Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

Το χρονικό της ευρέσεως της Μεγαλόχαρης δια χειρός Αλεξάνδρου Μωραιτίδη

Εις την Τήνον υπήρχε μία παναρχαια γυναικεία μονή της Παναγίας, της Κυρίας των Αγγέλων, κειμένη άνω της πόλεως Τήνου εις την πετρώδη κορυφήν τοϋ Κεχροβουνίου. Εκεί, κατά Ιούνιον του1822, μίαν Κυριακήν, ενώ άκόμη δεν είχε σημάνει ό Όρθρος εις την έκκλησίαν της Μονής, μία γραία μοναχή, ευλαβής και ενάρετος, Πελαγία καλούμενη, άνεπαύετο ακόμη εις το πενιχρόν κελλίον της. Κουρασμένη από τον κανόνα της και τάς γονυκλισίας, ώνειρεύετο εντός του κελλίου της εκείνου παράδοξον και μυστηριώδες όνειρον. Έφάνη προς αυτήν μία γυνή άγνωστος, μεγαλοπρεπής καί ωραιότατη. Καί εϊπεν εις αυτήν, άφοϋ συνεννοηθή με τον έπίτροπον της Μονής, να σπεύσουν αμέσως καί να ανασκάψουν εις ένα εύρύτατον ύψηλόν τοπίον, άνωθεν του λιμένας της Χώρας, καί επί του τοπίου αύτοϋ να κτίσουν μεγαλοπρεπή καί ένδοξον ναόν.
Το όνειρον τούτο έπανελήφθη κατά τάς δύο επόμενας Κυριάκας εις την μοναχήν την ιδίαν ώραν, κατά την οποίαν άνεπαύετο εντός του κελλίου της. Την τρίτην όμως Κυριακήν ακούει αίφνης την χαρμόσυνον φωνήν της ξένης:
- Εύαγγελίζου, γη, χαράν μεγάλην!
-Αινείτε, ουρανοί, Θεού την δόξαν! συμπληρώνει ή μοναχή την άγγελικήν δοξολογίαν της Θεομήτορος.
Εγείρεται τότε αμέσως εκ της κλίνης της καί πλήρης χαράς και πίστεως εις την καρδίαν, προσπαθεί, βλέπουσα εδώ καί εκεί εις το μικρόν κελλίον της, να διακρίνη την Κυρίαν έκείνην. Άλλ' ή Κυρία, ήτις ήτο ή Αγία Θεοτόκος, εΐχε γίνει άφαντος.
Από την στιγμήν αυτήν ή γερόντισσα Πελαγία ήσθάνετο ότι έγινεν άλλος άνθρωπος, ότι κάτι άνώτερον καί θείον περιέβαλεν αυτήν. Το πρόσωπον της έλαμπεν από θαυμαστήν άγαλλίασιν. Γεμάτη πλέον από θάρρος εις την ψυχήν, παρουσιάζεται αμέσως εις την ήγουμένην. Την έξυπνα καί φανερώνει την τριπλήν όπτασίαν της.
Ή ηγουμένη, γνωρίζουσα την άρετήν της μοναχής καί την εύλάβειάν της, αμέσως έπίστευσε καί ένεθάρρυνεν αυτήν να συνάντηση τον έπίτροπον καί να διηγηθή το παράδοξον συμβάν.
Ό επίτροπος παρεδέχθη καί αυτός αμέσως το θείον όνειρον της Πελαγίας, χωρίς δισταγμόν, καθώς καί ό Αρχιεπίσκοπος της νήσου Γαβριήλ, ό οποίος έκάλεσε τους κατοίκους της νήσου να έλθουν όλοι, δια να άρχίση ή εργασία της ανασκαφής. Τοιουτοτρόπως δια συρροής πλείστων χωρικών ήρχισεν ή εκσκαφή κατά Σεπτέμβριον του 1822, άλλ' άνευ αποτελέσματος.
Άνευρέθησαν μόνον παλαιά ερείπια ναού καί φρέαρ ξηρόν, άλλ' ή πολυπόθητος είκών της οπτασίας δενευρέθη. Δι'αυτό έγκατελείφθη ή πρόοδος του έργου.
Τυχαίως όμως ενεφανίσθη επιδημία της φοβέρας νόσου πανώλους εις όλόκληρον την νήσον καί πολλοί εντόπιοι καί ξένοι άπέθνησκον. Έφαντάσθησαν τότε πολλοί ευλαβείς Χριστιανοί, ότι θα ήτο τούτο οργή Θεού δια την παραμέλησιν του έργου της καλογραίας καί αμέσως έπανελήφθη ή ανασκαφή εις το αυτό μέρος, με περισσότερον ζήλον καί με θερμοτέραν προσπάθειαν, εις την οποίαν ένίσχυεν αυτούς ό φόβος της φοβέρας νόσου.
Είχον κατέλθει εξ όλων των χωρίων αναρίθμητοι Τηνιακοί ως εις πανήγυριν καί ήρχισαν αμέσως να καταβάλλουν τα θεμέλια νέου ναού. Ότε δε ό Άρχιερεύς έζήτησεν ύδωρ δια να τέλεση την άκολουθίαν του αγιασμού, ευρέθη παραδόξως πλήρες ύδατος το ξηρόν εκείνο φρέαρ, το οποίον διατηρείται μέχρι σήμερον. Είναι πλήρες δροσερού αγιάσματος, κάτω εις την Εϋρεσιν, εις τον ύπόγειον ναόν, του οποίου άνευρέθησαν, όπως εΐδομεν, τα θεμέλια.
Τοιουτοτρόπως έθεμελιώθη ό ναός εις το όνομα της Ζωοδόχου Πηγής, δια το ύδωρ, το οποίον άνέβλυσεν από το ξηρόν φρέαρ,
Έξηκολούθουν δε πολυπληθείς έργάται να ανασκάπτουν καί να ισοπεδώνουν το έδαφος του ναού. Τέλος την 30 Ιανουαρίου του 1823, έορτήν των Τριών Ιεραρχών, άνεύρον την πολυπόθητον εικόνα της οπτασίας, μίαν όργυιάν μακράν από το φρέαρ, μέσα εις λασπώδη χώματα, διαμελισμένην εις δύο τεμάχια. Διότι οι έργάται, κτυπώντες την σκαπάνην, διεμέλισαν την εικόνα εις δύο. Καί το μεν εν μέρος φέρει την εικόνα της Θεοτόκου, το δε άλλο την εικόνα του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, διότι ή όλη είκών παριστά τον Εύαγγελισμόν της Θεοτόκου. '0 εργάτης δε ό εύρων αυτήν έφήρμοσεν αμέσως τα δύο τεμάχια, τα οποία παραδόξως προσεκολλήθησαν τελειότατα, ως εάν ήτο τεχνίτης ειδικός.
Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπον άνευρέθη ή θαυματουργός είκών της Παναγίας της Τήνου. Ή είκών αύτη είναι μικρά, καλύπτεται δε σήμερον υπό χρυσού καί αργυρού πολυτελέστατου έπενδύματος. Κρέμονται δε έπ' αυτής χρυσά καί αργυρά κειμήλια, ένώτια καί περιδέραια καί στέμματα, με άλύσεις, με αδάμαντας καί παντοειδή πετράδια στολισμένα, όλα δώρα καί αναθήματα των ευλαβών Χριστιανών από ολην την Ελλάδα καί την Έλληνικήν Άνατολήν.
Ή είκών είναι τοποθετημένη εντός του θεμελιωθέντος τότε μεγαλοπρεπέστατου ναού, όστις είναι κατάφορτος από χρυσόν καί άργυρον καί πολυελαίους καί κανδήλας καί λοιπά κοσμήματα.
Λάμπει ολόκληρος εις τους τοίχους από την λάμψιν των πολυειδών ταξιμάτων, τα οποία ενθυμίζουν τα αναρίθμητα θαύματα, τα όποια έκαμε καί κάμνει εις ξηράν καί θάλασσαν.

(Από το βιβλίο του «Με του Βορριά τα κύματα»)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου