Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Αλύγιστη μάνα

Με αφορμή την ανάρτηση Οικογένεια στη δίνη της κρίσης αναζήτησα μετά από χρόνια στα ράφια της βιβλιοθήκης μου Τα σταφύλια της οργής του νομπελίστα συγγραφέα Τζων Στάινμπεκ. Το άνοιξα για να βρω ένα απόσπασμα και κατέληξα να το διαβάσω μονορούφι, όλη τη νύχτα, γιατί δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Είναι ένα έργο τραγικά επίκαιρο και ζωντανό, γραμμένο με ασύλληπτη μαεστρία και ρεαλισμό, με χαρακτήρες που μοιάζουν να σου μιλούν μέσα από τις πυκνογραμμένες σελίδες. Αυτή τη φορά (η πρώτη φορά που το διάβασα ήταν πριν από δέκα χρόνια και δεν είχα ακόμα παιδιά), με συγκλόνισε ο αγώνας της αρχετυπικής ηρωίδας μητέρας, που λυσσαλέα κάνει τα πάντα, μέσα στις αντιξοότητες, για να οδηγήσει την οικογένειά της ενωμένη σ΄ένα καλύτερο αύριο.

Σας παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα, στο οποίο ο Στάινμπεκ σκιαγραφεί αριστοτεχνικά το πορτραίτο της αλύγιστης –  μα και τόσο ανθρώπινης – ηρωίδας. Προσωπικά υποκλίνομαι στο μεγάλο αυτό συγγραφέα  που – μόλις μέσα σε μια σελίδα – χώρεσε τη διαδρομή μιας ανθρώπινης ζωής και την αντανάκλασή της στην προσωπικότητα της γυναίκας αυτής, που αυτόματα μέσα μου ταυτίστηκε με τη μάνα της Μικρασιατικής καταστροφής, τη μάνα της Κατοχής, τη μάνα του εμφυλίου, τη μάνα της προσφυγιάς, τημάνα σύμβολο που μένει όρθια ακόμα κι όταν όλα γύρω της έχουν γκρεμιστεί. Οι φωτογραφίες που πλαισιώνουν την ανάρτηση είναι του σπουδαίου Κώστα Μπαλάφα:
O Toμ στεκόταν και κοίταζε. Η μητέρα ήταν βαριά, μα όχι παχιά. Είχε βαρύνει απ΄ τη δουλειά κι από τις γέννες. Φορούσε μια φαρδιά ρόμπα από γκρίζο ύφασμα, που ήταν κάποτε σταμπαρισμένο με χρωματιστά λουλούδια, με το χρώμα να έχει ξεθωριάσει πια, κι έτσι τ΄ ανθουλάκια ξεχώριζαν μονάχα σαν ένα σχέδιο πιο ανοιχτόγκριζο από το σκούρο φόντο. Η ρόμπα τής ερχότανε ως τους αστραγάλους, και τα ξυπόλητα πόδια της, φαρδιά και γερά, μετακινιότανε πάνω στο πάτωμα γρήγορα και μ΄ευκινησία. Τα λεπτά της ατσαλόγκριζα μαλλιά ήταν μαζεμένα σ΄έναν αραιό κότσο που έπεφτε σαν φούντα πίσω απ΄ το κεφάλι. Δυνατά μπράτσα, όλο φακίδες, γυμνά ως τους αγκώνες, και χέρια ντελικάτα και παχουλά, ίδια τα χέρια στρουμπούλικου κοριτσιού.
Κοίταζε έξω τον ήλιο. Το γεμάτο πρόσωπό της δεν είχε τρυφερή έκφραση, είχε μια συγκρατημένη καλοσύνη. Τα φουντουκιά της μάτια φανέρωναν πως δοκίμασε όλες τις τραγωδίες της ζωής , και πως ανέβηκε σκαλί σκαλί τον πόνο και τα βάσανα, για να φτάσει σε μια υπέρτατα ήρεμη και υπεράνθρωπη κατανόηση. Φαινότανε να’χε κατανοήσει και δεχτεί τη θέση της μέσα στην οικογένεια – η ακρόπολη της οικογένειας, το άπαρτο οχυρό. Και όπως ο άντρας της και τα παιδιά της δεν έβλεπε τον κίνδυνο παρά μονάχα όπου τον έβλεπε η ίδια, συνήθιζε ν΄αρνιέται μέσα της κάθε κίνδυνο. Και όπως, όταν τύχαινε κάτι ευχάριστο, κοίταζαν να δουν αν ήταν χαρούμενη και η ίδια, πήρε τη συνήθεια να δημιουργεί χαρά και από ακατάλληλα περιστατικά.
Η ηρεμία όμως άξιζε περισσότερο από τη χαρά. Η αταραξία εξαρτιόταν από κείνη. Και από την υπέροχη και ταπεινή της θέση μέσα στην οικογένεια είχε αντλήσει αξιοπρέπεια και μια ήρεμη ολοκάθαρη ομορφιά. Σα θεράπαινα που ήταν, τα χέρια της απόχτησαν μια σίγουρη και ψύχραιμη ηρεμία’ και, σα διαιτητής που ήταν, είχε γίνει μια ύπαρξη απόμακρη κι αλάθευτη σε κρίση, όπως μια θεότητα. Φαινόταν να’χει τη συναίσθηση πωςαν εκείνη λύγιζε, θα κλονιζόταν η οικογένεια, και πώς, αν έχανε πραγματικά την πεποίθησή της ή αν απελπιζότανε, η οικογένεια θα διαλυόταν.
Πηγή αποσπάσματος: Τζων Στάινμπεκ, Τα σταφύλια της οργής, σε μετάφραση Κοσμά Πολίτη, εκδόσεις Γράμματα. Δείτε εδώ τη δικτυακή πύλη με κάθε είδους πληροφορίες για το κλασικό αυτό έργο  και  εδώ  ένα πορτραίτο του μεγάλου συγγραφέα όπως τον παρουσιάζει ο γιος του Τομ, που περιγράφει πώς ο πατέρας του έβρισκε χρόνο για να γράφει με πάθος και πώς τον άγγιζαν βαθιά τα βάσανα και οι ευαισθησίες των ανθρώπων. Ακόμα εδώ δείτε πώς περιγράφει ο Κώστας Μπαλάφας τη σχέση του με τη φωτογραφία και τη ζωή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου