Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Στυλιανή-Η εγγονή του παπά

Μ' έστειλαν μια φορά, πριν από αρκετά χρόνια, να κάμω κήρυγμα στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, στο χωριόΑργάκα. Με έπεμψαναπό τη Μητρόπολη επίτηδες για να μιλήσω για μια αίρεση που έκανε την εμφάνισή της τελευταία και σε αυτό το χωριό. Βέβαια, όταν επήγα δεν εσυνάντησααιρετικούς- εξάλλου, πώς να τους αναγνωρίσω; Ήταν το εκκλησίασμα δεκαπέντε με είκοσι πλάσματα δεν μου έβγαινε να μιλήσω για αιρέσεις και αρνητικά πράγματα πρώτη φοράπου τους εσυνάντησα.Δεν ενθυμούμαι τι τους είπα, πάντως την λέξη αίρεση δεν την έβαλα στο στόμα μου. Και ήσαν όλοι τόσο συμπαθείς από τον παπά ως τονκαντηλανάφτη.
Με αυτό τον τελευταίο εγίναμε φίλοι και ψιλοκουβεντιάζαμε μέσα στο ιερό. Ελέγετο Νικόλας Παύλου και ήταν ένας ευσυμπάθητος γέρος μεγαλόσωμος μα άκακος και αθώος στη ματιά, μαλακός στο δειν, θωριά βοδιού. Μου έλεγε κάθε τόσο: «Τώρα είσαι θεολόγος να πούμε; Και θα μας κηρύξης; Ωραία!»
Όταν επιτέλους εκήρυξα κι είπα ότι μου ήρθε στο νου, επέστρεψα αμέσως στο ιερό και εκάθησα κοντά του πάλι. «Πώς σου φάνηκε;» Του κάνω. «Ποιο;» «Το κήρυγμα» «καλό, καλό... βέβαια δεν κατάλαβα εγώ τίποτε. Έλα να πιούμε καφέ μετά, στο σπίτι μου».
Στο σπιτάκι του Νικάλα εγίνετο χαμός. Δεν ήμουν ο μόνοςπροσκεκλημένος. Κόσμος έμπαινε, κόσμος έβγαινε στο μικρό σπίτι και στη μικρή ξέφραγη αυλή. Γείτονες και γειτόνισσες, ξένοι και δικοί, παιδιά και εγγόνια. Και η γερόντισσα Στυλιανή, η γυναίκα του Νικόλαπηγαινοερχότανε κάνοντας καφέδες. Επρόσεξα πως αυτή καθόλου δενεβιάζετο, απεναντίας είχε ειρήνη στην όψη της και ένα ελαφρύμειδίασμα και ρυθμό στο βάδισμα και στους τρόπους.
Αργότερα κατάλαβα ότι αυτό το πανηγύρι εγίνετο κάθε μέρα. Ο κάθε περαστικός εκάθετο στην αυλή να πιει έναν καφέ, να αγναντέψει την θάλασσα, να πιει και να φύγει. Αυτή η χωρίς κάγκελο αυλή ήταν σαν δημόσια και αυτοί οι άνθρωποι δεν ήσαν ποτέ βαρετοί, ούτε σκοτεινοί. Τους αγάπησα και εγώ και τους επισκεπτόμουν κάθε τόσο.
Σε κάποια επίσκεψή μου διεπίστωσα πως έλειπε ο Νικόλας. Ερώτησα τη Στυλιανή που είναι, και αυτή μου είπε: «Έφυγε» και μου έγνεψε προς τον ουρανό. Επέμενα να μάθω πως έγινε, με ποιο τρόπο και τα συνηθισμένα που ερωτούμε. Αυτή είπε μόνο τούτο: «Αποφάσισε να βαρκάρει κι εβάρκαρε».
Μια χρονιά ανέλαβα να ιστορήσω τοιχογραφίες στο ναό των Αποστόλων με το μαθητή μου, τον Σωκράτη. Εκείνο το καλοκαίριεβλέπαμε καθημερινά τη γερόντισσα. Κάθε μέρα ήρχετο στην εκκλησία να μας δει και να μας φέρει κάτι να πιούμε, το μεσημέρι συνήθως τρώγαμε στο σπίτι της και το απόγευμα πάλι επηγαίναμε για καφέ και γλυκό του κουταλιού.

Μια μέρα ήταν στην αυλή υπό την κληματαριά με τις δυο αδελφές της, την Χρυστάλλα και την Αικατερίνη. Και οι τρεις ήσαν όμοιες, ξερακιανές,μαυροφορεμένες καιξυπόλητες. Αυτές είναι οι μόνες εν ζωή κόρες τουΠετρή, εγγονές τουπαπα-Χαράλαμπου, τουεξακουστού γερόπαπατης Αργάκας που άφησε ιστορίες και ανέκδοτα να έχει να λέγει ο κόσμος.
Η Στυλιανή έχει μια φωτογραφία του, αυτόςαπέθανε το 1951 εκατόν δέκα ετών. Συχνά τον φέρνουν στην κουβέντα τους οι γερόντισσες, ιδίως η Χρυσταλλού που είναι εξαιρέτωςομιλητική και αεικίνητη.
Όσο κρατούσε η επίσκεψή μας ομιλούσε, νουθετούσεφιλοσοφούσε καιερητόρευε. Σε κάποια στιγμή εξαφανίστηκε για να επιστρέψει σύντομα προσφέροντάς μας από ένα μεγάλο πιάτο, γεμάτο κατακόκκινο καρπούζι. Ενώ ετρώγαμε αυτή ομιλούσε άνευ τελαίας και χωρίς τη δική μας συμμετοχή. Εμείς απολαμβάναμε την ομιλία και τον τρόπο της, την τοπική διάλεκτο και προφορά, τα δίστιχα που με αυτά διήνθιζε τον λόγο της κάθε τόσο. Ομιλούσε για τον παππού, τον παπά και τις προφητείες του που επαληθεύθησαν, για τον παλαιό κόσμο, και την άνευ άγχους ζωή, για τους Τούρκους της Μακούντας και την ευλάβεια των προς την Αγία Βαρβάρα, το μοναστήρι όπου ελειτουργούσε ο παππούς.
Η Αικατερίνη, η δεύτερη αδελφή σιωπούσε, που και που προσέθετε κάτι γελώντας. Αυτή δεν φιλοσοφεί, δεν εμβαθύνει, δεν στοχάζεται. Βλέπει και μειδιά. Διότι πολλά της έτυχαν, παιδιά και εγγόνια και είναι ως τα γεράματα της εμμέριμνος. Για αυτό τα παίρνει όλα ελαφριά και από πάνω για να συνεχίζει να ζει.
Η δε Στυλιανή είναι απ' όλες πιο σώφρων, ολιγομίλητη, σύννους, συνετή πλην μειδιώσα με συμπάθεια, πλήρης ηρεμίας και πραότητος. Τα μάτια της είναι έξυπνα μα και αθώα, είναι παιδαριογερόντισσα.
Μια φορά ο Νεόφυτος, ο νεώτερος εγγονός της γιαγιάς είχε κάποια νευρικότητα και μιλούσε απότομα και άσχημα προς τη γιαγιά του. Αυτή τότε γύρισε με σοβαρότητα και ήρεμα του είπε: «Πρόσεξε! Μη μουαντιμιλάς έτσι, γιατί όπου να΄ναι εγώ θα πεθάνω και τότε εσύ θα λυπάσαι για αυτά που κάνεις!» Δεν τον παρατήρησε για λόγου της, εκείνον εσκέπτετο για εκείνον ενοιαζόταν. Γενικά η σχέση της με τα εγγόνια της ήταν σπάνιο φαινόμενο. Συνέτρωγαν κι εσυμπεριφέροντομαζί της ωσάν να μην υπήρχε διαφορά στην ηλικία. Στη συμπεριφορά της γιαγιάς δεν υπήρχε το παράπονο, οι παρατηρήσεις, η γκρίνια. Δεν παρενέβαινε να διορθώσει. Όταν δεν συμφωνούσε, εδήλωνε απλώς τη διαφωνία της, έτσι για να γραφτεί ήρεμα κάτω στα πρακτικά. Στα πρακτικά των συνεδριάσεων των καρδιών των παιδιών.
Μια φορά την ευρήκα να κεντάει μοναχή της και της λέγω: «Κι εσύ τώρα τι θέλεις τα κεντήματα σε αυτή την ηλικία και βασανίζεις τα μάτια σου... ». Αυτή σήκωσε τα μάτια και μειδιώντας είπε: «Όταν κάνεις κάτι, ξεχνάς κάτι!» Πραγματικά ποτέ δεν εκάθετο άπραχτη, αργά μεν, αλλά πάντοτε έκανε κάτι. Και όταν περπατούσε στο δρόμο με το ταψί στο ώμο για να πάρει το φαγητό στο φούρνο της αδελφής της, περπατούσε τόσο ρυθμικά, τόσο ιερά σαν να χόρευε. Λες κι η υπηρεσία της η ακατάπαυστη γινότανε μετά ρυθμού και χορού, ωσάν το δράμα, σαν την τραγωδία των Ελλήνων, όπως την ιεροτελεστία των Χριστιανών.
Όταν εζωγραφίζαμε μέσα στην εκκλησία ο Σωκράτης εσυνήθιζε συχνά να κάνει διαλείμματα μόνος του, καπνίζοντας ένα τσιγάρο έξω. Τότε θυμάμαι ζωγραφίζαμε τις αγίες Βαρβάρα, Μαρίνα, Παρασκευή καιΙουστίνη και ήταν ενθουσιασμένος με την ιστόριση των γυναικείων αγίων μορφών. Μια φορά λοιπόν που έκενε το διάλειμμά του, επρόσεξετη Στυλιανή που περπατούσε ως συνήθως αργά στο δρόμο και ξυπόλητηφέροντας το ταψί στον ώμο. Αυτή δεν τον επρόσεξε διότι επρόσεχε μη χυθεί το λάδι, μόνο εβάδιζε ως συνήθως ως να ελιτάνευε τα άγια. Όταν ήρθε μέσα στο ναό, Σωκράτης μου λέγει: «Αυτή την γυναίκα πρέπει να την αγαπούσε πολύ ο άνδρας της. Αυτή η γυναίκα έχει την ομορφιά των αγίων που ζωγραφίζουμε. Είναι μια ζωντανή εικόνα!»
Την άκουσα μια φορά που έλεγε: «Όταν πεθάνω, εύχομαι εις τον Θεό να ξαπλώσω πάνω στη μονή μου και να πάω να βρω το Νικόλα χωρίς να απασχολήσω κανένα». Και σύνηψε την ιστορία της αδελφής της τηςΛωξάνδρας.
«Ήταν βουβή εκ γενητής. Από μωρό ήταν πίσω που τες αίγες των άλλων. Όλη την ημέρα, κάθε μέρα ως μια εβδομάδα πριν το θάνατό της. Τότε έδωσε ότι δικό της είχε και εξάπλωσε στη μονή της. Σε κάποια στιγμή αισθάνθηκε αδυναμία και έκαμε εμετό. Οι ευεργετηθέντεςσυγγενείς που ήσαν εκεί αισθάνθηκαν αηδία και έφυγαν. Αυτήεσταύρωσε τα χέρια και τα πόδια κι έμεινε έτσι για μια εβδομάδα άσιτη και ασύντυχη. Κι έφυγε έτσι. Ο Θεός αναπαύσοι την».
Μια φορά που εμπαίναμε στην αυλή της Στυλιανής την ακούσαμε να μονολογεί μεγαλόφωνα: «Όποιος πελλός χάσει το πας του έρκεταιδαμέσα». Προς στιγμή νομίσαμε πως το είπε για μας, αμέσως καταλάβαμε πως το είπε για κάποιους που είχαν φύγει, και αργότερα σκεφτήκαμε πως για όλους μας εταίριαζε. Το πελλός έρχεται από το απολωλός. Και η Στυλιανή φαίνεται πως έχει βιώσει βαθιά το τι εστί απολωλός άνθρωπος και ότι πας άνθρωπος απολωλός. Για αυτό η αυλή της μα και η καρδιά της είναι ξέφραγη εν επιγνώσει και με το λογισμό της εύχεται εν ειρήνη να πάει να συναντήσει τον Νικόλα.

Του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα

noctoc-noctoc.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου