Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2022

Οι πρώτες φορές - Βασιλική Νευροκοπλή




Το πρώτο παιχνίδι

Βρέφος στην κούνια μου έπαιζα με τους αγγέλους μήλα μ’ ένα τόπι από φως. Με χάιδευαν με τα φτερά τους. Γαργαλιόμουν και γελούσα. Έπαιζαν μαζί μου κρυφτό κι εγώ τους αποζητούσα κλαίγοντας μέχρι που ξετρύπωναν και πάλι πίσω απ’ τις ντουλάπες και μέσα απ’ τις συρταριέρες. Φτεροκοπούσαν αδιάκοπα πάνω απ’ το κεφάλι μου κι όταν ήταν πια ώρα να κοιμηθώ, ένας ξάπλωνε δίπλα μου, άλλος με σκέπαζε, άλλος με νανούριζε με τα πιο απαλά τραγούδια κι άλλος ψιθύριζε στ’ αφτί μου τα παραμύθια του ουρανού…

Το πρώτο ψέμα

Όταν η μαμά έλειπε απ’ το σπίτι έψαχνα τα συρτάρια της αναζητώντας απαγορευμένους θησαυρούς. Μια μέρα βρήκα ένα λαμπερό μονόπετρο δαχτυλίδι. Είχα ακούσει πως για να βεβαιωθείς πως ένα κόσμημα είναι αληθινό το βάζεις στο στόμα σου και το δαγκώνεις. Αν είναι αληθινό δεν παθαίνει τίποτα, αν όμως είναι ψεύτικο λυγίζει σαν σύρμα. Το δάγκωσα, λοιπόν, και αυτό λύγισε. Φοβήθηκα πως ίσως η θεωρία για τα αληθινά και τα ψεύτικα κοσμήματα δεν ίσχυε. Προσπάθησα να το επαναφέρω όπως ήταν, αλλά στάθηκε αδύνατον. Τότε, για να μη στεναχωρηθεί η μαμά, το πέταξα απ’ το μπαλκόνι…

Λίγες μέρες αργότερα η μαμά το αντιλήφθηκε και μας ρώτησε όλους, πέντε αδέρφια ήμασταν, αν είδαμε κάπου το δαχτυλίδι του γάμου της. Κατάλαβα πως είχα κάνει κάτι φριχτό. Είπα όμως ψέματα πως κι εγώ δεν είχα ιδέα για την τύχη του όπως και τ’ αδέρφια μου. Αλλά δεν μπόρεσα να το κρατήσω για πολύ μέσα μου. Το ψέμα μού κατέτρωγε την ψυχή. Μετά από μια δυο μέρες της εξομολογήθηκα την αλήθεια. Λυπήθηκε πολύ αλλά δε με μάλωσε καθόλου. Κατέβηκε η καημένη να το ψάξει στον δρόμο, αλλά το δαχτυλίδι δε βρέθηκε ποτέ…

Το πρώτο παραμύθι

Το πρώτο παραμύθι που άκουσα ήταν η πρώτη αγρυπνία στην εκκλησία του μπαμπά που ήταν ιερέας. Θυμάμαι εκείνη τη νύχτα σαν την πιο γλυκιά της ζωής μου. Και ήταν ένα μουσικό παραμύθι, ένα αρωματικό παραμύθι, ένα παραμύθι που άκουγα με τ’ αδέρφια μου ξαπλωμένοι καταγής πάνω σε μια κουβέρτα που είχε φέρει η μαμά για να ξαπλώσουμε και να κοιμηθούμε πάνω στα κρύα μάρμαρα του ναού των Δώδεκα Αποστόλων. Δεν κατάλαβα τίποτα από τις λέξεις των ψαλτάδων και των ιερέων, αλλά ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα το ωραιότερο παραμύθι της ζωής μου…

Η πρώτη μέρα στο σχολείο

Πρώτη μέρα στο νηπιαγωγείο. Είμαι πολύ χαρούμενη που βρίσκομαι εκεί. Η τάξη έχει μια ωραία μυρωδιά καραμέλας και η νηπιαγωγός είναι χαμογελαστή. Μας βάζει να καθίσουμε ανά δύο στα θρανία, τα οποία όμως είναι ενωμένα με τον πάγκο που είχαν για κάθισμα. Θυμάμαι μέχρι σήμερα τη μεγάλη δυσαρέσκεια που μου προκάλεσε το γεγονός ότι δεν χωρούσα να καθίσω. Ήμουν ένα ψηλό παιδί και τα γόνατά μου χτυπούσαν στο κάτω μέρος του θρανίου. Έπρεπε να έχω συνεχώς τεντωμένα τα πόδια μου, πράγμα πολύ άβολο κι είχα να περάσω μια ολόκληρη χρονιά σ’ αυτή τη θέση, πράγμα που ίσως και να στάθηκε η βασική αιτία γέννησης ενός αγωνιώδους αισθήματος που με ακολούθησε για χρόνια… ότι δεν χωράω…

Η πρώτη φωτογραφία

Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία μου μέσα σ’ έναν αχνό κύκλο στην πάνω αριστερή γωνία του προσκλητηρίου της βάφτισής μου που απεικονίζει ένα στρουμπουλό προσωπάκι –καθόλου όμορφο! Ευτυχώς η μαμά πολύ νωρίς μου έμαθε μια πολύ παρηγορητική παροιμία που έλεγαν στο χωριό τους: άσχημο στην κούνια, όμορφο στη ρούγα…

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα

Η τεράστια και ασήκωτη εικονογραφημένη Βίβλος για παιδιά από τις εκδόσεις Σιδέρη. Μέχρι σήμερα πιστεύω πως είναι η ωραιότερη Βίβλος! Ήταν το βιβλίο που με ξεκούραζε, με συνάρπαζε και κυρίως με παρηγορούσε πως δεν είμαι μόνη και αβοήθητη στη ζωή, αλλά συγγενεύοντας με τους βιβλικούς προγόνους μου μπορούσα κι εγώ να ξεπερνώ τις δυσκολίες με θάρρος και με τη βοήθεια του Ουράνιου Πατέρα μας.

Η πρώτη τιμωρία

Ήταν από τον δάσκαλο που είχα στην πρώτη δημοτικού, έναν δυστυχισμένο, αγέλαστο και σκληρό άνθρωπο. Καθόμασταν με τη διπλανή μου, ως πιο ψηλές, στο τελευταίο θρανίο και είχαμε και οι δυο τα μαλλιά μας πλεγμένα σε δύο κοτσιδάκια. Εγώ δεν καταλάβαινα καθόλου γιατί δεν πρέπει να μιλάμε μεταξύ μας όταν έκανε μάθημα ο δάσκαλος. Μου φαινόταν πολύ φυσικό να μιλάμε κι εμείς. Κι έτσι επειδή μιλούσαμε, μας σήκωσε και τις δυο στον πίνακα και μας έβαλε να σταθούμε απέναντι στα υπόλοιπα παιδιά. Πήρε τη δική μου αριστερή πλεξούδα και τη δεξιά της φίλης μου και τραβώντας τες χτύπησε δυνατά μερικές φορές τα κεφάλια μας. Ευτυχώς μόλις το είπα στους γονείς μου, με άλλαξαν σχολείο…

Το πρώτο κατοικίδιο

Ζώντας σε διαμέρισμα της Θεσσαλονίκης και μάλιστα ως πολύτεκνη οικογένεια δεν είχαμε ποτέ κατοικίδιο. Εξάλλου τότε δεν ήταν καθόλου συνηθισμένο. Κατοικίδια είχαν μόνο στα χωριά και στις αυλές των σπιτιών.

Η πρώτη απογοήτευση

Εκτός από το πρόβλημα με το θρανίο στο νηπιαγωγείο που προανέφερα, ήταν και η μέρα που η κυρία είχε στήσει στην αυλή ένα γαϊτανάκι λέγοντάς μας γεμάτη ενθουσιασμό πως σήμερα έχουμε γιορτή και θα χαρούμε όλοι πολύ. Μας έβγαλε στην αυλή και μας ζήτησε να πιάσουμε όλοι από μία κορδέλα και όταν άρχισε η μουσική αρχίσαμε να χορεύουμε γύρω γύρω. Το γεγονός ότι τα παιδιά δεν μπορούσαν να κρατήσουν τον ρυθμό και άλλα πήγαιναν γρήγορα και άλλα αργά δημιούργησε έναν πανδαιμόνιο όπου το ένα παιδί τσαλαπατούσε το άλλο. Ήμουν το μόνο παιδί που βγήκα πολύ γρήγορα έξω απ’ το χορό και ακόμα κι όταν η νηπιαγωγός μου είπε να ξαναμπώ αρνήθηκα σθεναρά. Δε μου άρεσε καθόλου το τσαλαπάτημα και την ίδια ώρα αναρωτιόμουν γιατί χαίρονται τα άλλα παιδιά δεμένα σε μια κορδέλα και υποχρεωμένα να χοροπηδούν; Τι νόημα είχε; Ήταν η πρώτη μου απογοήτευση για το τι νομίζουν οι μεγάλοι ευχάριστο και διασκεδαστικό για τα παιδιά, αλλά και η πρώτη φορά που διαχώρισα τη θέση μου πως τέτοιου είδους διασκέδαση δε μ’ ενδιαφέρει καθόλου…

Ο πρώτος έρωτας

Ήταν ένας σχεδόν ακατανόητος έρωτας. Ήμουν στην έκτη δημοτικού και η κολλητή μου φίλη ήταν ερωτευμένη με ένα αγόρι της τάξης μας. Κάποια στιγμή με παρότρυνε να ερωτευτώ τον φίλο του για να είμαστε παρέα οι τέσσερις. Γιατί όχι, της είπα. Κι έτσι ερωτεύτηκα ένα αγόρι που δεν μου άρεσε καθόλου. Δεν ήταν όμορφο, δεν ήταν έξυπνο και το κυριότερο: δε μιλούσε ποτέ. Ίσως να ερωτεύτηκα την απουσία όλων αυτών που δεν υπήρχαν σ’ αυτό το αγόρι και το έκαναν να ξεχωρίζει από άλλα. Πολύ γρήγορα όμως κατάλαβα πως δεν είχα καμιά δουλειά μαζί του. Ήταν σαν ένα εφτασφράγιστο κουτί κι εγώ δεν είχα το κλειδί να το ξεκλειδώσω.

Το πρώτο βιβλίο που έγραψα

Ήταν Το μοναδικό φιλί, που έμελλε να εκδοθεί από τις εκδόσεις Λιβάνη μετά από άλλα μου τρία βιβλία που η συγγραφή τους έπεται. Γράφτηκε τον πρώτο καιρό του μεγάλου έρωτα με τον άντρα μου, λίγο μετά τον γάμο μας, όταν ακόμα δεν είχα ιδέα πως είμαι συγγραφέας. Ερωτευτήκαμε το 1986, παντρευτήκαμε τρία χρόνια αργότερα, άρα κάπου το 2000 γράφτηκε, και ενώ το πρώτο βιβλίο μου εκδίδεται το 2007, Το μοναδικό φιλίεκδίδεται το 2010 και μάλιστα μετά από παρακίνηση φίλων που το είχαν διαβάσει σε χειρόγραφο. Πέρασαν χρόνια για να κατάλαβα πως αυτή η ιστορία ήταν σαν μια προβολή της ζωής μας στο μέλλον, σαν μια ευχή για το πώς θα ήθελα να γεράσουμε μαζί. Σήμερα μοιάζει να μην έπεσα ευτυχώς και πολύ έξω…

Η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι κάτι πρέπει ν’ αλλάξει στην παιδική / εφηβική λογοτεχνία

Άρχισα να διαβάζω πολλά παραμύθια από τον καιρό που σπούδαζα στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δασκάλων και δε σταμάτησα από τότε. Ποτέ όμως δε σκέφτηκα πως κάτι πρέπει να αλλάξει στην παιδική/εφηβική λογοτεχνία. Αυτό όμως που πολλές φορές μου προκαλούσε μεγάλη δυσαρέσκεια σε πολλά τέτοια βιβλία –ακόμα και πολύ πριν ξεκινήσω να γράφω– ήταν το γεγονός ότι υποτιμούσαν τα παιδιά σαν να απευθύνονταν σε ηλίθιους αναγνώστες και συχνά ήταν προχειρογραμμένα και κακογραμμένα.

Η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα πως κάτι έχει αλλάξει ήταν όταν διάβασα το παραμύθι του Χρήστου Μπουλώτη Η παράξενη αγάπη του αλόγου και της λεύκας. Για μένα αυτό το βιβλίο αποτελεί μια τομή στην ιστορία της παιδικής λογοτεχνίας. Όταν το 2007 εκδόθηκε το πρώτο μου παραμύθι, το Αν τ’ αγαπάς ξανάρχονται, κάποιοι είπαν πως κι αυτό το βιβλίο συνιστά μια άλλη τομή. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να το πω εγώ αυτό. Μα όταν διάβασα Το δέντρο που έδινε του Σελ Σιλβερστάιν, ένιωσα πως η λογοτεχνία παίρνει οριστικά έναν άλλο δρόμο που κι εμένα μου ταίριαζε περισσότερο.

Τις αλλαγές όμως δεν τις αποφασίζει κανείς. Ούτε τις προβλέπει ούτε και μπορεί να τις εκβιάσει. Αρκεί ένα μεγάλο ταλέντο για να αλλάξει τον ρου της ιστορίας. Ένα ταλέντο που θα αφουγκραστεί την εποχή του, θα μιλήσει στη γλώσσα της, χωρίς όμως και να υποταχθεί μίζερα ή χρησιμοθηρικά στις ανάγκες της. Ο λόγος της τέχνης είναι κάτι πολύ περισσότερο από εξυπηρέτηση κοινωνικών αναγκών, αναβίωση ζητημάτων της καθημερινότητας, υποταγή σε μόδες και ιδεολογήματα κάθε εποχής. Αν ο λόγος της τέχνης δεν κυοφορείται από υπαρξιακή και μεταφυσική πνοή που σηκώνει τον αναγνώστη λίγο ψηλότερα, είναι καταδικασμένος στη θνησιμότητα…

https://mag.frear.gr/oi-protes-fores-vasiliki-nevrokopli/

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2022

Η ΑΓΑΠΗ ΑΠΟ ΤΟ Α- Ω

 


Αγαθοποιεί

Βοηθάει

Γαληνεύει

Δημιουργεί

Ενθαρρύνει

Ζωογονεί

Ηρεμεί

Θυσιάζει

Ικανοποιεί

Καλλιεργεί

Λαμπρύνει

Μακροθυμεί

Νουθετεί

Ξεκουράζει

Ομορφαίνει

Παρηγορεί

Ραφινάρει

Συγχωρεί

Τιμάει

Υποστηρίζει

Φροντίζει

Χαροποιεί

Ψυχαγωγεί

Ωφελεί

πηγή

Μια πολύ ασυνήθιστη ιδιότητα - Ν’ ακούν πραγματικά ελάχιστοι άνθρωποι μπορούν μονάχα.



Επιμελείται η Καλλιόπη Παπαμιχαήλ

«Πήγαινε λοιπόν στη Μόμο!» Γιατί τάχα; Ήταν τόσο έξυπνη η Μόμο που μπορούσε να δώσει μια καλή συμβουλή στον καθένα ή έβρισκε πάντοτε τις κατάλληλες λέξεις όταν κάποιος είχε ανάγκη από παρηγοριά; Ή έβγαζε πάντοτε σοφές και δίκαιες αποφάσεις; Όχι, η Μόμο δεν ήξερε να κάνει τίποτ’ απ’ αυτά, ήταν ίδια όπως κάθε άλλο παιδί.


Μήπως μπορούσε τότε η Μόμο να κάνει κάτι που έφτιαχνε τα κέφια των ανθρώπων; Μήπως, λόγου χάρη, τραγουδούσε εξαιρετικά ωραία, έπαιζε κάποιο μουσικό όργανο; Ή μήπως μπορούσε, μια κι όσο να ’ναι καθόταν σ’ ένα είδος τσίρκου, να χορεύει ή να κάνει τίποτε ακροβατικά; Όχι, δεν ήταν ούτε κι αυτός ο λόγος!

Μήπως μπορούσε να κάνει μαγικά; Ήξερε κανένα μυστικό ξόρκι που έδιωχνε όλες τις στεναχώριες και τις φροντίδες; Ή μήπως ήξερε να διαβάζει το χέρι και να προφητεύει το μέλλον με κάποιον άλλον τρόπο; Τίποτε απ’ αυτά.

Εκείνο που η μικρή Μόμο ήξερε να κάνει, όπως κανένας άλλος, ήταν ν’ ακούει.

Σπουδαία τα λάχανα, ίσως πουν μερικοί από τους αναγνώστες. Ν’ ακούει μπορεί ο καθένας. Εδώ όμως κάνουν ένα μεγάλο λάθος. Ν’ ακούν πραγματικά ελάχιστοι άνθρωποι μπορούν μονάχα. Κι ο τρόπος που ήξερε ν’ ακούει η Μόμο είχε κάτι το μοναδικό.

Η Μόμο μπορούσε κι άκουγε έτσι που σε κουτούς ανθρώπους έρχονταν στα ξαφνικά πολύ έξυπνες σκέψεις. Κι όχι γιατί έλεγε τίποτα ή ρωτούσε κάτι που οδηγούσε τους άλλους σε τέτοιες σκέψεις, όχι. Το μόνο που έκανε ήταν να κάθεται εκεί και ν’ ακούει με όλη την προσοχή της κι όλη της τη συμπάθεια. Κι εκείνη την ώρα κοίταζε τον άλλο με τα μεγάλα μαύρα μάτια της κι εκείνος ένιωθε ξαφνικά ν’ αναδύονται από μέσα του σκέψεις που ούτε καν υποψιαζόταν πως υπήρχαν
.


Μπορούσε κι άκουγε έτσι που άνθρωποι που τα είχαν χαμένα ή δεν παίρνανε μιαν απόφαση ξέρανε ξαφνικά πολύ καλά τι ήταν αυτό που θέλανε.
 Ή έτσι που ένας δειλός ένιωθε ξαφνικά τον εαυτό του ελεύθερο και γενναίο. 
Ή κι έτσι που ένας δυστυχισμένος και καταπιεσμένος αποκτούσε πάλι ελπίδες και γινόταν χαρούμενος.

Κι αν κάποιος πίστευε πως η ζωή του ήταν αποτυχημένη και δίχως νόημα και πως αυτός ο ίδιος δεν ήταν παρά ένα ασήμαντο ανθρωπάκι ανάμεσα σε εκατομμύρια ανθρώπους και πως μπορούσε ν’ αντικατασταθεί το ίδιο γρήγορα όσο μια σπασμένη γλάστρα και πήγαινε κι έλεγε όλα αυτά στη μικρούλα τη Μόμο, τότε, την ώρα ακόμα που της τα διηγότανε, ξαφνικά στο μυαλό του ξεκαθάριζε μ’ έναν τρόπο μυστηριώδη πως είχε άδικο, πως αυτός, έτσι ακριβώς όπως ήταν φτιαγμένος, ήταν μοναδικός ανάμεσα σ’ όλους τους ανθρώπους και πως γι’ αυτό είχε με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο σημασία για τον κόσμο.

Έτσι λοιπόν μπορούσε κι άκουγε η Μόμο.

Η Μόμο - 1973 - Michael Ende. Μετάφραση Κίρα Σίνου. Εκδόσεις Ψυχογιός

Πέσαμε θύματα μιας πανσεξουαλιστικής νοοτροπίας...

 Πέσαμε θύματα μιας πανσεξουαλιστικής νοοτροπίας. Και το χειρότερο ακόμα, είναι ότι την ίδια αυτή νοοτροπία και στα παιδιά μας, απλόχερα τη διδάξαμε. Καταλήξαμε, να φοβόμαστε την συνάντηση με τον άλλον, το άνοιγμα των συναισθημάτων μας στο πρόσωπο, και να θεωρούμε πιο δόκιμο, πιο υγιές και αποδεκτό, ένα σεξ, που πάντοτε πρέπει να προηγείται.


Το ίδιο το σεξ όμως, τον ίδιο τον έρωτα, με αυτόν τον τρόπο αλλοιώσαμε. Και κάτι το οποίο ψυχή τε και σώματι, ένωση εκφράζει, το πλασάραμε ως έναν απλό πρόδρομο, ως ένα μέσο ευχαρίστησης και ηδονής, που με ένα «σε αγαπώ», πολλά μάλλον απέχει. Πήραμε κάτι τόσο υψηλό, και το καταντήσαμε μέσον ψυχολογικής εκπόρνευσης.

Αναρωτιέται κανείς, το γιατί… Γιατί όλο αυτό;
Καθαρά λόγω εγωισμού. Γιατί φοβηθήκαμε να ανοιχτούμε στον άλλον. Φοβηθήκαμε να μη σπάσει η εικόνα μας, να μην γίνουμε «ευάλωτοι» απέναντι του. Για αυτό σταματήσαμε να λέμε «σε αγαπώ». Επειδή όμως μετά κενό μεγάλο νιώσαμε, έπρεπε κάπως να το αναπληρώσουμε. Και προωθήσαμε το σεξ. Όχι όμως ως μέσον. Όχι ως όλον. Αλλά ως αυτοσκοπό προσωπικής και μόνον ευχαρίστησης.


Και κάπως έτσι Άνθρωπε, μέσα σε τόσες σχέσεις, μόνοι καταλήξαμε να νιώθουμε…

Ελευθεριάδης Γ. Ελευθέριος, Ψυχολόγος M.Sc.

Κυριακή 15 Μαΐου 2022

Το μυστικό του οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστή για νόστιμα φαγητά!



Ένας αδελφός ρώτησε (τον Γέροντα Αρσένιο τον Σπηλαιώτη τον συνασκητή του οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστή):

Παππού, όταν υπηρετούμε στο διακόνημα, πρέπει να λέμε και την ευχήν;
– Βεβαίως· η ευχή δεν πρέπει να σταματά.

Προσπαθούμε να λέμε συνέχεια την ευχήν, αλλά ο νους μας περισπάται.
– Όταν λέμε την ευχήν όσο μπορούμε, ζορίζουμε και το μυαλό να καταλαβαίνουμε τι λέμε. Αυτό όμως για να το πετύχουμε θέλει πολλήν βίαν. Όμως όταν δουλεύης, λέγε συνέχεια με το στόμα «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Ο νους σίγουρα φεύγει· πάει στην δουλειά ταξιδεύει εδώ ή εκεί· όμως το αυτί ακούει κάτι πιάνει· και σιγά – σιγά το κατεβάζει στην καρδιάν. Αλλά και να μην καταλαβαίνεις εσύ την ευχήν, όμως ο σατανάς καταλαβαίνει πολύ καλά και τρέμει μόνο που ακούει τ’ όνομα του Χριστού.

Εχθές μου λέγει ο μάγειρας: «Ευλόγησον, μου κόλλησεν το φαΐ». 
«Σίγουρα είχες μέσα σου κάποιον κακόν λογισμόν», του απαντώ.
 «Δεν θυμάμαι, Γέροντα». 
Τότε λέω: «Ο νους σου κάπου ρέμβαζε και ευχήν γιόκ» (δεν έλεγες). 
«Μα έχουν αυτά σχέσιν;». 
«Και μεγάλην σχέσιν· παρατήρησε να δης, όσες φορές λες συνέχεια ευχήν, αν σου κολλήσει ποτέ φαγητό, και να δης και τι γλυκά φαγητά θα κάμνης!».

Ο Γέροντάς μας (Ιωσήφ) [νυν ο όσιος Ιωσήφ Ησυχαστής] συνήθιζε να μας μαγειρεύη. Τον έβλεπα όσην ώραν μαγείρευε, τα μάτια του δεν στέγνωναν από τα δάκρυα. Εκείνην την ώραν που βρισκόταν ο νους του;

Και να ‘ξερες τι νόστιμα φαγητά έφτιαχνε! Μέχρι σε πανηγύρια τα καλύβια τον καλούσαν να τους μαγειρεύη.

Από το βιβλίο του Μοναχού Ιωσήφ, ο «Γέρων Αρσένιος ο Σπηλαιώτης, (1886-1983), Συνασκητής του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού».

«Εχθές το βράδυ ήσουν με τον διάβολο και τώρα ήρθες εδώ;»



Μία γυναίκα από το Λιβαδερό από βραδύς ήθελε να δει στο φλυτζάνι του καφέ, πώς θα την δεχθεί την επαύριο ο όσιος. 
Την άλλη ημέρα που πήγε στο μοναστήρι ο όσιος αυστηρά της είπε: 
«Εχθές το βράδυ ήσουν με τον διάβολο και τώρα ήρθες εδώ;»

Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2022

Στην Παναγιά μας όλα τα προβλήματά μου αναθέτω...

 


Την παιδοκτονία την καταριούνται – την άμβλωση την απαιτούν: Οι κριτές αποδεικνύονται τελικά υποκριτές!

Ελευθέριος Ανδρώνης

Πλήθη οργισμένων ανθρώπων ρίχνουν το ανάθεμα στην φερόμενη ως παιδοκτόνο, άλλα σφυρίζουν αδιάφορα για την άμβλωση και τους 300.000 θανάτους αγέννητων παιδιών ανά έτος.
***********


Άμβλωση: Βαριά και ασήκωτη είναι η μπόχα της υποκρισίας όταν απλώνεται σε μια ολόκληρη κοινωνία. Δεν την αντέχει ο Θεός, δεν την αντέχει ούτε η ίδια η φύση που στενάζει. Χιλιάδες ιεροεξεταστές του καναπέ, του πληκτρολογίου, της πρόχειρης κατάρας, ξεσπάθωσαν και δεν λέει να καταλαγιάσει η δίψα τους για αίμα, ενώ δεν κοιτούν τα χέρια τους που είναι βαμμένα με αυτό.

Βγαίνουν με λυσσασμένους αφορισμούς αντί για δικράνια, και με κινητά στο χέρι αντί για αναμμένους πυρσούς, να καταδικάσουν την φερόμενη παιδοκτονία. Δολοφονήθηκαν – λέει – αθώα παιδιά, που δεν έφταιγαν σε τίποτα. Απόλυτα σωστό, εφόσον αποδειχθεί. Πείτε μας κάτι όμως και για τα 300.000 σφαγιασμένα αγέννητα παιδιά τον χρόνο που τα απομεινάρια τους πετιούνται στα σκουπίδια!

Πως δέχεται η συνείδηση μερικών να υπάρχει διαχωρισμός της αξίας μιας ανθρώπινης ζωής, προ γέννας και μετά γέννας; Με ποια διεστραμμένη λογική ο άνθρωπος, δεν θεωρείται άνθρωπος αν δεν αποκτήσει ληξιαρχική πράξη γέννησης; Ποιος σκοτισμένος νους θεωρεί πως ο χτύπος της καρδιάς ενός αθώου εμβρύου, δεν υμνεί και δεν εκπροσωπεί τη ίδια την ίδια την ύπαρξη ζωής;
Ένα παιδί είναι άνθρωπος και πριν γεννηθεί, και αφότου γεννηθεί

Στην περίπτωση της Ρούλας Πισπιρίγκου η αγκαλιά της μάνας, το κορυφαίο καταφύγιο κάθε παιδιού, ενδεχομένως έγινε παγίδα θανάτου. Φρικτό. Ασύλληπτο. Δεν τη χωρά ο νους τέτοια ύβρη, τέτοια βλασφημία που πηγαίνει κόντρα στο μητρικό ένστικτο. Αν όμως η αγκαλιά μιας μάνας είναι η υπέρτατη καταφυγή ενός γεννημένου παιδιού, πόσο μάλλον η μήτρα, τα ίδια τα στοργικά σπλάχνα της μάνας, δεν πρέπει να είναι η σκέπη της ασφάλειας και θαλπωρής ενός αγέννητου παιδιού;

Κι όμως! Αντί για θαλπωρή, αντί για ασφάλεια, αντί για προστασία, εκατοντάδες χιλιάδες ανυπεράσπιστα κορμάκια, αντιμετωπίζουν τα παγωμένα εργαλεία ενός χασάπη που νομίζει ότι ασκεί το ιατρικό επάγγελμα, και τέλος – τον φρικτό θάνατο. Και λίγο πριν τον ιατρικό φόνο, αυτές οι ψυχούλες ανέπνεαν, άκουγαν, κινούνταν, ονειρεύονταν, γίνονταν δέκτες συναισθημάτων, αλληλεπιδρούσαν με τα ερεθίσματα της μάνας.

Ήταν ζωντανοί άνθρωποι σε μικρογραφία, σε διαδικασία ανάπτυξης, ΑΚΡΙΒΩΣ ό,τι είναι και το βρέφος ΑΦΟΤΟΥ γεννηθεί. Δεν υπάρχει λίγο άνθρωπος και πολύ άνθρωπος! Δεν υπάρχει λίγη ζωή και πολλή ζωή! Υπάρχει μόνο άνθρωπος και ζωή! Η ανθρώπινη υπόσταση υφίσταται σε όλα τα στάδια της. Η ζωή και η ψυχή είναι παρούσες σε όλα τα στάδια τους.

Όλες οι άλλες ερμηνείες είναι διεστραμμένες προσπάθειες για να απαλυνθούν οι ενοχές. Να δικαιολογηθεί ο νόμος της ζούγκλας. Να χρυσωθεί το χάπι για κάθε περίπτωση που ο ισχυρός (η μάνα, ο πατέρας) επιβλήθηκε στον ανίσχυρο (το έμβρυο) και τον σκότωσε, ακολουθώντας το «ο θάνατος σου – η ζωή μου». Όπου «ζωή», συμπλήρωσε λέξεις όπως «η πάρτη μου», η «ελευθερία μου», το «σώμα μου», η «καριέρα μου», η «ηδονή μου».

Γενικά το «εγώ» και το «μου», γίνεται το ψυχικό δηλητήριο που σκοτώνει το «μας» και το «εμείς» που πρεσβεύει η ευλογία μιας κυοφορίας, το ανεκτίμητο δώρο μιας νέας ζωής.

Μην ξεχνάμε πως η διαστροφή έχει φτάσει σε τέτοιο ασύλληπτο βαθμό, που οι αμβλώσεις αντιμετωπίζονται ως μορφή «αντισύλληψης», που γυναίκες καμαρώνουν επιδεικνύοντας τον αριθμό αγέννητων παιδιών που έχουν σφαγιάσει, ή που ελεεινοί «άντρες» φερόμενοι σαν άλογα ζώα, σπέρνουν ανεξέλεγκτα παιδιά, και η επόμενη τους κίνηση γίνεται μηχανικά: να πετάξουν στο τραπέζι μερικά λεφτά για να εκτελεστεί ο ιατρικός φόνος.

Μιλάμε για αμβλώσεις που γίνονται σαν «σπορ» και με ελαφρά τη καρδία. Όχι για ακραία σενάρια (όπως περιπτώσεις βιασμών ή σοβαρών προβλημάτων υγείας) που κι εκεί με αφαίρεση ζωής έχουμε να κάνουμε, άλλα τέλος πάντων εντοπίζεται ένα ψυχολογικό κίνητρο διαφορετικό από τον φιλοτομαρισμό, που χρήζει κάποιας συμπόνιας και κατανόησης. Άλλα πόσες είναι αυτές οι περιπτώσεις μπροστά στις εκατοντάδες χιλιάδες εκτρώσεις; Ελάχιστες.

Ποιος θα διαμαρτυρηθεί για τα αγέννητα παιδιά;

Γιατί λοιπόν τέτοια ασήκωτη υποκρισία; Γίνεσαι μαινόμενος όχλος που βρωμά μεσαίωνα, για μια υπόθεση παιδοκτονίας, και σε αφήνει αδιάφορο το να θανατώνεται μια ολόκληρη πόλη της Ελλάδας από αγέννητα παιδιά – κάθε έτος; Αυτά τις ζωές ποιος θα τις υπερασπιστεί; Ποιος θα τις θρηνήσει; Ποιος θα τις δικαιώσει; Γιατί κρύβονται ενοχικά κάτω από το ματωμένο χαλί μιας ολόκληρης κοινωνίας;

Τα ζωάκια έχουν πλέον και δικαιώματα, και καλώς έχουν. Όποιος υπάνθρωπος βασανίσει ή θανατώσει ένα ζώο, φυλακίζεται για κακούργημα και πληρώνει χιλιάδες ευρώ πρόστιμο. Ένας αγέννητος άνθρωπος, μια απροστάτευτη ζωντανή ύπαρξη, ποιο δικαίωμα έχει;

Γιατί δεν απαιτεί ο λαός από το άθεο και αδιάφορο κράτος να συμπαρασταθεί θεσμικά και με ουσία δίπλα στις μητέρες, για να μην τις οδηγεί η απόγνωση σε αμβλώσεις; Γιατί δεν διεκδικεί ενίσχυση των νεαρών ζευγαριών, κίνητρα για τεκνοποίηση, στήριξη στην οικογένεια;

Βολεύτηκε η παρηκμασμένη κοινωνία με την εύκολη «λύση», τον ανέξοδο φόνο ενός ανθρώπινου πλάσματος που δεν έχει φωνή για να ουρλιάξει; Kαι τώρα κραυγάζει για… εκδίκηση για την (φερόμενη ως) παιδοκτόνο;

Τελικά για σκέψου, είσαι εθισμένος στην αυτοδικαίωση και την κατάκριση, για να παίρνεις ντόπες «ανωτερότητας»; Δίνεις τον υποκριτικό «αγώνα» σου για τρία αδικοχαμένα παιδιά, και βάζεις φερμουάρ στο στόμα για 300.000;

Για ποιο λόγο είναι «Μήδεια» μια μητέρα, ή «τέρας» ένας πατέρας που σκοτώνει τα παιδιά αφού γεννηθούν, και δεν είναι όταν τα ρίχνουν στη κιμαδομηχανή πριν δουν καν το πρώτο φως;

Μια αδικοχαμένη ζωούλα για τη οποία – κάποιοι άλλοι – αποφάσισαν πότε θα αναχωρήσει με φρικτό τρόπο από τη ζωή, πριν καν γεννηθεί και ΧΩΡΙΣ να ερωτηθεί, γιατί δεν έχει θέση στην ηθική του νοσηρού «πολιτισμού» μας;

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2022

Η ευχή των γονέων είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά για τα παιδιά



 Η ευχή των γονέων είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά για τα παιδιά. Για αυτό φροντίζουν να έχουν την ευχή των γονέων. Δεν είδες ο Ιακώβ, μέχρι πού έφθασε, για να πάρη την ευλογία του πατέρα του; Και προβιά φόρεσε!
ΕΙΔΙΚΑ Η ΕΥΧΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΟ ΠΡΑΓΜΑ!

  Κάποιος έλεγε: «Κάθε λόγος της μητέρας μου είναι και μια λίρα χρυσή».
 Να, και πριν από καιρό πόση εντύπωση μου έκανε κάποιος από το Γιοχάνεσμπουργκ! Ήρθε στο Καλύβι το φθινόπωρο. 
«Γέροντα, η μάνα μου αδιαθέτησε, μου λέει, και ήρθα να την δω».
 Τρεις μήνες δεν πέρασαν, τα Χριστούγεννα ξαναήρθε.
 «Πώς πάλι εδώ;», τον ρωτάω. 
«Έμαθα, μου λέει, πως πάλι αδιαθέτησε η μάνα μου και ήρθα να φιλήσω το χέρι της, γιατί είναι ηλικιωμένη και μπορεί να πεθάνει. Για μένα η μεγαλύτερη περιουσία είναι η ευχή της μάνας μου».
Εξήντα χρονών άνθρωπος ξεκίνησε από το Γιοχάνεσμπουργκ και ήρθε στην Ελλάδα, για να φιλήση το χέρι της μάνας του! Και τώρα τέτοια ευλογία έχει, που σκέφτεται να κάνει ένα γηροκομείο μεγάλο για τους κληρικούς και να το χαρίση στην εκκλησία. Δηλαδή τις ευλογίες δεν έχει που να τις βάλη κατά κάποιον τρόπο. Για μένα είναι φάρμακο μια τέτοια ψυχή.
Είναι σαν να είμαι στην έρημο Σαχάρα και να βρίσκω ξαφνικά λίγο νερό. Αυτά χάνονται σιγά-σιγά.

Ένας άλλος ήρθε μια μέρα με κλάματα στο Καλύβι. 
«Πάτερ, με καταράστηκε η μάνα μου. Στο σπίτι έχουμε όλο αρρώστιες, στεναχώριες, η δουλειά μου δεν πάει καλά», μου είπε.
 «Κι εσύ δεν θα ήσουν εντάξει» του λέω. 
«Δεν μπορεί η μάνα σου άδικα να σε καταράστηκε». 
«Ναι, μου λέει. Ήμουν κι εγώ». 
«Να πας να ζητήσης συγχώρηση από την μάνα σου», του λέω. 
«Θα πάω, Πάτερ, μου λέει. Δώσε μου την ευχή σου».
 «Την ευχή μου την έχεις, του είπα, αλλά να πάρης και την ευχή της μάνας σου».
«Δύσκολο να μου δώση την ευχή της», μου λέει.
 «Να πας, κι αν δεν σου την δώση, να της πης: «Μου είπε ένας Γέροντας πως κι εσύ θα παραδώσης ψυχή». 
Πήγε, και η μάνα του του ευχήθηκε:
 «Παιδί μου, να έχης την ευλογία του Αβραάμ!». 
Ήρθε μετά από λίγο καιρό στο Όρος με βυσσινάδες, με λουκούμια. Ήταν γεμάτος χαρά. Τα παιδιά του ήταν καλά, η δουλειά του πήγαινε καλά. Συνέχεια βούρκωνε και μου έλεγε: «δόξα τω Θεώ».
Άλλαξε η ζωή του και μιλούσε όλο πνευματικά. Πόσο μάλλον όταν κανείς έχη εξ αρχής σεβασμό προς τους γονείς! Πώς να μην έχει την ευλογία του Θεού;

''Οικογενειακή ζωή''
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι Δ´

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2022

Και βλέπω σήμερα που απομακρύνουν τα παιδιά από την Εκκλησία....



«Και βλέπω σήμερα που απομακρύνουν τα παιδιά από την Εκκλησία, πως έχουν αγριέψει! Ενώ στην Εκκλησία το παιδάκι θα ηρεμήσει, γιατί δέχεται την ευλογία του Θεού, αγιάζεται. Δεν τα αφήνουν να πηγαίνουν στην Εκκλησία, για να μην επηρεασθούν από τα πνευματικά! Από τις άλλες ανοησίες όχι μόνον δεν τα απομακρύνουν, αλλά τους τις διδάσκουν κι όλας!»

Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2022

«Σήμερα γκρεμίστηκε μια εκκλησιά»



Νατσιός Δημήτρης, δάσκαλος-Κιλκίς

  Στα χρόνια του Σταλινισμού, ο οποίος είχε μετατρέψει την σοβιετική χώρα σε απέραντο εργοτάξιο κνουτοκρατούμενων μυρμηγκιών (κνούτο=μαστίγιο) ή σε στρατόπεδο εξοντώσεως αντιφρονούντων, χιλιάδες φυλακισμένοι είχαν επισκεπτήριο μία φορά τον χρόνο, για δεκαπέντε λεπτά. Οι γυναίκες τους – όπως μας το διηγείται ο Σολζενίτσιν στο «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ - που συχνά ζούσαν χιλιάδες μίλια μακριά, μάζευαν καπίκι-καπίκι τα ναύλα τους, όλο το χρόνο, για να ταξιδέψουν την ορισμένη ημερομηνία, που μπορούσαν να αντικρίσουν το πρόσωπο του συζύγου τους, μόλις για 15 λεπτά, και μάλιστα πίσω από ένα αγκαθωτό πλέγμα.
 Κι ενώ «ζούσαν» γι’ αυτήν την στιγμή και ετοίμαζαν τα λόγια, που θα τους έλεγαν μες στα λίγα αυτά λεπτά, τις πιο πολλές φορές δεν άνοιγαν καθόλου το στόμα, μόνο κοιτάζονταν με πόνο όλη την ώρα, ώσπου να τις απομακρύνουν οι δεσμοφύλακες. Κι αυτό γινόταν για 10, 15 και 25 χρόνια.
 Τι κρατούσε τόσο σφιχτά δεμένες τις καρδιές εκείνες; Μα το βαθύ και δυνατό μυστήριο της οικογένειας, το ευλογημένο καταφύγιο. Τα δεκαπέντε λεπτά αρκούσαν, για να βιώσουν και να επιβεβαιώσουν οι δύστυχες εκείνες γυναίκες, την θεόζευκτο ένωση.

Είναι γνωστό πως, όσο βασίλευαν στις χώρες εκείνες τα σκοτάδια του μαρξισμού, οι θεσμοί που δέχτηκαν τα πιο βαριά πλήγματα ήταν η οικογένεια και η Ορθοδοξία, η οποία περιβάλλει τον γάμο και την οικογένεια με την ομορφιά και την ιερότητα του μυστηρίου.
Θυμίζω ότι ήρωας της Σοβιετικής Ένωσης και παράδειγμα προς μίμηση, είχε αναδειχθεί ο Πάβελ Μορόζιν, ο φανατισμένος έφηβος, που κατήγγειλε στις αρχές τους γονείς του, ως κουλάκους (=εύποροι χωρικοί), προκαλώντας την δολοφονία τους και του οποίου το άγαλμα κατεδαφίστηκε, όταν σαρώθηκε ο «υπαρκτός» ζόφος.
Ο Μορόζιν είχε υψωθεί σε πρότυπο επαναστατικής αρετής και κομματικής αφοσιώσεως, όντας στην πραγματικότητα η πιο κυνική ενσάρκωση του ολοκληρωτικού πνεύματος, αυτού που απέκοβε τον άνθρωπο από κάθε κοινωνικό, πνευματικό και προσωπικό δεσμό, για να μπορεί να απορροφηθεί εξ ολοκλήρου από το Κόμμα, να μεταβληθεί σε πειθήνιο ενεργούμενό του.

Όταν κατέπεσε το καθεστώς του τρόμου, όλα αυτά σωριάστηκαν σε συντρίμμια. Όμως, ό,τι άρχισε εκεί, τελειώνει στην σάπια Δύση, της οποίας καταντήσαμε σκωληκοειδή απόφυση και κακέκτυπο. Το βλέπουμε όλοι. Βάλθηκαν όλα τα κατακάθια της ψευτοπροόδου να μαγαρίσουν και να διαλύσουν την οικογένεια. Σύμφωνα συμβίωσης, ανάδειξη της ασέλγειας σε ισόκυρο με τον γάμο γεγονός, ποινικοποίηση ουσιαστικά της πολυτεκνίας, πράξεις που μαραζώνουν το ολόδροσο δέντρο της οικογένειας. Και όπως έχω ξαναγράψει τα δηλητήρια ενσταλάζονται από το σχολείο ακόμη.

Δεν θα βρεις στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο ούτε ένα κείμενο στα «περιοδικά ποικίλης ύλης», τα ζοφερά βιβλία Γλώσσας, στο οποίο να εξυμνείται και να προβάλλεται η υγιής οικογένεια. Διαζύγια, απιστίες γονέων, ενδοοικογενειακή βία, σκύβαλα και περιτρίμματα, που μαυρίζουν τις ψυχές των παιδιών. Και μετά απορούμε για τον πολλαπλασιασμό των εγκλημάτων συζυγοκτονίας.

(Πόσο επίκαιρος είναι ο Φώτης Κόντογλου, όταν έγραφε πριν από 50 χρόνια, στα «Μυστικά Άνθη»: «Η νεότητα μαραζώνει γιατί δεν έχει, η δυστυχισμένη, μήτε σκοπό στη ζωή της, μήτε ενθουσιασμό για κάποιες ιδέες, μήτε όρεξη για τίποτα. Άκεφη και ανόρεχτη. Είναι σαν υπνοβάτης. Συζητά ολοένα για ασήμαντα πράγματα που τους δίνει μεγάλη σημασία και είναι να κλαίγει κανείς ακούγοντας τις κουβέντες της, τα πειράγματά της, και βλέποντας τις ανόητες σκηνοθεσίες, που μ’ αυτές προσπαθεί να δώσει κάποια σημασία στη ζωή.

Οι ψυχές των νέων είναι ρημαγμένες από τα άγρια ένστικτα, που τα ανεβάσανε στην επιφάνεια από τα σκοτεινά τάρταρα της ανθρώπινης φύσης, κάποιοι εχθροί του ανθρώπου, κάποιοι πνευματικοί ανθρωποφάγοι, που ανάμεσά τους πρωτοστατεί ένας τρελός λύκος λεγόμενος Νίτσε, μία μούμια σαν παλιόγρια λεγόμενη Βολταίρος, κάποιος ζοχαδιακός Φρόυντ, κι ένα πλήθος από τέτοια όρνια και κοράκια και νυχτερίδες.

Όσοι τους θαυμάζανε, ας καμαρώσουνε σήμερα τα φαρμακερά μανιτάρια που φυτρώσανε μέσα στις καρδιές και στις ψυχές της γαγγραινιασμένης ανθρωπότητας»).

Η απροκάλυπτη όμως πολεμική κατά της οικογένειας «γεννά» και θρέφει και μια άλλη καταστρεπτική για την ύπαρξή μας παράμετρο.

Ο θεσμός της οικογένειας, εκτός από προστασία και θαλπωρή, ικανοποιεί και την ανάγκη που αισθάνεται το άτομο να είναι μέλος μιας κοινότητας οικείας, αμεσότερης και προσωπικής. Λειτουργεί ως συνεκτικός ιστός και καταφύγιο. Είναι μικρογραφία της πατρίδας. («Δεν ζει χωρίς πατρίδα, η ανθρώπινη ψυχή» λέει ο Παλαμάς).
Τις τελευταίες όμως δεκαετίες εν ονόματι κάποιου νεφελώδους προοδευτισμού και αβασάνιστου εξευρωπαϊσμού, καταστρέψαμε αδίστακτα της εθνικές μας ρίζες, εγκαταλείψαμε την έξοχη παράδοσή μας, που δεν ήταν ένα στοιχείο αισθητικό και διακοσμητικό όπως συνήθως το θεωρούν οι «θολοκουλτουριάρηδες», αλλά το υπαρξιακό υφάδι ζωής του λαού μας, αποδυναμώσαμε και διαλύουμε πια την οικογένεια και ιδού τα επίχειρα της αφροσύνης. Διάλυση της οικογένειας σημαίνει διάλυση και της πατρίδας.

Διαβάζουμε τούτες τις πονηρές ημέρες ότι ακόμη και σε διαζύγια φτάνουν οικογένειες λόγω του «ιού της διχόνοιας». Αιτία το εμβόλιο. Η παραφροσύνη δεν περιγράφεται. Στα χωριά μας στην Πιερία έλεγαν οι παππούδες μας, όταν άκουγαν για διαζύγια και διάλυση οικογένειας, ότι «σήμερα γκρεμίστηκε μια εκκλησιά». Μεγάλη κουβέντα. Καταδεικνύει την σπουδαιότητα του γάμου, της συζυγίας. «Μόνο το φτυάρι του νεκροθάφτη χώριζε τα αντρόγυνα», όπως έλεγε ο μακαριστός μητροπολίτης Φλωρίνης, Αυγουστίνος Καντιώτης. Ο λαός μας θεωρούσε το γλέντι του γάμου την μεγαλύτερη χαρά στην ζωή του ανθρώπου. Γι’ αυτό και ευχόταν «και στις χαρές σου» στους ελεύθερους. Στα δημοτικά του τραγούδια βάζει την φύση να συμμετέχει, να συστενάζει και να συνωδίνει, όταν χωρίζονται ανδρόγυνα.

«Ποτάμι επλημμύρισε κι εις περιβόλι εμβαίνει

Ποτίζει δέντρα και μηλιές, μηλιές και κυδωνίτσες.

Και μια μηλιά γλυκομηλιά δεν σώνει να ποτίσει.

Άλλη μηλιά την ερωτά κι άλλη μηλιά της λέγει:

Μηλιά τα μήλα σε βαρούν ή ο καρπός σε βλάπτει,

ή ο περιβολάρης σου νερό δεν σε ποτίζει;

-Μηδέ τα μήλα με βαρούν, μηδ’ ο καρπός με βλάπτει,

μηδ’ ο περιβολάρης μου νερό δεν με ποτίζει,

μονάχα στη ριζούλα μου ανδρόγυνο ευλογήθη

κι όρκο έκαμε στους κλώνους μου να μην αποχωρίσει,

τώρα θωρώ χωρίζονται και κιτρινοφυλλιάζω».