Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

ΚΥΡΙΟΣ ΠΟΙΜΑΙΝΕΙ ΜΕ...-Ο Αγιος Νεκτάριος και ο πονεμένος Σωτήρης

Hταν ένα δροσερό φθινοπωρινό απόγευμα. Το ηλιοβασίλεμα αρκετά γλυκό σαν αυτά του καλοκαιριού πού δύσκολα ξεχνιούνται όλον τον χρόνο. Μόνο πού τώρα πια, τα ξερά φύλλα της γέρικης λεύκας βρίσκονταν σκόρπια στο μικρό ανηφορικό μονοπάτι, πού όδηγεϊ στο εκκλησάκι της Αγ. Παρασκευής. Οι πρώτες διστακτικές σταγόνες της βροχής μετά από την κάψα του θέρους έμοιαζαν να μην λυπούνται πού πέφτουν τόσο νωρίς, θυμίζοντας ότι μπήκε μια νέα εποχή του χρόνου. Το χώμα άρχισε να υγραίνει, ενώ τα πουλιά, πού άπ' ώρα είχαν προαιοθανθεϊ το πρωτοβρόχι, πετούσαν για τελευταία φορά προς την δύση του ηλίου αποχαιρετώντας το καλοκαίρι. Και αυτό με τη σειρά του, τους έγνεφε και τους τραγουδούσε γλυκά ότι θα ξανάρθει. Τα πεύκα μοσχοβολούσαν σαν θυμιατήρια, καθώς ή βροχή, πού όλο και δυνάμωνε, τα δροσόλουζε. Κάπου παράμερα κι ό γερο-πλάτανος, ό κατεργάρης έμοιαζε να έτοιμάζη τα κλωνάρια του -τα «σπαθιά» του- για να παλαίψη με τον άνεμο.Τον δρόμο για το ξωκκλήσι είχε πάρει ένα παλληκάρι. Περπατούσε σαν γέρος παρά τα νειάτα του και ή καρδιά του ήταν τόσο μαύρη άπ' την λύπη πού δεν τοϋ'δινε κουράγιο ούτε να κλάψει, θύμιζε καράβι δίχως πανιά πού βολοδέρνεται αδιάκοπα από τα αφρισμένα κύματα της απόγνωσης, έτοιμο να βουλιάξει. Όμως παρά την θλίψη, ό Σωτήρης εϊχε κάτι πού τοϋ'δινε δυνάμεις ν' ανηφορίσει: την ελπίδα. Το γραφικό εκκλησάκι εκεί πάνω στην βουνοπλαγιά ήταν πραγματικό καταφύγιο. Ή πληγωμένη καρδιά του νέου σταμάτησε για λίγο την μελαγχολική του σιωπή και αφέθηκε στο δροσερό αεράκι πού όλο και ξεθάρρευε.
Το ξωκκλήσι ξεπρόβαλε ανάμεσα στα ψηλά κυπαρίσσια πού λίκνιζαν τίς κορυφές τους στα σφυρίγματα του άνεμου, ενώ τα σπουργιτάκια πέταγαν τριγύρω μπας και βρουν κανένα σκουλικάκι γιά τά μικρά τους.
Ό Σωτήρης άνοιξε την σιδερένια πόρτα καί έκανε τον Σταυρό του. Τα καντηλάκια με το λιγοστό τους φως χρωμάτιζαν κατανυκτικά τίς εικόνες των Αγίων, την ώρα πού ό ήλιος έδυε αργά καί προσκαλούσε το βραδάκι για να σκεπάσει αυτό, τώρα, με το πέπλο του την φύση.


Το παλληκάρι προσκύνησε τίς εικόνες μιά-μιά, ξεχάστηκε για λίγο μπρος στο αναμμένο κερί καί μετά έστρεψε το βλέμμα του προς την εικόνα της Παναγίας. Στά μάτια της είδε το Απέραντο Βλέμμα της Ελπίδος των .Άπηλπισμένων καί τοϋ'δωσε παρηγοριά. Τόσο θερμή ήταν ή παρηγοριά αυτή, πού καί ή ψυχή του ακόμα πετάχθηκε άπ' τον λήθαργο της λύπης καί ξέσπασε σ' ένα ασταμάτητο κλάμα. Τα δάκρυα στα μάτια του Σωτήρη σχημάτιζαν ένα ποταμάκι που λες κι έτρεχε για να δροσίσει τα ωχρά του μάγουλα. Ύστερα, ό νέος άνοιξε ένα διπλωμένο χαρτί πού εϊχε στην τσέπη του καί άρχισε να διαβάζει αυτά πού τοΰ'χε δώσει λίγο πριν κοιμηθεί ό Γέροντας:

«Δέσποινα μου Θεοτόκε, ή έλπίς μου, ή ισχύς μου, ή θερμή μου προστασία, σκέπη καί καταφυγή μου
Εκ ψυχής συντετριμμένης. Δέσποινα άναβοών Σοι, πρόφθασαν, άντιλαβού μου, σώσον με, έκδυσωπώ Σε».

Τα μάτια του -πνιγμένα στα δάκρυα-ίκέτευαν μέσα άπ' το σκοτάδι της απελπισμένης ψυχής την Αγνή Παρθένον, ενώ τα χείλη ψέλλιζαν κι αυτά ό,τι ή καρδιά τους υπαγόρευε
. Το ποτάμι του Ελέους άρχισε να περιδιαβαίνει τα σπλάγχνα του παλληκαριοΰ καί ν' ανακουφίζει την διψασμένη ψυχή.
Μετά από λίγο, ό Σωτήρης σηκώθηκε, έσβησε το κεράκι καί τράβηξε για τον δρόμο του γυρισμού. Δεν εϊχε ακόμη νυχτώσει, όταν εκεί μπροστά στα σκαλάκια -δίπλα στο μικρό καμπαναριό- πρόσεξε μια ανθρώπινη φιγούρα. Την προσπέρασε όμως, δίχως να δώσει σημασία, αφού νόμισε ότι τον πρόδιδαν τα δακρυσμένα μάτια του. Προχώρησε για λίγο μα... σταμάτησε στο άκουσμα μιας φωνής.
- Σωτήρη. Σωτηράκη! Εγώ είμαι παιδι μου!
Ό νέος γύρισε σαστισμένος καί άντίκρυσε καθισμένον στα σκαλάκια τον Σεβασμιώτατο! Καί ήταν έτσι όπως τον εϊχε γνωρίσει στο μοναστήρι του, όταν πήγαινε στην Αίγινα. Με το ρασάκι του, το καλλιμαύχι, με τον Σταυρό στο στήθος και με το κομποσχοίνι στα χέρια του. Τα πόδια του σταυρωμένα, ή γενειάδα του πιο λευκή άπ' το χιόνι, ενώ τα μάτια του γεμάτα παρηγοριά, θάρρος κι ελπίδα.
- Μην φοβάσαι! Ό Πολυεύσπλαγχνος Κύριος καί ή Ύπεραγία Θεοτόκος
δεν σε ξεχνούν. Όπως πάντα, έτσι καί
τώρα είναι μαζί σου. Μην απελπίζεσαι!
Μόνον πίστευε! Ή πίστις είναι το πάν
παιδί μου, ή πίστις!... "Αντε, νάχεις την
ευχή μου...

Χαμογέλασε παρηγορητικά στο παλληκάρι καί το ευλόγησε από μακριά. Ό Σωτήρης έκανε να τον πλησιάσει μα δεν τον πρόλαβε. Ό Γέροντας είχε φύγει... Τότε έριξε μια ματιά στον ουρανό καί ευχαρίστησε τον Επουράνιο Πατέρα, ενώ άπ' τα χείλη του ξεγλίστρησε μια φράση: ''Σ' ευχαριστώ Θεέ μου! Σ' ευχαριστώ Άγιε''!


'Από δίπλα του πέταξε ένα σπουργιτάκι καί του ψιθύρισε κάτι στ' αυτί. Ναί: «Κύριος ποιμαίνει με καί ουδέν με ύστερήσει». Αυτό του είπε καί πέταξε ψηλά σ' ένα δέντρο, για να άναπαυθή καθώς ή βραδιά το καλούσε στην αγκαλιά της...


πηγή-''Νεανικοί Προβληματισμοί''

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Ευλογείτε και μη καταράσθε


''Ευλογείτε τους διώκοντας υμας,ευλογείτε και μη καταράσθε''(Προς Ρωμαίους Επιστολή).
ΤΟ ΡΗΜΑ ΕΥΛΟΓΩ στη χριστιανική μας παράδοση —τη βιβλική αντίληψη καί την εκκλησιαστική ευσέβεια— έχει διάφορες σημασίες, πού ό παρών χώρος δεν μας επιτρέπει να αναπτύξουμε. Εδώ σημαίνει εύχομαι, επικαλούμαι την ευλογία του Θεοϋ για κάποιον. Είναι βέβαιο ότι ό απόστολος Παύλος σε αυτή την προτροπή του έχει υπόψη του ανάλογα λόγια του Κυρίου μας (Ματθ. 5,44' Λουκ. 6,28), τα όποΐα ασφαλώς ήταν γνωστά στην πρώτη Εκκλησία από την προφορική παράδοση.
Ή αγάπη είναι το γνώρισμα μας ως χριστιανών. "Εχουμε χρέος να αγαπούμε τους πάντες. Χωρίς διακρίσεις καί χωρίς περιορισμούς. Ακόμη καί τους ίδιους τους έχθρούς μας. Αυτούς πού μας μισούν καί μας καταδιώκουν.
 "Ενας από τους τρόπους με τους οποίους οί πιστοί θα πρέπει να εκφράζουμε αυτή την αγάπη μας είναι καί ή ευλογία. Δηλαδή να ευχόμαστε για τους εχθρούς μας. Να επικαλούμαστε γι' αυτούς την ευλογία καί τη χάρη του Θεοϋ. Να παρακαλούμε τον Κύριο να τους φωτίσει καί να οδηγήσει τα βήματα τους στο δρόμο της σωτηρίας.
Ασφαλώς μια τέτοια στάση δεν είναι κάτι εύκολο καί απλό. ' Η εμπάθεια συχνά παγιδεύει την καρδιά μας καί ή επιθυμία για αντεκδίκηση πολλές φορές συνταράσσει τον εσωτερικό μας κόσμο. ' Από τα πάθη αυτά, αν δεν τα καταπολεμήσουμε έγκαιρα, παρασύρεται καί ή γλώσσα, ή οποία αρχίζει να κατακρίνει, να υβρίζει, να κακολογεί. ' Ως χριστιανοί όμως οφείλουμε να υπερνικούμε αυτές τίς αντιδράσεις του παλαιού ανθρώπου. Να ελέγχουμε τους λόγους μας καί να αναδεικνύουμε τη γλώσσα μας όργανο ευλογίας.
Ο Άγιος Αντώνιος, μεταξύ άλλων, συμβούλευε τον άββά Παμβώ: «Εγκρατής γενοϋ γλώσσης!». Κι ένας άλλος μεγάλος ασκητής, ό άββάς Σισώης, για τριάντα ολόκληρα χρόνια στην έρημο προσευχόταν καί έλεγε: «Κύριε Ίησού, σκέπασαν με από της γλώσσης μου».

«Και μη καταρασθε»


ΟΤΑΝ ΤΟ ΠΑΘΟΣ εναντίον του αλλού αφεθεί ελεύθερο καί θεριέψει μέσα μας, τότε δεν κυριεύει μόνο την καρδιά, υποτάσσει καί τη γλώσσα καί την καθίστα υποχείριο του. Καί αντί να ευλογούμε, όπως οφείλουμε, αρχίζουμε καί καταριόμαστε.Καταρώμαι σημαίνει επιθυμώ καί εύχομαι το κακό καί τη δυστυχία του αλλού. Με τη δύναμη του λόγου επικαλούμαι για το συνάνθρωπο μου ο,τι χειρότερο.  Ακόμη καί αυτό το χωρισμό του από το Θεό. Δεν πρόκειται για ένα απλό αμάρτημα της γλώσσας, αλλά για βαρύτατη αμαρτία πού φανερώνει κακότητα ψυχής, μανία άντεκδικήσεως καί όργίλο χαρακτήρα.

Παρά τη βαρύτητα καί την άποκρουστικότητά της, ή κατάρα δυστυχώς είναι φαινόμενο πολύ διαδεδομένο. Πολλοί από τους συνανθρώπους μας —περισσότερο, βέβαια, από τους άνδρες οί γυναίκες— καταριούνται με μεγάλη ευκολία. ' Ακόμη καί γονείς τα ίδια τα παιδιά τους. Καί τίς περισσότερες φορές από επιπολαιότητα καί αθυροστομία. Σέ όλους μας είναι γνωστές οί φράσεις - κατάρες: «Να μη σε βρει ό χρόνος!», «Κακιά ώρα να σ' ευρει!», «Κακό χαμπάρι να σουρθεί».
Μορφή κατάρας, καί μάλιστα βαρύτερη, είναι καί ή πολυχρησιμοποιούμενη φράση «ανάθεμα σε» καί «αναθεματισμένε» ή αυτές πού δυστυχώς ακούονται νύχτα - μέρα, ακόμη καί από μικρά παιδιά, «άι στο διάβολο!», «Να πας στο διάβολο!», «Να σε πάρει ό διάβολος!».

"Αν με τίς πρώτες επικαλούμαστε το κακό —έστω καί το βαρύτερο — για τους άλλους, αναθεματίζοντας ή διαβολοστέλνοντας κάποιον ευχόμαστε ό,τι χειρότερο: να χωριστεί ό αδελφός μας για πάντα από το Θεό καί να περιέλθει στην εξουσία του σατανά, ' Ο Χριστός μας έχυσε το αίμα Του για να ελευθερώσει «πάντας τους καταδυναστευομένους υπό του διαβόλου» (Πράξ. 10,38)• «ίνα τα τέκνα του Θεοϋ τα διεσκορπισμένα συναγάγη είς εν» (Ίω. 11,52). Κι έμεΐς ευχόμαστε για ορισμένους αδελφούς μας να χωριστούν από το Χριστό και να γίνουν λεία του σατανά! Πόσο βαριά λόγια! Τί φρικτό αμάρτημα!
Ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος,πολεμώντας την κάκιστη συνήθεια της κατάρας πού επιπόλαζε καί τότε μεταξύ των χριστιανών, σε μία ομιλία του ερωτά: «Τί λοιπόν, είναι αυτό το ανάθεμα πού λες; Δεν σημαίνει αυτός να πάει στο διάβολο, να χάσει τη δυνατότητα σωτηρίας καί να αποξενωθεί από το Χριστό; Καί ποιος είσαι συ; Αυτό είναι έργο της εξουσίας καί της μεγάλης δυνάμεως του Θεοϋ... Γιατί, λοιπόν, ανέλαβες ένα τέτοιο έργο»; Καί ό πολύς' Ιωσήφ ό Βρυέννιος σαν εξήγηση των δεινών πού έπέρχονταν κατά τα τελευταία χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας δίνει, «ότι και ημάς αυτούς και ετέρους και ανάθεματίζομεν το καθ' ήμέραν και μυρίαις άραϊς ύποβάλλομεν».

 Αναφέρεται στο Γεροντικό πώς κάποτε ό άββάς Μακάριος ό Αιγύπτιος ανέβαινε από τη Σκήτη στο ορός της Νιτρίας. "Οταν είχε σχεδόν πλησιάσει, λέει στο μαθητή του: «Προχώρα συ λίγο μπροστά». Καθώς ό μαθητής προχωρούσε, συνάντησε έναν ειδωλολάτρη ιερέα. Ό αδελφός του φώναξε καί του είπε: «"Αχ, δαίμονα, που τρέχεις»; Τότε εκείνος γύρισε καί τον χτύπησε τόσο, ώστε τον άφησε σχεδόν ήμιθανή. Λίγο παρακάτω τον συναντά ό άββάς Μακάριος καί του λέει: «Μακάρι να σωθείς! Μακάρι να σωθείς, κουρασμένε!». Εκείνος απόρησε, τον πλησίασε καί του είπε: «Τί καλό είδες σε μένα καί μου μίλησες έτσι»;  Ο γέροντας του λέει: «Επειδή σε είδα να κοπιάζεις, καί δεν γνωρίζεις ότι μάταια κοπιάζεις». Αυτός του απάντησε: «Κι εγώ με το χαιρετισμό σου συγκλονίστηκα. Καί συνειδητοποίησα ότι είσαι άνθρωπος του Θεοϋ, ενώ ένας άλλος κακός μοναχός πού με συνάντησε, με ύβρισε. Κι εγώ τον χτύπησα αλύπητα».
Ό γέροντας κατάλαβε ότι ήταν ό μαθητής του. Ό ιερεύς τότε, πέφτοντας στα πόδια του γέροντα, του έλεγε: «Δεν θα σε αφήσω, αν δεν με κάνεις μοναχό!». Στή συνέχεια καί οί δυο ήρθαν επάνω οπού ήταν ό μοναχός, τον σήκωσαν καί τον μετέφεραν στην εκκλησία του ορούς. Οί μοναχοί πού είδαν τον ειδωλολάτρη ιερέα μαζί του απόρησαν. Καί τον έκαναν μοναχό. Καί πολλοί από τους εθνικούς έγιναν εξαιτίας του χριστιανοί. "Ελεγε, λοιπόν, ό άββάς Μακάριος: «Ό λόγος ό κακός και τους καλούς ποιεί κακούς• και ό καλός λόγος καί τους κακούς ποιεί καλούς».
Αδελφοί μου,
"Ας φυλάσσουμε τη γλώσσα μας καί ας προσέχουμε τους λόγους μας. Ό καλός λόγος ωφελεί, ενώ ό κακός ζη¬μιώνει. Πάντοτε ας ευλογούμε. "Ολους. Ακόμη καί τους εχθρούς μας. Να ευλογούμε καί να μην καταριόμαστε.

πηγή-Μητρ.Συμεών Κούτσα
ΜΑΘΗΤΕΥΣΑΤΕ(Ομιλίες στους Αποστόλους)
Εκδ.''Τήνος'προσκυνητής'/

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Η ηρωίδα δασκάλα


Τριάντα χρόνια δίδασκε στην σκλαβωμένη Βόρεια Κύπρο, τριάντα χρόνια βίωνε, αυτή και οι μαθητές της, την νέα Τουρκοκρατία. Επαναλάμβανε συνεχώς τις λέξεις: κακοποίηση, βιασμοί, θάνατος. Το κράτος – εγκληματίας συνεχίζει απαράλλαχτα να χρησιμοποιεί τις ίδιες μεθόδους εξευτελισμού και αφανισμού των λαών, οι οποίοι έχουν την ατυχία να βρεθούν στο δρόμο του. 22.000 Έλληνες ζούσαν στην Καρπασία πριν από την εισβολή. 1000 αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, όταν τουρκοπατήθηκε η στενόμακρη, αγιασμένη χερσόνησος. Λιγότεροι από 300 απέμειναν σήμερα, γέροι που θέλουν «να αναπαυτούν» στην πατρώα γη.
Έμεινε και η ηρωίδα Δασκάλα με λίγους μαθητές, τους είπαν εγκλωβισμένους. Έκανε μάθημα, ενώ έξω από το σχολείο περπατούσε ο Τούρκος…«ως λέων ωρυόμενος», μοχθηρός και επικίνδυνος. Και έλεγε: «Οι μαθητές μου επιθυμούσαν πολύ την ιστορίαν. Να ακούν για ήρωες, για γεγονότα φιλοπατρίας, αυτοθυσίας, ηρωισμού». Και ακόμη: «Τους άρεσαν πολύ τα θρησκευτικά, τα Συναξάρια των αγίων μας». (Η Δασκάλα έμενε στο σχολείο από το πρωί ως το βράδυ.
Όχι γιατί ήταν υποχρεωμένη, αλλά γιατί κάποιοι μαθητές της έπρεπε να αποχωρήσουν κατά την δύση του ήλιου. Ας τα διαβάζουν αυτά κάποιοι χαραμοφάηδες συνδικαλιστές μας, που πιέζουν για μείωση του ωραρίου μας. Πολλοί «συνάδελφοι» περισσότερη ώρα στρέφουν το βλέμμα τους στο ρολόι, παρά στα πρόσωπα των μαθητών τους).
Ιστορία και Θρησκευτικά, «ψυχή και Χριστό», ήθελαν τα σκλαβωμένα «Ελληνάκια» (Ελύτης), και όχι «κείμενα πολυτροπικά, γραπτά και εικονιστικά». Μιλούσαμε σιγανά, αθόρυβα, έλεγε η Δασκάλα του Γένους, γιατί έστηναν αυτί οι Αγαρηνοί, μην τυχόν κι ακουστούν επικίνδυνα πράγματα (Εθνικός Ύμνος, προσευχές, ήρωες). Μα αυτό είναι περιγραφή «Κρυφού Σχολειού»!!
Την μακρά περίοδο της Τουρκοκρατίας έτσι διασώθηκε το Γένος, με θρησκευτικά και ιστορία. Τρεφόταν η ψυχή του σκλάβου με την Ορθόδοξη πίστη και τις εθνικές μνήμες, η φωνή των νεκρών ηρώων τον κανοναρχούσε, και άκουσε την «άγια μέρα», το «Χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά». «Δεν μαθαίναμε τίποτε από τον έξω κόσμο ή από την πατρίδα», λέει η Ελένη Φωκά, «ούτε τα βιβλία άφηναν να φτάσουν στα χέρια μας».
Έτσι γινόταν και την περίοδο της αιχμαλωσίας. Αν δεν κατασκοτώνονταν κάποιοι πάμφτωχοι και απλοί παπάδες και καλόγεροι, φωτισμένοι από «του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία», ακόμη και σήμερα οι Έλληνες θα ήταν διασκορπισμένοι…Το Γένος έμεινε αδούλωτο εν δουλεία, γιατί διατήρησαν οι ταπεινοί Δάσκαλοι του Γένους αθρυμμάτιστη την εθνική συνέχεια.

«Με το όραμα της απελευθέρωσης, ατσαλωνόταν η υπομονή, η καρτερία και οι αντοχές μας, κάτω από τις αφόρητες συνθήκες στην τουρκική σκλαβιά», μας λέει η Ελένη Φωκά. «Η ζωή που εκάναμε, μας εβοήθησε στην επανάσταση. Διότι ηξεύραμε τα κατατόπια, τους δρόμους και τους ανθρώπους. Εμάθαμε στην πείνα, την λέρα, την κακοπάθεια.
Εσυνηθήσαμε να καταφρονούμε τους Τούρκους», έλεγε ο Κολοκοτρώνης, που θα πει ότι έλαβαν συνείδηση της ελευθερίας τους, πριν την αποκτήσουν εξωτερικά.Μόνο σήμερα «εσυνηθίσαμε» να φοβόμαστε-και να επαινούμε- τους Τούρκους, διότι «οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να αντιμετωπίσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους» («Θεωρία Πολέμου», Παν. Κονδύλης, εκδ. Θεμέλιο, σελ. 411). Βαφτίζουν την ανανδρία τους σωφροσύνη, διότι, κατά την αρχαία ρήση, «το σώφρον του ανάνδρου πρόσχημα εστί».
Γιορτάζουμε σήμερα την Εθνεγερσία και τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, τα δύο «χαίρε». Αντί να φτερουγίζει η καρδιά μας σε τέτοιες επετείους, νιώθουμε, εμείς οι δάσκαλοι κυρίως, που αντιστεκόμαστε στον εξευτελισμό της ιστορίας μας, ντροπή και θυμό.
Να είμαστε 50 – 60.000 δάσκαλοι στην Ελλάδα και να μας αναγκάζει μια χούφτα άσχετων ψευτοϊστορικών να διδάσκουμε τις τσαρλατανιές και τις ιδεοληψίες τους…
Η Δασκάλα του Γένους, η Ελένη Φωκά, 30 χρόνια κρατούσε άσβηστη την φλόγα της πατρίδας στο σκλαβωμένο σχολείο της, ζωγραφίζοντας κάθε πρωί στον πίνακα την ελληνική σημαία, για να μην ξεχνούν οι μαθητές της. Τους ιστορούσε τα ηρωικά κατορθώματα των προγόνων και των αγίων μας. Πάνω σ’ αυτά τα «ριζιμιά λιθάρια» πατούσε και αντιστεκόταν. Ό,τι έκανε το Γένος στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Η Κύπρος κάποτε θα απελευθερωθεί, λέει η Ελένη Φωκά. Οι «φρόνιμοι», θα την πουν «τρελή». «Ο κόσμος μάς έλεγε τρελούς, όταν επιάσαμε τα άρματα», έλεγε ο Κολοκοτρώνης. Τέτοιοι «τρελοί» μας απελευθέρωσαν…
Τώρα, ζητά και πάλι να επιστρέψει, στην εργασία της στην κατεχόμενη Αγία Τριάδα η δασκάλα, η οποία καλεί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να τη βοηθήσει και να κινήσει τους μηχανισμούς των Ηνωμένων Εθνών, ώστε να επιστρέψει στο χωριό, στο σχολείο και στους μαθητές της.
Σε σχετική επιστολή της προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η Ελένη Φωκά τονίζει ότι θέλει να επιστρέψει στην κατεχόμενη Αγία Τριάδα, χωρίς όρους και δεσμεύσεις που απαιτούν οι Τούρκοι κατακτητές. Αξίζει να αναφερθεί ότι η κ. Φωκά ήλθε στις ελεύθερες περιοχές στις 26/5/97, μετά την επιδείνωση της υγείας της και μετά από υπόσχεση του Γλαύκου Κληρίδη ότι θα τη βοηθήσει να επιστρέψει μετά την αποθεράπευσή της.
Η δασκάλα είχε προσπαθήσει να επιστρέψει μετά τη θεραπεία της, όμως οι κατοχικές αρχές την παρεμπόδισαν με βάρβαρο τρόπο, αφού την πίεσαν να επιστρέψει με τους δικούς τους όρους. Ταυτόχρονα η κ. Φωκά παρακαλεί την κυβέρνηση να της δώσει εξηγήσεις για τους λόγους που δεν της επιτρέπεται η επιστροφή της, για τη θέση της κυβέρνησης πάνω στο θέμα αυτό και σε ποια διαβήματα προέβη από τις 26/5/97 μέχρι σήμερα για την επιστροφή της.

ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ…
Επειδή οι πραγματικές Ελληνίδες δεν έχουν για πρότυπα ούτε τις μοντέλες, ούτε τις τραγουδιάρες…
Αλλά την Μπουμπουλίνα, την Μαντώ Μαυρογένους, την Λέλα Καραγιάννη, τις Σουλιώτισσες, τις Μανιάτισσες, τις γυναίκες της Πίνδου…

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Πιστεύω στο Θεό, στην εκκλησία δεν πηγαίνω


      
«Πιστεύω στον Θεό καλύτερα από τον καθένα, αλλά στην Εκκλησία δεν πηγαίνω. Μα πώς να πάω, αφού εκείνοι που πηγαίνουν, κληρικοί και λαϊκοί, δεν είναι καλύτεροι μου;»
Θ’ απαντήσω πρόθυμα και με πολλή αγάπη στον αδελφό, που μου υπέβαλε αυτή την ερώτηση αν και φοβάμαι ότι είναι πάρα πολλοί οι ισχυριζόμενοι τα ίδια, αλλά και λυπούμαι διότι δεν θα συμφωνήσω με τους ισχυρισμούς αυτούς.
Και πρώτα-πρώτα η φράση «πιστεύω καλύτερα από τον καθένα» είναι λόγος «μέγας σφόδρα». Δεν πρέπει να την λέει κανείς για τον εαυτόν του εύκολα. Αλλά και εάν αυτό το ευχάριστο όντως συμβαίνει, τότε αποτελεί πρόσθετο λόγο, για να μην απέχει κανείς από την Εκκλησία.
Στην Ορθοδοξία ζούμε και λατρεύουμε το Θεό όχι ατομικά, αλλά εκκλησιαστικά. «Συν πάσι τοις αγίοις». Γι’ αυτό και όσο πιό πολύ αγαπά κανείς το Θεό, τόσο και περισσότερο αγαπά να εκκλησιάζεται και να μετέχει στις λατρευτικές συνάξεις. Δεν υπάρχει άγιος που να μην λαχταρούσε για τον Οίκο του Θεού. Ο Δαυίδ, καίτοι βασιλεύς, έλιωνε κυριολεκτικά από τον ιερό πόθο: «ως αγαπητά τα σκηνώματα σου Κύριε των δυνάμεων, επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου» έλεγε (Ψαλμ. 83). Ο δε Κύριος Ιησούς Χριστός, ως άνθρωπος, δεν παρέλειπε ποτέ να παρευρίσκεται στην δημόσια λατρεία του Ισραήλ το ίδιο και οι Απόστολοι, εφαρμόζοντες ρητή εντολή του Θεού «Εν Εκκλησίας ευλογείτε τον Θεόν».
Είναι γεγονός ότι η πίστη, η ευλάβεια και ο πόθος του Θεού δεν κρύβονται, αλλά διά της εξωτερικής λατρείας φανερώνονται και ενισχύονται. Η πίστη η χριστιανική δεν είναι μια ιδέα, που την έχει κανείς καταχωνιασμένη μέσα του, αλλά μια ζωή, που σφύζει και ενεργοποιεί τον όλον άνθρωπο. Δεν έχουμε πιστές ιδέες, αλλά πιστούς ανθρώπους, που βιώνουν την πίστη τους μαζί με τους άλλους. Άλλωστε σε καιρό ελευθερίας γιατί να είναι κανείς κρυπτοχριστιανός 
Ο Αγ. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος ερωτά: «Συ πίστιν έχεις; δείξον μοι την πίστιν σου εκ των έργων σου (Ιάκ. Β’ 18). Και εμείς λέμε: «δείξον μοι την πίστιν σου εκ… του εκκλησιασμού σου». Διότι εμείς οι Ορθόδοξοι όταν συνερχώμεθα «εν εκκλησίαις» ομολογούμε και διακηρύττουμε ακριβώς αυτή την πίστη μας, που μας σώζει. Συνειδητοποιούμε συγκλονιστικά το γεγονός ότι εμείς αποτελούμε την Εκκλησία, δηλ. το θεανθρώπινο σώμα του Χριστού και βιώνουμε την μυστική, αλλά πραγματική ένωσή μας μ’ Εκείνον. Αυτός δεν είπε: «ου εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών»; (Ματθ. ΙΗ’ 20).
Οι πιστοί, μετέχοντες στην Θ. Λειτουργία της Εκκλησίας δεν είναι πλέον μόνοι και διασπασμένοι, αλλά ενωμένοι οργανικά σ’ ένα σώμα. Κι αυτή η ενότητα είναι η μεγάλη δύναμη της Εκκλησίας, έναντι όλων των δυνάμεων του σκότους. «Σπουδάζετε ουν πυκνότερον συνέρχεσθαι εις ευχαριστίαν Θεού και δόξαν. Όταν γάρ πυκνώς επί το αυτό γίνεσθε καθαιρούνται αι δυνάμεις του Σατανά και λύεται ο όλεθρος αυτού…» (Αγ. Ιγνάτιος)
Στην ευχαριστιακή σύναξη (Θ. Λειτουργία) όλοι μαζί «εν ενί στόματι και μια καρδία» δοξάζουμε και ευχαριστούμε τον Ευεργέτη μας Θεό, πανηγυρίζουμε την Ανάσταση του Χριστού, προγευόμεθα εσχατολογικά τον ερχομό Του (Α’ Κορ. ΙΑ’ 26) και την μέλλουσα βασιλεία Του, τρώγοντες και πίνοντες από το Κοινό Ποτήριο, το σώμα και το αίμα Του. «Στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, καθώς ο Χριστός ανακλίνεται στους άρτους της προθέσεως, καθώς διδάσκει μέσα από τις σελίδες του Ευαγγελίου, καθώς σταυρώνεται πάνω στην αγία Τράπεζα και ανασταίνεται μέσα στο δισκοπότηρο, μπαίνουμε στο χρόνο του Θεού και η ψυχή μας αναγαλλιάζει, διότι νοιώθει να χορταίνει αιωνιότητα».
Στην Θ. Λειτουργία του Μ. Βασιλείου παρακαλούμε: «ημάς δε πάντας τους εκ του ενός άρτου και του ποτηριού μετέχοντας ενώσαις αλλήλοις εις ενός Πνεύματος Αγίου κοινωνίαν». Κατά τον Εκκλησιασμό των Χριστιανών πραγματοποιούνται αισθητά και οι μεγάλες υποσχέσεις του Χριστού προς τους πιστούς ότι εισακούει καλύτερα τις προσευχές τους (Ματθ. ΙΗ’ 19) και ότι αυτός μας αναπαύει από τον κόπο και μόχθο της ζωής (Ματθ, ΙΑ’ 28).
«Καμιά Κυριακή δεν μπορεί να’ ναι συννεφιασμένη εφ’ όσον αρχίζει με την Θεία Λειτουργία». (Ν. Πεντζίκης).
Οι Εκκλησίες είναι τα λιμάνια του Θεού μέσα στον φουρτουνιασμένο κόσμο μας. Ωραιότατη είναι η παρομοίωση του Αγ. Χρυσοστόμου «καθάπερ λιμένας εν πελάγει, ούτω τας Εκκλησίας έπηξεν ο Θεός, ίνα από της ζάλης των βιοτικών θορύβων ενταύθα καταφεύγοντες, γαλήνης μεγίστης απολαύωμεν».
Ας έλθουμε όμως και στο δεύτερο ισχυρισμό πολλών, ότι αυτοί που εκκλησιάζονται δεν είναι καλύτεροι από τους άλλους. Και αυτός ο ισχυρισμός δεν δικαιολογεί την αποχή μας από την Εκκλησία, για τους εξής λόγους: α) Εμείς δεν γνωρίζουμε, αλλ’ ο Θεός, ποιοί είναι οι πραγματικά καλοί και ποιοί οι πραγματικά κακοί. Εμείς στην κρίσι μας συνήθως σφάλλουμε. Δεν πρέπει λοιπόν να κρίνουμε, β) Ρωτάται: εάν ήσαν καλύτεροι οι εκκλησιαζόμενοι δεν θα υπήρχε πρόβλημα; Μήπως θα βρίσκαμε τότε άλλη πρόφαση; γ) Η αξία της Εκκλησίας δεν έγκειται στο ποιόν αυτών που συμμετέχουν στις συνάξεις -κληρικών και λαϊκών- αλλά στις δυνατότητες που παρέχει να μεταμορφωθεί ο άνθρωπος και χρησιμοποιώντας τις ευκαιρίες αυτές να υποστεί την «καλήν αλλοίωσιν». Αλλά φαίνεται πως τις δυνατότητες αυτές δεν τις χρησιμοποιούν όλοι. δ) Η Εκκλησία στην ανθρώπινη πλευρά της έχει και μέλη που νοσούν. Αυτά όμως τα μέλη δεν τα αποβάλλει, εξ αγάπης, έως ότου θεραπευθούν. Γι’ αυτό όλοι έχουμε τη θέση μας στην Εκκλησία, επειδή όλοι νοσούμε, ε) Λες ότι αυτοί που συχνάζουν στην Εκκλησία δεν είναι καλύτεροι από τους άλλους. Σκέψου όμως πόσο χειρότεροι θα ήταν αν είχαν διακόψει κάθε δεσμό με την Εκκλησία;
Ο κατά Κυριακή ή εορτή εκκλησιασμός μας, δίνει μία άλλη διάσταση στη ζωή. Μας θυμίζει ότι δεν είμαστε μόνον παραγωγικές μηχανές, μόνον ύλη, αλλά έχουμε μία άλλη καταγωγή και ένα θείο προορισμό. Μας καταξιώνει σαν ανθρώπους και σαν Χριστιανούς. Σπάει τη ρουτίνα της εβδομάδος και δίνει στη ζωή γιορτινό χρώμα. «Όταν ο άνθρωπος δεν έχει εορτές, η ψυχή του δεν εξαγιάζεται και η ζωή του καταντάει μία τόσο γκριζωπή καθημερινότητα, που σου έρχεται να ουρλιάζεις» (π. Α. Ντούτκο)
Σε μια εποχή που απειλούν να μας αφανίσουν τα παντός είδους «ραδιενεργά νέφη» δεν μας συμφέρει ν’ αποκοπτώμεθα από τον «ομφάλιο λώρο» της υπάρξεώς μας, που είναι η Μάννα μας Εκκλησία.
 (Αρχ. Α. Καραματζάνη, “Οι Πατέρες και τα προβλήματα της ζωής μας”, εκδ. Ι. Μ. Αγ. Αθανασίου Κολινδρού, 1988)

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Την πολύ συγκινημένη ηθοποιό Sharon Stone δέχθηκε ο Πατριάρχης Γεωργίας

Το Ορθόδοξο Πατριαρχείο της Γεωργίας επισκέφθηκε η ηθοπoιός Sharon Stone και την Κυριακή 5 Ιουνίου ο πατριάρχης Γεωργίας Ηλίας ο 2ος την δέχτηκε στην πατριαρχική έδρα.
Η Σάρον Στόουν είχε την ευκαιρία να ακούσει κάποιες μουσικές συνθέσεις του γεωργιανού πατριάρχη και να θαυμάσει ορθόδοξες εικόνες.Επίσης ο πατριάρχης συζήτησε για πολλή ώρα με τη γνωστή ηθοποιό.Μετά ακολούθησε μια βόλτα στυς χειμερινούς κήπους.Στο τέλος της συνάντησης ο Πατριάρχης Ηλίας ο 2ος της δώρησε μια εικόνα της Παναγίας.
Κατά τη διαρκεια της συνάντησης ο φακός συνέλαβε πολλές φορές την διάσημη ηθοποιό να κλαίει.
Θυμίζουμε ότι το 2011 η Σάρον Στοούν υπέστη μια αιμορραγία στον εγκέφαλο η οποία λίγο έλειψε να αποβεί μοιραία.Όπως δήλωσε έπειτα, είδε το θάνατο κατάματα,ενώ όλην αυτήν την περίοδο έβλεπε ένα άσπρο φως.
ΠΗΓΗ  - Μετάφραση www.orthodoxigynaika.blogspot.com

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Είναι θράσος να ζητάς από το παιδί χαρίσματα που εσύ δεν έχεις αποκτήσει...


Ο σημερινός τρόπος ζωής, αδυσώπητος στους ρυθ­μούς και την εξέλιξη του, αδιαφορεί για τις πληγές πού επιφέρει στο κοινωνικό σώμα. Από τη διαδικασία αυτή δε μπορούσε να γλυτώσει ό γάμος γενικότερα, ή οικογένεια ειδικότερα. Πληγές, πολλές φορές ανε­πανόρθωτες, δημιουργούνται στους θεμέλιους λίθους του ιερού αύτού οικοδομήματος. Έτσι ή οικογένεια έγινε γραφείο συμφω­νιών καί ωραρίων, δικαιωμάτων και απαιτήσεων. Χώρος αντιπα­λότητας καί δοκιμασίας νεύρων με συνέπειες ολέθριες. Ωστόσο , το πρόβλημα δεν είναι ό σημερινός αγχώδης τρόπος ζωής. Το μυστικό του προβλήματος κρύβεται στη μεγάλη αδυναμία μας να αγαπήσουμε το Θεό. Ή σωστική καί θεραπευτική επέμβαση απο­δεικνύει πώς το κακό ξεκινά από μας. Υποφέρουμε καί μεΐς καί τα παιδιά μας επειδή αφήσαμε την ψυχή μας να λιμοκτονήσει στην έρημο των παθών. Καί να λοιπόν. Θεσμοί πού κράτησαν αιώνες, πού νίκησαν άγαρηνούς καί απίστους, πού άντεξαν τον ξεριζωμό καί την προ­σφυγιά, πού φτιάξανε από τη στάχτη πατρίδες, ήρθε ώρα πού πα­ρέδωσαν γη καί ύδωρ αφήνοντας το πυρ της οικογενειακής εστίας, αν όχι να σβήσει, πάντως να χάσει το φως καί τη ζεστα­σιά του. Όταν συνειδητοποιείς το πρόβλημα,δε φτάνει. Χρειά­ζεται βαθειά τομή στη ζωή μας για να αποβάλουμε καθετί πού μας εμποδίζει να χαρούμε την οίκογενειακή θαλπωρή. Σ' αυτή την κα­τάσταση φτάσαμε επειδή πολλές φορές πνίξαμε τη συνείδηση μας σε αβαρίες κάποιας έπίζηλης καριέρας. Επειδή σπαταλήσα­με ώρες καί μέρες για όμορφα σπίτια καί κτήματα, πού σαν κληρονομιά θ' αφήσουμε στα παιδιά μας, αδιαφορώντας για την αθά­νατη ψυχή τους. Επειδή στο όνομα μιας επικοινωνιακής πολι­τικής δικής μας έπινοήσεως, γίναμε «φίλοι» με τα παιδιά μας, αγνοώντας την ιερή σχέση γονέων καί παιδιών. Αφού λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, γιατί αλήθεια μένουμε  έκθαμβοι στα εξωφρενικά καμώματα των παιδιών μας; Οί γονείς  γίνονται οι πρώτες εικόνες παραδείγματος καί μίμησης των παιδιών. Ή ζωή τους, ή συμπεριφορά τους, ό λόγος τους, ακόμη καί οί κινήσεις πού χρησιμοποιούν, γίνονται πρότυπα ζωής για τα | παιδιά. Κι αν οί γονείς δεν έχουν αποκτήσει κάποια εμπειρία πνευματικής ζωής, είναι τουλάχιστον ανακόλουθο να ζητούν συ­νέπεια βίου από τα παιδιά τους. Είναι θράσος, λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας, να ζητάς για το παιδί σου χαρίσματα πού εσύ ακόμη δεν έχεις αποκτήσει... Πρέπει δηλαδή ο ρόλος των γονέ­ων να είναι σαν το ρόλο των ιατρών. Οί ιατροί έχουν ανοσία στις ασθένειες καί έτσι μπορούν να θεραπεύουν. Το ίδιο πρέπει να συμβαίνει καί με τους γονείς. Τουλάχιστον, να ξεκινήσουν καί οί ίδιοι στον εαυτό τους μαθήματα πνευματικής αγωγής. Τότε θα διακρίνουν τις «ασθένειες» των παιδιών, με γνώμονα την ορθό­δοξη ζωή. Αυτό αποτελεί βασικό στοιχείο στη διαπαιδαγώγηση. Κι αν, παρ' όλ' αυτά, τα αποτελέσματα δεν είναι τα αναμενό­μενα, ας μην απογοητευόμαστε. Στούς γονείς μένει ή σπορά. Όμως το να αυξηθούν τα στάχυα καί να δέσουν ώριμο καρπό, δεν οφείλεται μόνο σ' αυτούς, αλλά στον καιρό, το χώμα, τη βροχή. Ό κόπος ωστόσο δεν πάει ποτέ χαμένος. "Ας θυμηθούμε, πώς ό Σπορέας τής παραβολής δε φείδεται του κόπου παρ' ότι γνωρί­ζει ότι μόνο το ελάχιστο του καρπού θα έπιανε τόπο. Κι όμως δεν το έκανε. Για να μη δώσει το δικαίωμα - λέγουν οί πατέρες - στην έρημο ή στον πατημένο δρόμο να πεί: Εμείς δεν ε'ίχαμε τη διά­θεση, αλλά ούτε καί συ μας έδωσες μια ευκαιρία. "Ας μην κλαίμε λοιπόν τους κόπους. Εμείς ας σπείρουμε έντι­μα, κι ας θερίσει ό Θεός.           
Του Άρχιμανδρίτου ΕΦΡΑΙΜ ΠΑΝΑΟΥΣΗ/orthodoxigynaika

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Ο Χριστός με σκουλαρίκι σε εικόνα...

Στον νότιο τοίχο* υπάρχει η μεγάλη τοιχογραφία της Παναγίας της Αρακιώτισσας, όπου άγγελοι δεόμενοι στα δεξιά και στα αριτερά της με συγκλονισμό κρατούν τα σύμβολα του πάθους, τον Σταυρό, τον σπόγγο και τη λόγχη. Πρόκειται για πρώιμη απεικόνιση της Παναγίας του Πάθους.
Η Παναγία είναι θλιμμένη και στην κεφαλή φορά ένα βαθύ κόκκινο μαφόριο, το οποίο φτάνει μέχρι τα πόδια. Πίσω από τη Θεοτόκο υπάρχει ένας μεγαλοπρεπής θρόνος με πολλές επιγραφές και προσευχές γραμμένες στους τοίχους.
Τα χρώματα είναι σκούρα, ενώ τα αμυγδαλόσχημα μάτια της είναι τόσο γραμμικά και επιτηδευμένα που η ματιά της Θεοτόκου ενώνεται με τη ματιά του βρέφους Ιησού. Φαίνεται δηλαδή να μη βλέπει εμάς, αλλά να συνομιλεί, ως εκπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους, με το βρέφος Ιησού.
Σε αυτή τη βαθυστόχαστη συνομιλία των χρωμάτων και των κινήσεων, υπάρχει και μια λεπτομέρεια που προσδίδει γραφικότητα. Αν προσέξουμε καλά τον Ιησού θα δούμε ότι στο αφτί Του φοράει ένα σκουλαρίκι. Το ίδιο κόσμημα βλέπουμε και στην τοιχογραφία που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την Παναγία, όπου ο Ιησούς αγκαλιάζεται «χερσί πρεσβυτικαίς» από τον Συμεών. Το σκουλαρίκι στο Βυζάντιο ονομαζόταν σχολαρίκιον και το φορούσαν οι μαθητές της Στρατιωτικής Σχολής Κωνσταντινουπόλεως για να διακρίνονται, αφού προορίζονταν για μέλη της αυτοκρατορικής φρουράς. Επειδή ονομάζονταν σχολάριοι, τα ενώτια που έφεραν ως διακριτικό τους γνώρισμα ονομάστηκαν σχολαρίκια. Έτσι, από το σχολάριον φτάσαμε στο σημερινό σκουλαρίκι.
Τώρα, γιατί να φορεί σκουλαρίκι ο Χριστός; Διότι είναι ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού και το μοναχοπαίδι της Παναγίας. Κι αυτό παραπέμπει σ' ένα πολύ παλιό έθιμο. Θυμάμαι τη γιαγιά μου τη Μυροφόρα που έζησε 97 χρόνια, που μου έλεγε ότι όταν ήταν νέα στο χωριό της, την Κάτω Ζώδεια, οι πλούσιες οικογένειες είχαν το έθος να βάζουν χρυσό σκουλαρίκι στο δεξί αφτί του μοναχογυιού τους. Όταν το παιδί μεγάλωνε και παντρευόταν του έβγαζαν το σκουλαρίκι και του έλεγαν: «Γυιε μου, τώρα εσύ θα πάρεις γυναίκα με σκουλαρίκι, δεν θα φοράς σκουλαρίκι.»
Όταν τη ρώτησα «γιατί έβαζαν σκουλαρίκι στον μοναχογυιό, γιαγιά;», μου έδωσε μια άκρως παιδαγωγική απάντηση: «Του έβαζαν σκουλαρίκι διότι δεν είχε άλλα αδέλφια για να ξεχωρίζει μέσα στο χωριό και έτσι να τον προσέχουμε, να τον φροντίζουμε, να μην τον πληγώνουμε και να τον αγαπούμε περισσότερο. Είχε ανάγκη από ειδική σημασία, αφού δεν είχε αδέλφια και αδελφές για να του τη δώσουν. Κι όταν έβρισκε σημασία και αγάπη από τη γυναίκα του όταν παντρευόταν, έβγαζε το σκουλαρίκι.»

Θυμάμαι, σε μια επίσκεψή μου στο Γυμνάσιο Κάτω Πύργου, μοίραζα στα παιδιά της Γ' Λυκείου την εικόνα της Παναγίας της Αρακιώτισσας. Οπόταν, ένα παιδί μου λέει χαμηλόφωνα: «Πάτερ, είναι αμαρτία να φορείς σκουλαρίκι; Θυμώνει η καθηγήτρια και λέει ότι είναι αμαρτία.» Του λέω: «Γυιε μου, αφού και ο Χριστός, ο Θεός, που τώρα σου έδωσα, φορεί σκουλαρίκι.» «Μα πού πάτερ;» μου λέει το παιδί. «Κοίταξε την εικόνα καλά» του απαντώ. Τότε αυτός βγάζει μια φωνή θριαμβευτική: «Κυρία και ο Χριστός φόρεσε σκουλαρίκι.» Του λέω: «Θες να μάθεις και γιατί;» Και αφού του είπα την ιστορία της γιαγιάς Μυροφόρας, στο τέλος του λέω: «Εάν και εσύ γυιε μου έχεις ανάγκη από ειδική σημασία, από περισσότερη αγάπη, φόρεσε σκουλαρίκι. Εάν όμως έχεις αυτή την αγάπη από τους συμμαθητές σου, από το περιβάλλον σου και την οικογένειά σου είναι περιττό.»
Βλέπουμε λοιπόν ότι και οι χαριτωμένες λεπτομέρειες έχουν τη δική τους ιστορία στη λαϊκή παράδοση και στη θεολογία.


Πηγή: Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος, Ιερά Μονή Παναγίας του Άρακα, εκδ. «Θεομόρφου», σ. 23-27

Σημείωση: Το απόσπασμα αναφέρεται στην Ι.Μ. Παναγίας του Άρακα που βρίσκεται στο χωριό Λαγουδερά της επαρχίας Λευκωσίας. Οι τοιχογραφίες χρονολογούνται στο 1192.

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

Η νοσταλγία της ευγένειας

Πώς τόσο αιφνιδίως χάθηκε η ευγένεια τριγύρω και αναμεταξύ μας; Μα, πού πήγε η αιδημοσύνη; Την τρομερή αλλαγή πιστοποιούμε ακόμα κι εμείς οι για την ώρα κάπως νεότεροι, εμείς που δεν γνωρίσαμε παρά μόνον ορισμένες ύστατες εκδηλώσεις της: την τήρηση κάποιων προσχημάτων, το παλιό καλό τακτ, την ακρίβεια στα ραντεβού, τον πληθυντικό αριθμό, την αυτονόητη παραχώρηση θέσης, τις ώρες κοινής ησυ­χίας, έννοιες όπως κοσμιότητα και κομψότη­τα, τις μικρές επισημότητες και τα ανώδυνα εθιμικά πρωτόκολλα, την αναμονή και την πρόποση στο τραπέζι, τις φιλόφρονες συ­στάσεις, το κράτημα της θύρας τη σεμνολογία και τη χαμηλοφωνία, την υπομονή στον διάλογο και παντού, την τάξη στη σχολική αίθουσα, την ευπρέπεια στους δημόσιους χώρους, τη μειλίχια οδήγηση, την ιπποσύνη προς τις γυναίκες -και όχι μόνο—, την χείρα βοηθείας, τον εξυπηρετικό μπάρμαν, το «από καλή οικογένεια», το «με συγχωρείτε», το «ευχαριστώ», το «παρακαλώ» και το «με τις υγείες σας», το καλωσόρισμα και την κατευόδωση, το «χαίρετε» στο ασανσέρ, το α­γουροξυπνημένο χαμόγελο, την ερυθρίαση, την αμηχανία, τον ξερόβηχα.
Κανείς δεν διανοείται να ισχυριστεί ότι «παλιά» οι άνθρωποι ή οι Έλληνες ήταν «κα­λοί» και ότι σήμερα «χάλασαν». Το ότι, όμως, ο μακαρισμός του παρελθόντος αποτελεί αναμφίλεκτη ιστορικο-εθνολογική σταθερά ή το ότι η ποιότητα ζωής, η ομορφιά, η χαρά, η τιμή, το νόημα είναι έννοιες μη μετρήσιμες δεν σχετικοποιεί ούτε υποβαθμίζει κατ' α­νάγκην μια διαπίστωση που κάνει λόγο για εμφανή ποιοτική φθίση ενός είδους ή γέ­νους. Ο Unamuno, «προοδευτικός της πα­ράδοσης», παρατηρεί το 1910: «Πάντοτε υπήρχε όχλος, δεν χωράει αμφιβολία. Όμως, μου φαίνεται ότι ο όχλος άλλων καιρών ήταν πιο σεβαστικός απ’ τον σημερινό, ότι ήξερε να αγνοεί και να σέβεται εκείνους που ήξεραν περισσότε­ρα απ' αυτόν». Εξέλιξη δεν θα πει βελτίωση. [Ούτε στάση θα πει συντήρηση].Σε κάθε στερεότυπη ελεεινολόγηση σοβεί η πεποί­θηση μιας αχρείαστης μεταλλαγής, ενός επιπόλαιου αφανισμού, μιας αυτοκτονικής πτώχευσης. Ο εφησυχασμός, λοιπόν, στην αλήθεια ότι αρχαιόθεν οι πρεσβύτεροι ελεεινολογούν τους νεότερους παραβλέπει την ισότιμη αλήθεια ότι ορισμένες άξιες δεν διαρκούν αιωνίως και ότι με την ελάχιστη φροντίδα μπορούμε ν' αποτρέψουμε τη μη αναστρέψιμη στρέβλωση ή τον οριστικό χα­μό ενός πράγματος, του οποίου τη ζωτική α­νάγκη επίκειται να νοσταλγήσουμε σφόδρα αμέσως ή αργότερα, πάντως υπερβολικά αρ­γά. Κάναμε π.χ. τα περιβόλια μας πολυκατοι­κίες και σήμερα στενάζουμε που δεν υπάρ­χει πράσινο.
Φαίνεται οι κακουχίες γαλουχούσαν τα άτομα και τις κοινωνίες σ' ένα είδος ολιγάρ­κειας, επισφάλειας κι ευαλωτότητας που τρό­πον τινά εξομοίωνε ως έναν βαθμό τις τύχες κι εκδημοκράτιζε ως άλλον βαθμό τις προσ­δοκίες, έτσι που να μην αποσυνδέεται, και μάλιστα σχεδόν εντελώς, όπως στη σημερι­νή εποχή, η υπαρξιακή μας διάσταση από την κοινωνική, ο αυτοσεβασμός από τον αλ­ληλοσεβασμό, η μέριμνα για το εγώ από το ενδιαφέρον για τους άλλους.
Κι επειδή ο όρος «ευγένεια» παραπέ­μπει πρωτίστως στην κληρονομική αβρότη­τα μιας εξίσου κληρονομικής αριστοκρατίας, η οποία δεν στερείται τόσα ώστε να μην προλαβαίνει ν' ανατραφεί επισταμένως: Μο­λονότι η μόρφωση αποτελούσε στην ιστο­ρία πολυτελές κεκτημένο ή ακόμα και ιδεώδες των ολίγων, η αφελής έγνοια και η συλ­λογική απαίτηση για μια «καθωσπρέπει» πα­ρουσία αρκούσαν συχνά για ν' αντισταθμί­σουν την ανυπαρξία ή στέρησή της. Πλέον, στις μέρες μας της υποχρεωτικής πια εκπαί­δευσης και του αμελητέου αναλφαβητισμού, τα ταπεινά κοινωνικά στρώματα έχουν απο­λέσει σχεδόν εξ ολοκλήρου το φιλότιμο που ενέπνεαν άλλοτε η λιτότητα και ο κίν­δυνος, μιμούμενα την υλοφροσύνη των τα­ξικών τους εχθρών (και κρυπτο-προτύπων), υπερακοντίζοντάς τους σε ζήλο και απερισκεψία. Το ίδιο συνέβη και στη χώρα μας, το ταπεινό κοινωνικό στρώμα της Ευρώπης: ένας πάλαι ποτέ υπερήφανος λαός, μαζί με τα άλλα, έχασε με τον καιρό και οικειοθελώς την υπερηφάνεια, την ευγένεια, την αξιοπρέ­πειά του. Ίσως αμετακλήτως. Το βλέπουμε σε όλα τα επίπεδα: στους ανήθικους και ανερυθρίαστους πολιτικούς στους εγωκεντρι­κούς και άξεστους πολίτες.

Η αγένεια προδίδει, εκτός από κρετινισμό κι έλλειψη αυτοεκτίμησης,νοσούσα ανθρωπολογική και πολιτική στάση. Από τη μία, ο ανάγωγος άνθρωπος δεν αντιλαμβάνε­ται πόσο η έμπρακτη προσκόλληση στον εαυτόν του τον απομονώνει, υπονομεύοντας σε βάθος χρόνου όλα όσα ο ίδιος επιδιώκει, αφού δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή ηδονή εκεί που απουσιάζει η στοιχειώδης κοινωνι­κή αποδοχή και μετοχή. Από την άλλη, λη­σμονεί, πάνω απ' όλα, ότι η αναγνώριση της ισότητας συνιστά προϋπόθεση και της εύρυθμης και της εύμορφης διαβίωσης ότι, σε τελική ανάλυση, θερίζουμε ό,τι σπέρνου­με και ότι, με την ανοχή και τη συμβολή μας στην αναίδεια, καθιστούμε τον βίο και τον χώρο μας όλο και πιο αφιλόξενο για εμάς και τους δικούς μας. Δημιουργούμε και εγκα­θιδρύουμε, κοντολογίς, ένα περιβάλλον χω­ρίς ανθρωπιά, σέβας, ηθική και, εν τέλει, αξιο­πρέπεια («στην ηθική δεν υπάρχει τίποτε άλλο έκτος από το αίσθημα της αξιοπρέπειας» - Alain), ένα περιβάλλον μέσο- και μακροπρό­θεσμα α-βιώσιμο. Η αδιαφορία μας για τον άλλο ως πρόσωπο, αν ιδωθεί σε μαζική κλί­μακα, δεν είναι παρά η εχθρική αδιαφορία των άλλων προς το πρόσωπό μας, αφού για τους άλλους εμείς είμαστε οι άλλοι.
Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο σημερινός μέσος Έλληνας είναι αγενής. Την ίδια στιγμή, πολλά δεινά που ολοένα και δρι­μύτερα καταλογίζουμε στους άλλους έχουν τη ρίζα τους όχι μόνον στην ευγένεια που τόσο απότομα εξέλιπε αλλά και στην έλλει­ψη νοσταλγίας της. Η αλγεινή ανάμνηση μιας αξίας, όταν αυτή δεν έχει τελεσίδικα παρέλ­θει, ενδέχεται με μαγικό αλλά και ευφυή τρόπο να την αναβιώσει. Έτσι, η πάση θυσία διατήρηση, εμφύσηση, επίκληση, διάδοση ή επαναφορά των καλών τρόπων στα μικρά παιδιά, στις νέες γενιές, δεν είναι ύποπτος αναχρονισμός, αλλά ευφυής ηθική επένδυση κοσμοϊστορικής σημασίας για τον χαρακτή­ρα της προσεχούς ζωής. Οφείλουμε να έχουμε μονίμως κατά νου ότι στις οικογένει­ες και τις κοινωνίες μας δεν γεννιούνται απλώς νέοι άνθρωποι, αλλά σ' αυτές πλάθονται νέοι τύποι άνθρωπου. Κι επειδή, από μία άποψη, πάντοτε στο βάθος παραμένουμε μικρά παιδιά, ικανά να μην κατανοούμε το καλό μας, επείγει για τους μεγαλύτερους, όπου και αν βρίσκονται, η με κάθε μέσο και τρόπο διεκδίκηση της ευγένειας, εδώ που καταντήσαμε, έστω και αρχικά τυπικής ή υποκριτικής, σαν εκείνη των νεοαστών που κεραύνωνε ο L. Bloy. Είναι πολύ προτιμότε­ρη. Η μέσω συστάσεων, ήτοι προσβλητικών υπενθυμίσεων του αυτονόητου, όπως αυτή να στεκόμαστε δεξιά στις κυλιόμενες κλίμα­κες του Μετρό για να μπορούν να διέρχο­νται οι συνάνθρωποί μας. Και όλα αυτά, μπας και (ξανα)γίνουμε στοιχειωδώς «τρυφεροί ο ένας με τον άλλον, καθώς οι θλίψεις μας είναι ίδιες» (J. Swift).

Κώστας Βραχνός, συγγραφέας-ποιητής, διδάκτωρ φιλοσοφίας
alopsis

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

Το live ημερολόγιο ενός μοντέλου με καρκίνο του μαστού

Είναι μόνο 21 ετών, μοντέλο και φοιτήτρια, και μόλις πριν έναν μήνα ο γιατρός της ανακοίνωσε ότι πάσχει από καρκίνο του μαστού. Έκτοτε η νεαρή Katie Huttlestone βιντεοσκοπεί τον εαυτό της σε κάθε εξέλιξη της ασθένειας και ανεβάζει όλα τα βίντεο στο YouTube, γιατί όπως λέει θέλει να βοηθήσει και άλλες γυναίκες με το ίδιο πρόβλημα.

Ήταν τις ημέρες που τελείωνε τη διατριβή της και ετοιμαζόταν να δώσει ένα ακόμα μάθημα για να πάρει το πτυχίο της στην Αγγλική Λογοτεχνία όταν έμαθε ότι απειλείται από την επάρατη νόσο. «Έκλαψα, ήμουν σοκαρισμένη, νόμιζα ότι ονειρευόμουν» λέει η Katie, «ευχόμουν ότι κάποια στιγμή θα ξυπνήσω, όμως δε ξυπνούσα και έπρεπε να αντιμετωπίσω τη δύσκολη πραγματικότητα».

Η όμορφη κοκκινομάλλα από το Ware του Hertfordshire έκανε χθες την πρώτη της χημειοθεραπεία. Αμέσως μετά κάθισε μπροστά από την βιντεοκάμερα στο δωμάτιό της και άνοιξε την καρδιά της σε όλους τους φίλους της. Όπως είπε θα χρειαστεί να κάνει τη δύσκολη θεραπεία. Αυτό σημαίνει ότι θα χάσει τα μακριά κόκκινα μαλλιά της, μπορεί να αναγκαστεί να αφαιρέσει τον έναν ή και τους δύο μαστούς της, ενώ υπάρχει πιθανότητα να μην μπορέσει ποτέ να αποκτήσει παιδιά.

Η Katie όμως είναι αποφασισμένη να συνεχίσει να βιντεοσκοπεί τον εαυτό της μέχρι τέλους. Μάλιστα, σκοπεύει να παίρνει την κάμερα μαζί της ακόμα και στις επισκέψεις στον γιατρό, προκειμένου να ευαισθητοποιήσει τον κόσμο σχετικά με το θέμα του καρκίνου και τις επιπτώσεις του.

«Δε ξέρω τι να περιμένω» είπε σε ένα από τα πρώτα βίντεό της πριν τη χημειοθεραπεία, «θέλω μόνο να τελειώσει. Νομίζω ότι πολύς κόσμος δεν γνωρίζει την ακριβή διαδικασία της χημειοθεραπείας». Αρχική της σκέψη ήταν να φτιάξει ένα blog, όμως με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να ενημερωθεί περισσότερος κόσμος.

Αμέσως μετά την πρώτη χημειοθεραπεία η Katie διαβεβαίωσε του θεατές της ότι δεν ήταν κάτι επώδυνο. «Δεν ήταν τόσο άσχημα… είναι ανώδυνο». Η Katie έχει καρκίνο τύπου 3, είναι ο πιο σκληρός, πιο γρήγορα αναπτυσσόμενος και ο πιο δύσκολα θεραπεύσιμος. Θα πρέπει να κάνει χημειοθεραπείες για περίπου πέντε μήνες με φριχτούς πόνους και έλκη στο στόμα, πριν μπει στο χειρουργείο, ενώ μετά θα πρέπει για πέντε ολόκληρα χρόνια να παίρνει φάρμακα.
 


ΠΗΓΗ

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

Ο οργίλος και νεκρό ν'αναστήσει δεν είναι δεκτός από το Θεό



-Ο ΑΒΒΑΣ Αγάθων είπε, ότι ο οργίλος, και νεκρό αν αναστήσει, δεν εΙναι δεκτός από το Θεό.
-Ο μακάριος Ζωσιμάς έλεγε, ότι ή αρχή της συγκρατήσεως του θυμού είναι το νά ταράζεται κανείς και νά μη μιλάει. Απ’ αυτό φτάνει με τη χάρη τού Θεού, στο νά μην ταράζεται διόλου.
-Ο ίδιος έλεγε, ότι μας χρειάζεται πολλή νίψη και σύνεση για ν’ αντιμετωπίσουμε τα διάφορα τεχνάσματα τού διαβόλου. Γιατί καμιά φορά μπορεί από το τίποτα νά δημιουργήσει σε κάποιον ταραχή. » Άλλοτε πάλι φέρνει μια εύλογη πρόφαση, για νά νομίσει κανείς ότι δίκαια τάχα θύμωσε. Είναι και τούτο μία υποβολή, πού προέρχεται από το μίσος του εναντίον τού ανθρώπου. Σ’ εκείνον όμως πού ποθεί πραγματικά νά βαδίσει το δρόμο των άγίων, είναι εντελώς ανάρμοστο το νά θυμώνει μ’ οποιονδήποτε άνθρωπο, καθώς λέει και ο μέγας Μακάριος: «‘Ανάρμοστο είναι στους αδελφούς νά οργίζονται ή νά εξοργίζουν άλλον».
-Ό αββάς Υπερέχιος είπε:
Όποιος δεν κυριαρχεί στη γλώσσα του την ώρα της οργής, δεν θα (μπορέσει να) κυριαρχήσει σε κανένα πάθος του.


-Κάποιος αναχωρητής χειροτονήθηκε επίσκοπος. Αυτός, από ευλάβεια και πραότητα, δεν επιτιμούσε κανέναν, άλλ’ ανεχόταν μακρόθυμα όλων τα σφάλματα.
Ό οικονόμος του λοιπόν δεν διοικούσε καλά τα πράγματα της Εκκλησίας. Γι’ αυτό είπαν κάποιοι στον επίσκοπο:Γιατί δεν τιμωρείς τον οικονόμο σου, πού τόσο σε εκθέτει; Εκείνος όμως ανέβαλε την τιμωρία για την άλλη μέρα.Οι κατήγοροι του οικονόμου επισκέφθηκαν τον επίσκοπο και την επομένη. Μόλις λοιπόν το έμαθε αυτός, κρύφτηκε κάπου, και δεν μπορούσαν να τον βρουν.
Όταν τελικά, μετά από πολλές αναζητήσεις, τον βρήκαν, του λένε:Γιατί μας κρύφτηκες; Κι εκείνος αποκρίθηκε:Γιατί όσα κατόρθωσα σ’ εξήντα χρόνια με προσευχή στο Θεό, αυτά εσείς θέλετε να μου τα καταστρέψετε μέσα σε δυο μέρες.Καθώς φαίνεται, ο γέροντας θα είχε γίνει επίσκοπος χωρίς τη θέληση του, γι’ αυτό και φρόντιζε περισσότερο για το νόμο των αναχωρητών παρά για το καθήκον του επισκόπου.
Του αββα Ησαΐα
Αδελφέ, αν, σε οποιαδήποτε περίπτωση, σε στενοχωρήσει κάποιος, και σου παρουσιαστεί ή ανάγκη να ζητήσεις εξηγήσεις από τον αδελφό, βλέπεις όμως ότι είσαι θυμωμένος και αναστατωμένος, μην του πεις το παραμικρό, για να μην ταραχθείς περισσότερο. Μόνο όταν δεις ότι κι εσύ κι εκείνος έχετε καταλαγιάσει και ηρεμήσει, τότε μίλησε του• (και πάλι) με όλη σου την ταπεινοφροσύνη, όχι σαν να τον ελέγχεις, αλλά σαν να του θυμίζεις (απλά το σφάλμα του).
Του αββά Μάρκου
Το πάθος του θύμου στηρίζεται ιδιαίτερα και δυναμώνει και γίνεται ακατάλυτο από την υπερηφάνεια. Αν λοιπόν θέλει κανείς να γκρεμίσει και να ξεθεμελιώσει αυτό το σπίτι της ανομίας – πού χτίζει κάθε τόσο ο πονηρός μέσα στην ψυχή, συγκεντρώνοντας (και χρησιμοποιώντας) σαν πέτρες διάφορες εύλογες ή παράλογες προφάσεις, (πού δημιουργούνται) στους λογισμούς από διάφορα περιστατικά ή λόγια, και κατασκευάζοντας μ’ αυτές οικοδομή κακίας μέσα στην ψυχή – ας έχει την ταπείνωση του Κυρίου αλησμόνητη μέσα στην καρδιά του. Ας αναλογίζεται τι είναι ο Κύριος και τι έγινε για μας και από ποια φωτεινά ύψη θεότητας, πού είναι αποκαλυμμένη ανάλογα με τη δύναμη των επουράνιων ουσιών και πού τη δοξάζει στον ουρανό κάθε νοερή φύση, σε ποιο βάθος ανθρώπινης ταπεινώσεως κατέβηκε από άφατη αγαθότητα.
Λοιπόν, όποιος με πόθο και (καλή) προαίρεση διατηρεί αυτές τις σκέψεις στην καρδιά του Και δεν τις λησμονεί, δεν θα κυριευθεί από το πάθος της έχθρας Και του θυμού. Γιατί με την ταπείνωση του Χριστού, πού θα συλλογίζεται, θα διαβρωθούν τα θεμέλια του πάθους της υπερηφάνειας, οπότε ολόκληρο το οικοδόμημα της ανομίας του θυμού εύκολα Και από μόνο του γκρεμίζεται. Αλήθεια, ποια σκληρή Και πέτρινη καρδιά, αν έχει συνεχώς στο νου της το πόσο ταπεινώθηκε για μας ο Μονογενής (Υιός) του Θεού Και το πώς υπέμεινε τόσα παθήματα, πού απαρίθμησα, δεν συντρίβεται, δεν ταπεινώνεται, δεν έρχεται σε κατάνυξη, δεν γίνεται «γη και σποδός» (Γεν. 18:27. Ιώβ 42:6. Σοφ. Σειρ. 17:32), για να την πατούν όλοι οι άνθρωποι; Και όταν έτσι συντρίβεται ή ψυχή, ποιος θυμός ή έχθρα θα μπορέσει να τη νικήσει;
Νομίζω λοιπόν, πώς, αν ή λήθη, ή μητέρα των κακών, δεν διώξει από την καρδιά αυτούς τους σωτήριους Και ζωοποιούς λογισμούς, ο άνθρωπος δεν θα νικηθεί ποτέ από το θυμό.
Του αγίου Διαδόχου
Οι αγωνιζόμενοι πρέπει να διατηρούν πάντοτε ατάραχη τη διάνοια τους, για να μπορεί ο νους να διακρίνει τους λογισμούς πού περνούν άπ’ αυτόν και τους μεν καλούς, πού τους στέλνει ο Θεός, να τους αποθηκεύει στα ταμεία της μνήμης, ενώ τους κακούς και δαιμονικούς να τους πετάει έξω από τις φυσικές αποθήκες του. Γιατί και στη θάλασσα, όταν έχει γαλήνη, οι ψαράδες βλέπουν κάθε κίνηση ως το βυθό, έτσι πού δεν τους ξεφεύγει σχεδόν τίποτε από τις μετακινήσεις των περαστικών ψαριών. Όταν όμως (ή θάλασσα) ταράζεται από τους ανέμους, κρύβει με τη σκυθρωπότητα της ταραχής όσα αφήνει να φαίνονται στην ιλαρότητα της γαλήνης• και βλέπουμε τότε ανίσχυρη την τέχνη των ψαράδων. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το νου πού εντρυφά στις θείες θεωρίες, και μάλιστα όταν ταράζεται ο βυθός της ψυχής από άδικη οργή.
Του αββα Ισαάκ
Ο φανατικός άνθρωπος ποτέ δεν φτάνει στην ειρήνη του νου• και οποίος έχει αποξενωθεί από την ειρήνη, αυτός έχει αποξενωθεί κι από τη χαρά. Ή ειρήνη του νου λέγεται και είναι τέλεια (ψυχική) υγεία, ενώ ο φανατισμός είναι αντίθετος στην ειρήνη. Αυτός λοιπόν πού έχει φανατισμό, είναι βαριά άρρωστος.
Άνθρωπε, δεν είναι καλό ούτε σε συμφέρει το να θέλεις να βοηθάς άλλους βάζοντας σε μεγάλο κίνδυνο τον εαυτό σου. Ό φανατισμός δεν είναι γνώρισμα σοφίας, άλλ’ αρρώστια της ψυχής• γιατί φανερώνει στενή και περιορισμένη αντίληψη, πού οφείλεται στην πολλή άγνοια.
Αν επιθυμείς να θεραπεύσεις τους αρρώστους, μάθε πώς έχουν ανάγκη από ευσπλαχνία και φροντίδα και όχι από επιτίμηση. Γιατί λέει (ο απόστολος): «Οφείλετε υμείς οι δυνατοί τα άσθενήματα των αδυνάτων βαστάζείν» (Ρωμ. 15:1). και πάλι ο ίδιος προτρέπει να μη διορθώνουμε τον φταίχτη με οργή, αλλά με πραότητα (Γαλ. 6:1).
http://inada.gr***Αντιγραφή...

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Η ευτυχία να είσαι γονιός – Κωνσταντίνου Γανωτή.


Όταν είδε ο Θεός τον κόσμο, που δημιούργησε, είδε ότι είναι καλός και μάλιστα, όταν τον είδε μετά τη δημουργία του ανθρώπου, ο κόσμος ήταν «καλός λίαν», πολύ ωραίος. Μέσα στα «λίαν καλά» της δημιουργίας, ασφαλώς «περιλαμβάνεται» και η γονική λειτουργία των ανθρώπων. Κι επειδή η θέα του καλού κόσμου του Θεού κινεί τον άνθρωπο στη δοξολογία του Θεού, η δωρεά αυτή του Θεού στον άνθρωπο να γίνεται γονιός, είναι αιτία χαράς, ισόβιας χαράς, δηλαδή ευτυχίας.
Όπως όλες όμως οι δωρεές του Θεού, κρατούν την αλήθειά τους και κάνουν τη ζωή μας ωραία, όταν λειτουργούν μέσα στα πλαίσια του θείου νόμου, έτσι και η γενική λειτουργία μπορεί να είναι αληθινή και χαροποιός, μπορεί όμως και να διαστραφεί και να γίνει δαιμονική.
Όταν ο γονιός ζει αληθινή χριστιανική ζωή, αισθάνεται και τη δική του ευτυχία να είναι μέσα στη βασιλεία του Θεού και την ευτυχία να ανατρέφει τα τέκνα του μέσα στην χαρά και στην ευλογία του Θεού. Όσοι νέοι αποφεύγουν το γάμο, προβάλλουν το επιχείρημα της πεζότητας που έχουν οι ασχολίες των εγγάμων και ιδιαίτερα των γονέων. Βέβαια σχεδόν κανείς απ’ αυτούς δεν θυσιάζει ούτε απαξιώνει τη σεξουαλικότητα. Έτσι απομονώνουν απ’ όλη τη λειτουργία της συζυγίας την επιδερμική ηδονή και παίρνουν μόνον αυτή. Δεν μπορούν όμως να εξηγήσουν γιατί σ’ αυτές τις σχέσεις της αποκλειστικής σεξουαλικότητας, παρατηρούνται οι περισσότερες αποτυχίες, τα περισσότερα και αγριότερα δράματα. Εμείς ξέρομε ότι όλες αυτές οι δραματικές αποτυχίες οφείλονται στην έξοδο από τη δημιουργία του Θεού, στο σπάσιμο της φυσικότητας.
Η οικογένεια με το συζυγικό και γονικό λειτούργημα όχι μόνο έχει την αξιοπρέπεια και τη χαρά της αυθεντικής αλήθειας, αλλά και τον έρωτα τον καταξιώνει, τον ωριμάζει και τον συντηρεί ως τα βαθιά γεράματα. Βέβαια η περιπέτεια, στην οποία πέφτει ο άνθρωπος με το να γίνει γονιός, έχει το χαρακτήρα του μαρτυρίου• πονάει σωματικά και ψυχικά, στερείται ορισμένες απολαύσεις των μοναχικών ανθρώπων, αγωνιά, φοβάται, τελικά θυσιάζεται για την ευτυχία των παιδιών του. Η γονική ιδιότητα έχει τα στοιχεία του μαρτυρίου. Επειδή όμως η Εκκλησία μας βάζει στο ψηλότερο βάθρο τους μάρτυρες, οι γονείς έχουν και την αξία μαρτύρων αλλά και τη χαρά των μαρτύρων, αυτή τη χαρά, που είπε γι’ αυτήν ο Χριστός μας: «και την χαράν υμών, ουδείς αίρει αφ υμών».
Εκείνο που φέρνει περισσότερο πόνο από τη λειτουργία του γονιού, είναι η αποτυχία του να παίξει το ρόλο του σωστά, η διαπίστωση της ανωριμότητάς του μπροστά στα σύγχρονα προβλήματα. Όταν είναι ταπεινός όμως και ομολογεί την ανεπάρκειά του, αυτό διασώζει τη γλυκιά σχέση του γονιού με τα παιδιά του. Έτσι ο γονιός αφίνει χώρο μέσα στην οικογένειά του, ανάμεσα σ’ αυτόν και στα παιδιά του να παρουσιαστεί μυστικά ο Χριστός και να αρωματίσει την οικογενειακή ατμόσφαιρα.
Όταν ο γονιός με τη συμπεριφορά του αφίνει να φανεί στα παιδιά πως είναι ο Χριστός κι όχι πως είναι ο ίδιος, ότι δηλαδή προβάλλει το κύρος του Χριστού κι όχι το δικό του, όταν κατανοηθεί τελικά ότι ενδιαφέρεται για τα παιδιά κι όχι για τη δική του προβολή, τότε και τα παιδιά μερώνουν και ωριμάζουν και ο γονιός, άθελά του, στολίζεται με τα διάσημα της αγιότητος.
Τα παιδιά όμως είναι ελεύθεροι άνθρωποι και μπορούν να αθετήσουν και την καλύτερη αγωγή. Και τότε ο γονιός θα αντλήσει απ’ αυτό τη μεγαλύτερη δυστυχία. Όταν μου προβάλλουν αυτή τη δύσκολη αντίρρηση, απαντώ ότι σ’ αυτή τη θέση βρέθηκε και ο Θεός με την ανταρσία των αγγέλων και την παρακοή των πρωτοπλάστων. Η απάντηση του Θεού όμως ήταν ο Σταυρός του Υιού του και ο Σταυρός είναι η δόξα του Χριστού, όσο κι αν στα μάτια του κόσμου (τα κοσμικά) φαίνεται σαν ονειδισμός.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία στον κόσμο από την ευτυχία του γονιού, που βλέπει τα παιδιά του να αντιγράφουν τις αρετές του. Έτσι αισθάνεται ότι παραδίδει μία κληρονομιά όχι μόνο στα παιδιά του αλλά και σε όλη την ανθρωπότητα και για τώρα και για τους αιώνες, που έρχονται. Πάντως δεν μπορεί να ευτυχήσει ούτε η οικογένεια ούτε ο γονιός, αν δεν καλλιεργηθεί μέσα στην οικογένεια η άσκηση της ολιγάρκειας, της φιλαλληλίας, του φιλότιμου. Αυτά όλα είναι σχετικά εύκολα στην πολύτεκνη οικογένεια. Έτσι και ο πολύτεκνος γονιός, αντίθετα με την κοσμική λογική, είναι ο ευκολότερα ευτυχισμένος γονιός. Γιατί ξέροντας ότι δεν είναι επαρκείς οι δικές του δυνάμεις, καταφεύγει στην προσευχή και τότε γίνεται δυνατός.
(Εφημερίδα «Επάλξεις», τεύχος 589)
(Πηγή ηλ. κειμένου: «Αγία Ζώνη»)


12χρονο κορίτσι ζωγραφίζει τα «οράματά» του!


Είναι μόλις 12 χρόνων και ζωγραφίζει πίνακες τέτοιας τεχνικής και λεπτομέρειας που δεν συμβαδίζουν για κανέναν λόγο με την ηλικία της.
Πρόκειται για την Akiane Kramarik που ζει στις ΗΠΑ, ένα αυτοδίδακτο στη ζωγραφική κορίτσι που υποστηρίζει ότι η έμπνευσή της είναι θεόσταλτη...
Πρώτη φορά έπιασε πινέλο στα χέρια της όταν ήταν έξι ετών, όμως τα οράματα που έγιναν η έμπνευσή της είχαν ξεκινήσει από την ηλικία των τεσσάρων.
Τα θέματα των έργων της είναι κυρίως θρησκευτικά, με έντονη συναισθηματικότητα. Σε πολλούς πίνακές της έχει ζωγραφίσει τον παράδεισο, όπως τον βλέπει στα οράματά της.
Το ταλέντο του κοριτσιού, όπως και η ιστορία της, έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον των ΜΜΕ. Το τηλεοπτικό δίκτυο CNN αφιέρωσε στη 12χρονη Akiane σχετικό ρεπορτάζ.
Δείτε στο βίντεο τους ζωγραφικούς πίνακες του παιδιού- θαύματος:
ΠΗΓΗ: http://www.pentapostagma.gr/2011/06/12.html#ixzz1OUhdtMey-Αντέγραψα από...

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Ο σατανάς θέλει φασαρία μέσα στο σπίτι.( Γέροντας Πορφύριος)

Για τις σχέσεις του ανδρογύνου ;Πώς να συμπεριφέρεσαι; Τι σου έλεγε;
- Μου έλεγε πολλά .
Έλεγε, δηλαδή, ότι πρέπει να συνεννοούμαστε ,να προσευχόμαστε μαζί. Αυτό μου τόνισε πολλές φορές. Η προσευχή πρέπει να είναι κοινή. Όταν τα παιδιά μου ήταν φοιτητές, του έλεγα ότι προσεύχομαι για να περάσουν τις εξετάσεις. Μάλιστα, μια φορά, ο γιός μου, αν και ήταν καλός φοιτητής, σε κάποιες εξετάσεις δυσκολευόταν ∙ τότε μου είπε ο Γέροντας: «δε θα περάσει τις εξετάσεις». Πράγματι δεν τις πέρασε.
Και όταν ξαναπήγα, μου είπε: «Δε θα περάσει γιατί του φωνάζεις και να, ο σατανάς θέλει να κάνει φασαρία μέσα στο σπίτι και είσαι συ το όργανό του. Να μη  μιλάς».
«Να σου πω και κάτι άλλο» μου ‘λεγε. «Όταν γίνεται η προσευχή από κοινού, τότε να δεις πως γίνεται το θαύμα». Και του λέω: «Μα να πω στον άντρα μου, έλα να γονατίσουμε να κάνουμε προσευχή να περάσουν τα προβλήματα;». 

– «Σου είπα εγώ έτσι; Εγώ σου είπα να κάνετε προσευχή. Απ’ εκεί και πέρα βρέστε τα μόνοι σας».
- Το να μη φωνάζετε στα παιδιά σας το τοποθετούσε ειδικά στην περίοδο των εξετάσεων;
- Πάντα. Και για τη νηστεία και για την προσευχή και για έξω που βγαίνανε.
- Καμιά παρατήρηση.

- Όχι, όχι.
- Πες μου, κυρία Ξένια, για το θέμα του σατανά, που σας είπε ότι γίνεστε όργανό του κάποτε. Τον ερώτησες τίποτε;
-  Έλεγε ότι ο σατανάς δεν μπορεί να βλέπει τις οικογένειες να ‘ναι γαλήνιες και να περνούν καλά και σε συνεννόηση μεταξύ τους. Βρίσκει έναν απ’ όλους, έναν που να μπορεί να τον παρασύρει.
-  Έναν ευάλωτο, ας πούμε.
-  Ναι. Και σ’ αυτή την περίπτωση «εσύ είσαι», μου είπε. Και για το παιδί του έλεγα: «Αφού τον βλέπω ότι τα παρατάει και φεύγει». Μου απάντησε: «Είδες τι κάνει ο σατανάς; βάζει εσένα να κάνεις καβγά και να ευχαριστηθεί αυτός».
Ύστερα, όταν επρόκειτο να τελειώσει ο γιός μου τις σπουδές του και να πάρει το πτυχίο του, μου είπε: «Τώρα θα περάσει, τώρα θα περάσει ∙ είδες τώρα που δεν μιλάς; Τώρα θα περάσει».

gerontas.gr/Πηγή