Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ;

Είναι «ή αργή, αλλά επίμονη προσπάθεια να πραγματοποιήσουμε κάποτε την δική μας "διάβαση", το δικό μας "Πάσχα" στη νέα εν Χριστώ ζωή».


Καί πώς θα πραγματοποιήσουμε αυτήν την διάβαση; Φυσικά όχι από έξω. Άλλα εισερχόμενοι μέσα στο στάδιο των αρετών, βιώνοντες την πραγματικότητα της μετανοίας καί όχι απλώς νηστεύοντας. Όπως λένε τα τροπάρια αυτής της περιόδου, ή μετάνοια (ή θεραπευτική πνευματικά αγωγή για την αποκατάσταση στο κατά φύσιν καί το υπέρ φύσιν, εν Χριστώ) ξεκινά από μια συναίσθηση: είμαστε αμαρτωλοί, ανάξιοι για την λαμπρότητα των αγίων, αλλά όμως ελπίζουμε.

Ζσΰμε με έντονη την προσδοκία για κάθαρση, για απολύτρωση. Προσδοκούμε τον Ερχόμενο, όπως οι άνθρωποι της Παλαιάς Διαθήκης, οί άνθρωποι των υποσχέσεων καί των επαγγελιών. Όλες οί Ακολουθίες αυτής της περιόδου έχουν έντονο το χρώμα της Παλαιάς Διαθήκης: Ψαλμοί, Αναγνώσματα από τη Γένεση κι από τίς Παροιμίες του Σολομώντος, Προφητικά Αναγνώσματα από ψαλμικά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, ωδές δικαίων ανδρών καί γυναικών.

Όλα αυτά συντελούν, ώστε να μυσταγωγηθούμε στο κεφαλαιώδες γεγονός της εν Χριστώ σωτηρίας, προς το όποιο εναγωνίως άποζητσύσε να φθάσει ή ιστορία του παλαιού λάου του Θεοϋ (ιστορία αποστασίας και τιμωριών, αλλά καί ιστορία μετανοίας καί ευλογιών).


Όλα αυτά δεν είναι μία απλή ανάμνηση του παρελθόντος, αλλά ύπομνηματίζουν την ιστορία του κόσμου, την ιστορία του νέου λάου του Θεοϋ, την πορεία του καθενός από μας, πορεία θλίψεων μακράν του ζώντος Θεοϋ: Κύριε των δυνάμεων, μεθ' ημών γενοΰ, άλλον γαρ εκτός σου βοηθόν εν θλίψεσιν ουκ έχομεν...

Οι Ψαλμοί καί τα άλλα Παλαιοδιαθηκικά "Αναγνώσματα ανατέμνουν την δική μου καί την δική σας ζωή κατενώπιον του Θεοϋ. Κι αυτό έχει ανυπολόγιστη σημασία για τίς μέρες μας, οπού έχουμε εξορίσει τον Θεό από τη ζωή μας, ζούμε σαν να μην είναι Εκείνος ή ζωή μας, σαν να είμαστε αύθυπόστατοι, αυθύπαρκτοι, αυτάρκεις, πλούσιοι, αυτοτελείς.

Ή Μεγάλη Τεσσαρακοστή μας ξυπνά από αυτόν τον λήθαργο, «ίνα πλάνης ρυσθέντες του πονηρού, των Αγγέλων βοήσωμεν την ώδήν' "Αγιε, άγιε, άγιε τρισάγιε Κύριε έλέησον καί σώσον ημάς».

Μόνον έτσι μπορούμε να ομολογήσουμε το «Πιστεύω», να πούμε δηλαδή καί να ζήσουμε σε μια τέλεια εξάρτηση καί με μια απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό.

Ή Μεγάλη Τεσσαρακοστή μας οδηγεί σε ένα διαφορετικό τρόπο σχέσεως με τον Θεό, από εκείνον πού έμεϊς συνήθως έχουμε. Εμείς συνήθως προσπαθούμε να πλησιάσουμε τον Θεό ή με την σκέψη μας ή με το συναίσθημα μας. Με άλλα λόγια, προσπαθούμε να φαντασθούμε πώς περίπου είναι ό Θεός, ποιες είναι οί διαθέσεις του απέναντι μας, πού βρίσκεται ό Θεός, αν μας βλέπει, αν μας ακούει, αν μας επιβραβεύσει, αν μας βοηθεϊ. Το κέντρο είμαστε εμείς, καί ό Θεός είναι στην περιφέρεια του εγωκεντρικού μας κύκλου. Κάτι αντίστοιχο έκανε καί ό Φαρισαίος. Στάθηπε «προς εαυτόν», μας λέει το ίερό Ευαγγέλιο, στάθηκε μπροστά στον εαυτό του, καί χρησιμοποίησε τον Θεό για βραβείο της αρετής του,


Ή Αγία Γραφή, με τους ύμνους καί με τα Αναγνώσματα αυτής της περιόδου, μας παρουσιάζει τη ζωντανή σχέση των Προφητών καί των Δικαίων με τον αποκαλυπτόμενο Θεό.

Οί άγιοι αυτοί άνδρες καί οί άγιες αυτές γυναίκες δεν τοποθετούσαν τον Θεό απέναντι τους για επιβεβαίωση της αυτάρκειας τους αλλά αγωνίζονταν να τοποθετήσουν τον εαυτό τους απέναντι του Θεού με θειο φόβο, ευλάβεια, πίστη, ολοκληρωτική αγάπη καί βέβαιη ελπίδα: «Κύριε έκέκραξα προς σε, είσάκουσόν μου»».

Ό Θεός είναι ό απόλυτος καί ό μοναδικός Κύριος, όχι όπως μπορεί να Τον φαντασθεί ή να Τον νιώσει συναισθηματικά κάποιος, αλλά ό προσωπικός Θεός, ό ζηλωτής, ό άγιος, ό Θεός του Αβραάμ, ό Θεός του Μωυσή, ό Θεός των Προφητών. Ό Φαρισαϊος μπορούσε να καυχηθεί, γιατί δεν πίστευε στον ζωντανό Θεό, πίστευε στον εαυτό του. Ό Δαβίδ, όμως, καί οί άλλοι άγιοι της Παλαιάς Διαθήκης δέν μπορούσαν να καυχηθούν ενώπιον του ζώντος Θεοϋ, διότι τους ήταν γνωστός ό Θεός.


Καί απέναντι του αληθινού Θεοϋ έβλεπαν ως γήν καί σποδόν, ως σκώληκα καί έξουθένωμα τον εαυτό τους. Ό Δαβίδ ήξερε τί σημαίνει να αποστρέψει ό Θεός το πρόσωπο Του από τον άνθρωπο. Γι' αυτό έλεγε: «Μη άποστρέψης το πρόσωπον σου άπ' εμού καί όμοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον». «Μη απ-στρέψης το πρόσωπον σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι», ψάλλουμε όλοι εμείς, με μία ψυχή».

Να γιατί αγωνιζόμαστε. Για να μας προσέξει ό Θεός καί να μας λυτρώσει. Ή μετάνοια, ή νηστεία, ή προσευχή, ή ελεημοσύνη, είναι μία διαρκής σιωπηλή κραυγή προς το Λυτρωτή. Έτσι, ώστε να δεχθούμε τη Χάρη Του καί την λύτρωση, την κάθαρση καί τον αγιασμό.

Να δώσει ό Κύριος να ευοδωθούν ό αγώνας καί ό κόπος μας. Καλή Σαρακοστή.

πηγή-περιοδικό''Νεανικοί προβληματισμοί'' 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου