Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ

ΣΤΕΛΙΟΥ ΣΙΙΕΡΑΝΤΣΑ: Κασσιανή


Κύριε, τα κρίματά μου ξέρω, είναι πολλά, Μα ως τόσο εγώ, πριν σ' ενταφιάσουν, Θεέ μου, πήρα.


πήρα και σούφερα το δάκρυο που κυλά και της λατρείας μου ήλιοστάλαχτα τα μύρα.


Το ξέρω αλίμονο, με ζώνει σκοτεινή μια νύχτα κι' έμειν' ή ζωή μου άχαρη, άδεια. Ακολασίας με σέρνει ό οίστρος και πονεί, πονεί ή ψυχή μου μες στ' άφέγγαρα σκοτάδια.


Σύ, πού άπ' το πέλαο τα νερό κι άπ' τις αύγές τις δροσοστάλες ανυψώνεις (σύννεφά σου, δέξου μου, δέξου των δακρύων τις πηγές και της καρδιάς μου το αναστέναγμα άφηγκράσου.


Γονατιστή θα σου γεμίσω με φιλιά


τ' άχραντα πόδια, ή συντριβή μου εϊνε μεγάλη,


και με της κεφαλής μου πάλι τα μαλλιά


ή αμαρτωλή θα σ' τα σκουπίσω άγάλι-άγάλι.


Τα πόδια σου, όταν ή Εύα τ' άκουσεν αργά στη σιγαλιά ν' άντιχτυπούν του Παραδείσου, σαν ξαφνιασμένο ελάφι, κρύφτηκε γοργά, μην άντικρύση, Βασιληά μου, τη μορφή αού.


Τα κρίματά μου, Ψυχοσωστη, εϊνε πολλά κι' άδηλη ή κρίση σου, βαθιά. Τάχα ποια νάναι; Ταπεινωμένη όμως στα δάκρυα τα θολά, σώσε με, κι' άμετρη συμπόνια κι' έλεος κάνε!

Ή απόδοση του Σπεράντζα είναι επηρεασμένη άπ' εκείνη του Κ. Παλαμά (βλ. κατωτέρω). Ή ομοιότητα δεν περιορίζεται μόνο σε λέξεις, όπως «Κύριε», «κρίματά», «ζώνει», «σέρνει» κ.λπ., άλλ' επεκτείνεται και σε φράσεις, όπως:

Παλ.: «οίστρος με σέρνει ακολασίας» Σπερ.: «ακολασίας με δέρνει οίστρος» Παλ.: «Έσΰ πού άπ' τα πέλαα τα νερά...». Σπερ.: «Σύ που άπ' το πέλαο τα νερά...». Παλ.: «Τάκουοε ...ν' άντιχτυπάνε...». Σπερ.: «Τάκουσεν ...ν' άντιχτυποϋν...». Ό ποιητής προσπάθησε να αποδώσει όλα τα νοήματα του πρωτοτύπου. Ή εξωτερική όμως μορφή της ερμηνείας αδικεί πολλές φορές το ποίημα.

ΑΘ. ΚΥΡΙΑΖΗ: Το τροπάρι της Κασσιανής


Κύριε, ή γυναίκα σ' αμαρτίες πολλές όπού ειχα περιπέσει
τώρα, τη θεότη Σου πού νοιώθω, μιας μυροφόρας πήρα θέση. Και με το σπαραγμό, το θρήνο, την πλάση όλη ξυ-




πνόντας γύρα, Σοϋ φέρνω, Κύριε, πριν σε θάψουν, ή πόρνη εγώ, τα


εντάφια μύρα!


Κι' ώϊμέ! Μια νύχτα είναι για μένα μουγγή, βαθειά,


χωρίς φεγγάρι.


Οίστρος ακολασίας! ό έρως της αμαρτίας! Μα κάμε


χάρη"


Και δέξου των δακρύων τις βρύσες, πηγές που ό πόνος μου τις τρέφει,


Σύ, πού άπ' τη θάλασσα ανεβάζεις και το νερό ψηλά


σε νέφη.


Γείρε εδώ πάνω στης καρδιάς μου τους στεναγμούς,


πού Σέ καλούνε,


Σύ, πού έκλεινες στη γη τα Ουράνια και σάρκα πήραν και μιλούνε.


Κι' άσε με τ' άχραντα Σου πόδια να τα γεμίσω άπ'


τα φιλιά μου.


Να τα σφουγγίσω εγώ και πάλι, τα πόδια αυτά, με τα


μαλλιά μου.


Πού στον Παράδεισο ένα δείλι ξάφνιασε, αχός, το


πέρασμα τους


το αυτί της Εύας κι' άπ' το φόβο, πουλάκι κρύφτηκε


στους βάτους.


Τις αμαρτίες μου ποιος —το πλήθος— Κύριε, μπορεί


να τις μέτρηση;


Ποιος θα εξιχνίαση, Ψυχοσωστη, την άβυσσο, δική


Σου κρίση;


Όμως, μη μου καταφρονέψης σκλάβα Σου, Κύριε,


την ψυχή!


Κύριε! που τ' άπειρο έλεος Σου δεν έχει τέλος, μήτε


αρχή!...

Ή απόδοση του τροπαρίου της Κασσιανής από τον Κυριαζή μπορεί να θεωρηθεί επιτυχής. Ό ποιητής αποφεύγει τους πλατειασμούς, ενώ χρησιμοποιεί ικανοποιητική ομοιοκαταληξία. Προσπαθεί με εύστοχο τρόπο να αποδώσει το έντονο συναισθηματικό στοιχείο του ύμνου.

ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΛΚΑΙΟΥ: Κύριε, ή εν πολλαΐς


Κύριε... ή τρισάθλια γώ μες τις άλλες τρισάθλιες μετανιωμένη απόψε, συντριμμένη, μυροκομίοτρα Σου έρχομαι άπ' το μάγο της θεότης Σου λαμπράστρο οδηγημένη...
Κύριε!... Πολλά βαθειά τα κρίματά μου! Άνέσπερος στα στήθεια μου φωλιάζει της αμαρτίας ό έρωτας και μαύρη μαύρη νυχτιά κι άφέγγαρη με σκιάζει...




Μη μ' άρνηθής! Ευδόκησε να φτάσουν


τα δάκρυα μου τα τόσα στην καρδιά Σου!...


Εσύ που το νερό των ποταμιών


και του πελάου ψηλώνεις σύγνεφά Σου...


Κι απλώνοντας τα χέρια, όμοια Πατέρας, στ' άμετρου πάνου πόνου σου το θρήνο και της μετάνοιας, κάνε μου ν' ανθίσει του λυτρωμού μου όλεύωδο το κρίνο...


Κι εγώ... Σκλάβα, σερμένη ωσάν την πόρνη με δάκρυα και φιλιά θα Σοϋ γεμίσω τ' άχραντα πόδια κι υστέρα με τα ίδια με τα ίδια μου μαλλιά θα στα σφουγγίσω...


Τ' άχραντα Πλάστη πόδια Σου, που ή Εύα σαν άκουσε βαρεία στοϋ Παραδείσου τη σιγαλιά ν' αχούνε, φοβισμένη, έκρύφτηκε μακρυά άπ' τη δίκαιη οργή Σου,


Κύριε!... Πολλά βαρεία τα κρίματά μου!... Μη τ' όλα μου τα δάκρυα κι όλοι οί θρήνοι δε φτάνουν να τα πνίξουν μα εινε τόσο τόσο πλατειά ή δικιά Σου ή καλωσύνη!...

Ή μετάφραση του ύμνου της Κασιανής από τον "Αλκαίο δεν είναι αξιώσεων. Τη διακρίνει ή προσήλωση στο πρωτότυπο καϊ ό μέτριος λογοτεχνικός τόνος. Ή έλλειψη άνεσης στην ανάπτυξη του θέματος και ή παράλειψη απόδοσης του τέλους του ύμνου τοποθετούν το ποίημα σε χαμηλή αξιολογική βαθμίδα.

Κ. ΠΑΛΑΜΑ: Κασσιανή


Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά, πολλά, θολά βαριά τα κρίματά μου. Μα, ω Κύριε, πώς ή θεότης Σου μιλά μέσ' στην καρδιά μου!


Κύριε, προτού Σέ κρύψ' ή εντάφια γη άπ' τη δροσαυγή λουλούδια πήρα κι άπ' της λατρείας την τρίσβαθη πηγή Σοϋ φέρνω μύρα.


Οίστρος με σέρνει ακολασίας... Νυχτιά, σκοτάδι άφέγγαρο, άναστρο με ζώνει, το σκοτάδι της αμαρτίας" φωτιά με καίει, με λιώνει.


Εσύ πού από τα πέλαα τα νερά


τα υψώνεις νέφη, πάρε τα, Έρωτα μου,


κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά


τα δάκρυα μου...


Γύρε σ' έμέ. Ή ψυχή μου πώς πονεϊ!


Δέξου με Εσύ πού δέχτηκες και γείραν άφραστα ως εδώ κάτου οί ουρανοί καϊ σάρκα επήραν.



Στ' άχραντα Σου τα πόδια, Βασιλιά μου Εσύ, θα πέσω καϊ θα στα φιλήσω και με της κεφαλής μου τα μαλλιά


θα στα σφουγγίσω.


Τάκουσεν ή Εύα μέσ' στο άποσπερινό της παράδεισος φως ν' άντιχτυπάνε, κι αλαφιασμένη κρύφτηκε... Πονώ, σώσε, έλεος κάνε.


Ψυχοσώστ' οί αμαρτίες μου λαός' τα ξεδιάλυτα ποιος θα ξεδιαλύση; Αμέτρητο Σου το έλεος, ό Θεός! "Αβυσσο ή κρίση.

Ή ερμηνεία του τροπαρίου της Κασσιανής από τον Κ. Παλαμά είναι ή πλέον λογοτεχνική. Συνδυάζει μεγάλη ποιητικότητα και προσήλωση στο πρωτότυπο. Το ποίημα από αισθητική άποψη είναι άψογο. Ό Παλαμάς πρόσεξε όλα τα συναισθηματικά στοιχεία του κειμένου και τα απέδωσε με τον καλύτερο τρόπο.

ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΟΑΕΜΗ: Το τροπάρι της Κασσιανής

Χριστέ, γυναίκα πού έπεσε σε χίλιαις άμαρτίαις, σαν άκουσε, σαν ένοιωσε τη θεϊκή σου χάρι, με μυροφόρας φόρεμα, καϊ 'ς τα δάκρυα πνιγμένη πριν να Σέ θάψουνε στη γη, μύρα γλυκά σου φέρνει. Ώϊμέ! φωνάζει, ολόγυρα νύκτα είναι νύκτα μαύρη, νύκτα πού ανοίγει και κεντά τους σαρκικούς μου πόθους,


και σκοτεινή κι' άσέληνος, της αμαρτίας Έρως. Δέξαι, Χριστέ, τα δάκρυα πού χύνω, Σύ πού τραβάς τα σύννεφα της θάλασσας το κύμα. Λυγίσου, γύρε την καρδιάς τους αναστεναγμούς μου Σύ..


Τ' ανέγγιχτα τα πόδια σου άφες με να φιλήσω και να σφογγίσω τα φιλιά με τα πλεκτά μαλλιά μου, τα πόδια πού όταν ήκουσε τον κρότον τους ή Εύα το δειλινό μέσ' την Εδέμ έκρύφτηκε από φόβο. Ταις τόσαις άμαρτίαις μου, τη φοβερή σου κρίσι Ποιος να μέτρηση δύναται, Σωτηρ μου ψυχοσώστα, Μη με θωρής αδιάφορος την ταπεινή σου δούλη συ, πού έχεις σαν Θεός αμέτρητη ευσπλαχνία.

Ό Πολέμης στέκεται με σεβασμό στο πρωτότυπο. Αυτό βέβαια δεν τον εμποδίζει να αποδώσει τον ύμνο με λογοτεχνικό τρόπο. Έτσι το ποίημα βρίσκεται οτό μεθόριο της μεταφράσεως και της λογοτεχνικής ερμηνείας.

Παναγιώτη Θ.Παπαθεοδώρου,Λυκειάρχη-Θεολόγου






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου