεντ, έξω έβρεχε κι όμως μέσα της υπήρχε μια δύναμη- μη ελέγξιμη πια- που δεν άφηνε σε ησυχία το μυαλό της. Για 20 μίλια ήταν αναποφάσιστη (μικρή απόσταση, αν σκεφτεί κανείς πως υπάρχουν πολλοί που διανύουν αναποφάσιστοι κι αδρανείς ολόκληρη τη ζωή τους). Ξαφνικά σταμάτησε το αυτοκίνητο. Ο δρόμος ήταν άδειος. Επιτόπου στροφή. Ακολούθησε την αντίθετη πορεία – του δρόμου και της λογικής- και βρέθηκε ξανά στον καταυλισμό.
Εκεί ζούσαν προσωρινά, με τις οικογένειές τους σε παραπήγματα, περιφερόμενοι άστεγοι αγρότες. Πάμφθηνα εργατικά χέρια μεταναστών για τις καλλιέργειες της περιοχής. Θα μάζευαν αρακά και μπιζέλια, αλλά την προηγούμενη νύχτα ο παγετός είχε καταστρέψει τη σοδειά. Άλλο ένα κακό νέο ανάμεσα στα χιλιάδες δυσάρεστα μαντάτα της ζωής τους- πότε θα σταματούσε αυτό; Ίσως ποτέ.
Η ανησυχία ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα. Πολύ σύντομα, οι κάτοικοι της περιοχής και οι ιδιοκτήτες των καλλιεργειών, θα έρχονταν να τους διώξουν. Με βίαιο τρόπο, χωρίς έλεος. Οι ίδιοι καθωσπρέπει άνθρωποι, με τα παιδιά, τα σπίτια και τη γη τους- οι οποίοι θα τους έδιναν δουλειά στα χωράφια τους- οι ίδιοι την επόμενη μέρα θα χρησιμοποιούσαν κάθε τρόπο για να τους διώξουν, αφού πια η παρουσία τους δε θα απέφερε πια κανένα απολύτως κέρδος. Η πραότητα του χαρακτήρα και ο ανθρωπισμός τους βασίζονταν στον αστάθμητο παράγοντα του κατάλληλου απτού ανταλλάγματος. Η υπόγεια αποδοχή της ένοχης χρησιμότητας ενός εγκλήματος γεννά τον πιο ορκισμένο στρατό φανατικών, εκείνων που εθίζονται στη δικαιολογία κάθε επόμενου εγκλήματος.
Μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της απόλυτης φτώχιας, της αγωνίας και του πόνου, η φωτογράφος εστίασε στη μητέρα με τα τέσσερα πεινασμένα παιδιά (υπήρχε κι ένα πέμπτο στην κοιλιά της μάνας, που θα γεννιόταν σε λίγους μήνες, σε καιρούς απόγνωσης). Η δικιά τους ήταν η πιο πρόχειρα φτιαγμένη τέντα απ’ όλες. Τράβηξε δυο πρώτες φωτογραφίες. Δυο γενικά πλάνα.
Mother_2
Και μετά πλησίασε. Όλο και πλησίαζε. Η μητέρα δεν κοίταξε ποτέ προς το φακό ή προς τον άνθρωπο που ακάλεστος είχε εισβάλει στην ελάχιστη ιδιωτικότητά τους.
Συνολικά τράβηξε έξι φωτογραφίες. Δεν ρώτησε το όνομα της μητέρας, ζήτησε μόνο να μάθει την ηλικία της.
«32 χρόνων».
Κι όμως… Αυτό ήταν το ταλαιπωρημένο πρόσωπο μιας 32χρονης γυναίκας, που είχε βιώσει τόσα, όσα αρκούσαν για πολλές ζωές. Ζούσαν τρώγοντας παγωμένα λαχανικά – ήταν βαρυχειμωνιά- και όσα μικρά πουλιά μπορούσαν να σκοτώσουν τα ίδια τα παιδιά.
Mother_3Mother_4Mother_6
Η φωτογράφος υποσχέθηκε προφορικά – αν και δεν της ζητήθηκε- να μην δημοσιεύσει το υλικό.
Είπε ψέματα.
Αυτό το ψέμα ,όμως, ευεργέτησε αμέσως πολλούς κατατρεγμένους. Τρεις μέρες μετά τη δημοσίευση της φωτογραφίας στην εφημερίδα, εκείνος ο καταυλισμός στη μέση του τίποτα (US Highway 101, 2.500χλμ, κατά μήκος της δυτικής ακτής) γέμισε με τρόφιμα, ρούχα και προσφορές ανθρώπων που είχαν συγκινηθεί από τη φωτογραφία της μητέρας. Κάποιοι απ’ τους άστεγους εργάτες είχαν ήδη φύγει (για πού άραγε; Για ένα επόμενο πουθενά…), ανάμεσά τους, όμως, και η μητέρα με τα παιδιά. Εκείνοι δεν ήξεραν τι είχε συμβεί.
Η δημοσίευση μιας δεύτερης φωτογραφίας- διαφορετικής από αυτή που είχε μπει στην εφημερίδα- έκανε τον γύρο της χώρας μέσα σε λίγες μέρες. Η μητέρα είχε γίνει σύμβολο καρτερικότητας κι αξιοπρέπειας σε καιρούς δυστυχίας κι εξαθλίωσης. Όλοι μιλούσαν για εκείνη και τα μικρά της.
Ένα αποφασισμένο βλέμμα, σ’ ένα κουρασμένο πρόσωπο. Και δυο παιδιά ν ακουμπούν φοβισμένα πάνω της. Ήταν ο φόβος του φακού, αλλά έμοιαζε με το φόβο του παρόντος και του μέλλοντος. Ήταν τα δύσκολα χρόνια. Κι εκείνη ήταν η Μόνα Λίζα μιας σκονισμένης απ’ τις αντιξοότητες εποχής.
Mother_7_MIGRANT-MOTHER
H Dorothea Lange (Ντοροθέα Λανγκ) τράβηξε αυτές τις φωτογραφίες το 1936, στις Ηνωμένες Πολιτείες (NipomoCalifornia). Το στιγμιότυπο της μητέρας με τα δυο παιδιά γυρισμένα στο φακό, αποτέλεσε την πιο χαρακτηριστική φωτογραφία της Παγκόσμιας Οικονομικής Ύφεσης πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. (Great Depression).  Η ταυτότητα της εμβληματικής “Migrant Mother” έγινε γνωστή πολλές δεκαετίες αργότερα, όταν η ηλικιωμένη πλέον γυναίκα εκείνης της φωτογραφίας έδινε μάχη με τον καρκίνο και δεν είχε τα χρήματα για να νοσηλευτεί σε δημόσιο νοσοκομείο. Τότε δημοσιεύτηκε τ’ όνομά της και μαζεύτηκε ένα ποσό (κάποιες χιλιάδες δολάρια) που της επέτρεψε να ‘χει ένα αξιοπρεπές τέλος. Την έλεγαν Φλόρενς (Florence Owens Thomson 1903 -1983), ήταν μια Τσερόκι. Διωγμένη από την Οκλαχόμα – όπως χιλιάδες της φυλής της-  παντρεύτηκε σε μικρή ηλικία, όμως η οικογένεια του συζύγου δεν ήθελε μια ινδιάνα για νύφη. Έκαναν παιδιά, εκείνος πέθανε ξαφνικά. Πώς θα ζήσουν; Τι θα κάνουν; Οικονομική ύφεση, ανεργία, διώξεις. Ανατροπές, μόνο ανατροπές. Ένας άβολος σκληρός άδικος κόσμος. Κάθε βήμα της ζωής της- από την αρχή- έμοιαζε δύσκολο, έως ακατόρθωτο. Κάθε βήμα κι ένας πόνος. Κι όλα να μοιάζουν κάθε φορά με το τέλος του κόσμου.
Η Φλόρενς δεν κέρδισε ποτέ χρήματα από τη φωτογραφία (μόνο το ποσό εκείνο στα γεράματα, πριν πεθάνει). Ούτε η Λανγκ. Τα δικαιώματα ανήκαν στην αμερικανική κυβέρνηση ( με κρατικό χρήμα-Farm Security Administration- είχαν πληρωθεί τα ντοκουμέντα της ομάδας φωτογράφων που ταξίδευαν στις φτωχές αγροτικές περιοχές της Αμερικής). Η Λανγκ, όμως, κέρδισε αναγνωρισιμότητα κι επαγγελματική καταξίωση.]
(Dorothea Lange 1895-1965)
Mother_8
Aυτή είναι η Φλόρενς το 1979, μαζί με τις κόρες της. Μπροστά της γονατιστή η Νόρμα (το μωρό που κρατούσε τότε στα χέρια της). Πίσω της η Κάθριν και η Ρούμπυ (τα δυο παιδιά με τη γυρισμένη πλάτη στη φωτογραφία του ’36. H Ρούμπυ εμφανιζόταν στο πλευρό της μητέρας της και σε δυο ακόμα από εκείνες τις φωτογραφίες)
MOTHER_9_1979
H “Migrant Mother” είναι η χαρακτηριστικότερη φωτογραφία της Μεγάλης Ύφεσης. Γρήγορα, όμως, ήρθε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος κι απέκτησε τους δικούς του ήρωες, τις δικές του εμβληματικές μορφές. Και μετά ήρθε η εποχή της ευημερίας. Κι εκείνη είχε τα σύμβολά της, παντοδύναμα. Ζήτω το χρήμα! Η φτωχή μητέρα έμοιαζε πολύ μακρινή. Τόσο μακρινή, που αρκούσε για να γίνει γραμματόσημο.
(Γραμματόσημο του 1998).
Mother_91_STAMP
Έτσι γίνεται συνήθως. Οι άνθρωποι τιμούν, φροντίζουν, επιβραβεύουν κι αγαπούν οτιδήποτε υπάρχει σε απόσταση ασφαλείας. Το ΤΩΡΑ παραμένει πάντοτε η εποχή της βαρβαρότητας.
ΥΓ. Σήμερα στο Nipomo (πληθυσμός 16.000 κάτοικοι), πολύ κοντά στο σημείο της τυχαίας ιστορικής φωτογράφισης υπάρχει ένα σχολείο, που φέρει ένα όνομα. Το όνομα της φωτογράφου Ντοροθέα Λανγκ. Όχι της Φλόρενς. Ίσως καλύτερα.
Καλύτερα να μην ήξερα καν το όνομά της, όπως όταν πρωτοείδα τη φωτογραφία κι αναρωτιόμουν αν ήταν ένας δικός μου άνθρωπος. Γιατί όταν ξέρεις όλες αυτές τις λεπτομέρειες, η γυναίκα γίνεται το ενδιαφέρον ντεκόρ μιας ακόμα ιστορίας, ανάμεσα σε αμέτρητες άλλες- που θα μάθεις ή δε θα μάθεις- και νομίζεις πως δεν έχουν καμία σύνδεση με το δικό σου σύντομο πέρασμα απ’ αυτόν τον κόσμο.
Ενώ στην πραγματικότητα εκείνο το βλέμμα, εκείνη η μάνα και τα παιδιά είναι η δική σου ιστορία.
Πέτρος Κουμπλής Πηγή: aixmi.gr