Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ζωή διδάσκει. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ζωή διδάσκει. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018

Συγκινεί η επιστολή μητέρας από τη Ρόδο που έχασε από καρκίνο το γιο της

Συγκινητική επιστολή μητέρας από τη Ρόδο που έχασε το γιο της
«Ας τιμήσουμε το δώρο της ζωής»


Με επιστολή της στη «Ροδιακή» την οποία αφιερώνει στο γιο της και σε όλα τα νέα παιδιά, τα συμβουλεύει να προσέχουν για να διαφυλάξουν αυτό το θείο δώρο, που λέγεται ζωή

Πριν από ένα χρόνο ο μικρός Μανώλης από τη Ρόδο «πέταξε» για την γειτονιά των αγγέλων χάνοντας τη σκληρή μάχη που έδωσε με τον καρκίνο στην πιο τρυφερή ηλικία. Σήμερα, η μητέρα του με μία επιστολή στην εφημερίδα «Ροδιακή», την οποία αφιερώνει στο γιο της και σε όλα τα νέα παιδιά, τους συμβουλεύει να προσέχουν, όταν βρίσκονται στους δρόμους για να διαφυλάξουν αυτό το Θείο Δώρο, που λέγεται ζωή!

Στην επιστολή της αναφέρει συγκεκριμένα:

«Σήμερα κλείνει ένας χρόνος από τότε που έχασα τον γιο μου, που τώρα θα ήταν μαθητής της Α’ τάξης του Λυκείου. Έφυγε μακριά μας, γιατί τον θέρισε ένας καρκίνος-Λερναία Ύδρα που όσο κι αν αγωνίστηκε, για να τον αντιμετωπίσει, στάθηκε αδύνατο.
Για μία μάνα, όπως εγώ, η απώλεια του παιδιού της, ειδικά σε μία τόσο μικρή ηλικία, αποτελεί ένα σημείο σταθμό στη ζωή της. Ζεις από εκεί και πέρα δύο ζωές ταυτόχρονα: αυτήν που σιωπηλά στάζει συνέχεια σταγόνα-σταγόνα έναν ασταμάτητο θρήνο, έναν κόμπο στον λαιμό που διαρκώς σου υπενθυμίζει την οδυνηρή απώλεια και την άλλη που οφείλεις να πορευθείς, γιατί της έχεις υποχρέωση που σου δόθηκε να την υπηρετήσεις.

Και αφού είναι δώρο-Θεού πρέπει να το τιμήσεις όχι με την κακομοιριά και τη δειλία του θύματος αλλά με τη γενναιότητα του πολεμιστή που έχασε μια μεγάλη και σημαντική μάχη αλλά όχι τον πόλεμο. Γιατί ο πόλεμος είναι υπόθεση δική σου και πρέπει να τον παλέψεις μέχρι το τέλος του, δηλαδή το τέλος Σου.

Όμως, σήμερα, ημέρα μνήμης του Μανώλη μου, ξετυλίγω αυτές τις σκέψεις μου, όχι για να προκαλέσω τη συμπάθεια και τη συμπαράστασή σας, που άλλωστε τα έχω απολαύσει πλουσιοπάροχα όλο αυτό το διάστημα, αλλά για να στείλω ένα δυνατό μήνυμα ευθύνης και σεβασμού που οφείλουμε όλοι μας όχι μόνο απέναντι στο δώρο της ζωής μας, μα και απέναντι στους δικούς μας ανθρώπους.

Πόσοι άνθρωποι χωρίς συναίσθηση ευθύνης απαξιώνουν, σπαταλούν το πολύτιμο και μοναδικό δώρο αυτού του χρονικού διαστήματος που μας δόθηκε -που το λέμε ζωή- να το ζήσουμε σε αυτόν τον πανέμορφο πλανήτη και να το μοιραστούμε με τους ανθρώπους γύρω μας που έχουμε λιγότερο ή περισσότερο στενές σχέσεις.

Πόσοι από εμάς καθημερινά, κάθε στιγμή μας θα έλεγα, συνειδητοποιούμε τη μοναδική της αξία και πόσοι από εμάς έχουμε συναίσθηση του πόσο η λειψή μας ευθύνη μπορεί να σημαδέψει μια για πάντα την πορεία τόσων ανθρώπων που βρίσκονται δίπλα μας. Να μετατρέψει τη ζωή τους σε ένα χωρίς τέλος μαρτύριο, σε έναν Γολγοθά χωρίς κορυφή και τελική σταύρωση.

Απευθύνομαι μέσα από αυτό το μικρό μου κείμενο, ειδικά, στους νέους ανθρώπους που χάνονται αναίτια στην άσφαλτο της Ρόδου, ποy εντελώς άδικα στερούν μια για πάντα από τους ίδιους την τεράστια ευκαιρία να συνεχίσουν να κολυμπούν στη θάλασσα των εμπειριών της ζωής. Την ίδια στιγμή στερούν και από τους δικούς τους ανθρώπους το κοινό περπάτημα στις λεωφόρους και τα μονοπάτια της.

Τους στερούν τη συν-ύπαρξη και τη συν-μετοχή στα ιερά της μυστήρια. Πόσο δεν συνειδητοποιούν την πίκρα και το πόνο που αφήνουν για πάντα πίσω τους σε αυτούς που είναι δεμένοι μαζί τους από μία κοινή Μοίρα: τη μάνα, τον πατέρα, τα αδέρφια...

Θέλω σήμερα τιμώντας τη μνήμη του γιού μου, αλλά και τον πολύτιμο χώρο που μου δωρίζει η «Ροδιακή» να φωνάξω δυνατά, για να ακουστώ όσο το δυνατόν καλύτερα: Συντοπίτες μου αγαπημένοι, ας τιμήσουμε το δώρο της ΖΩΗΣ. Ας σεβαστούμε την ανεκτίμητη αξία Της. Ας σταθούμε με ευθύνη απέναντί Της.
Ας συνειδητοποιήσουμε το βάρος κάποιων επιλογών Μας που μπορεί να αποβούν μοιραίες. Ας ασκηθούμε να συμπεριφερόμαστε υπεύθυνα. Ας μάθουμε, εντέλει, να ΑΓΑΠΑΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΑΛΛΑ… ΚΑΙ ΑΥΤΗ ΤΩΝ ΔΙΚΩΝ ΜΑΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ!

Αφιερωμένο σε εσένα γιε μου, που μου λείπεις πολύ. Και θα μου λείπεις για ΠΑΝΤΑ!»
Νουχάι-Κύρη Τατιάνα Μαρία

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018

Αγνώστου πατρός... (αληθινή ιστορία!)

Μικρές ιστορίες του χθες και του σήμερα
«Θα μου το βαφτίσεις, όταν με το καλό γεννηθεί;»
(Απίθανη ιστορία! Συνέβη στ΄αλήθεια πριν κάποια χρόνια...



 Ήταν Σεπτέμβριος του 1982 όταν η Φανή έφυγε από το χωριό της, κοντά στα Σέρβια της Κοζάνης, για να έλθει στη συμπρωτεύουσα να δουλέψει σε ένα μεγάλο κατάστημα με εποχιακά είδη στην Εγνατία οδό. Στην αρχή ήταν φοβισμένη και διστακτική. Σύντομα όμως κατάφερε να κυκλοφορεί με άνεση παντού. Νοίκιασε ένα δυάρι στην οδό Ολύμπου, κοντά στην πλατεία Δικαστηρίων για να πηγαίνει στη δουλειά με τα πόδια.

Τρία χρόνια αργότερα γνώρισε το Μιχάλη, ένα παλικάρι οχτώ χρόνια μεγαλύτερό της, όμορφο κι ευγενικό. Αρραβωνιάστηκαν και ετοιμάζονταν να παντρευτούν όταν η Υπηρεσία του Μιχάλη τον έστειλε ξαφνικά στη Μάνη, με σκοπό να αντικαταστήσει κάποιον για δυο χρόνια. Τι να κάνει η καημένη η Φανή; Μόνο υπομονή μπορούσε να κάνει. Μετρούσε τις μέρες, τις εβδομάδες και περίμενε.
Τον είδε μετά από εννέα μήνες, όταν κατάφερε εκείνος να πάρει άδεια και να έλθει στη Θεσσαλονίκη. Η επόμενη φορά που τον ξανάδε ήταν ύστερα από ένα χρόνο, λίγο πριν την οριστική επιστροφή του. Τότε της φάνηκε πολύ αλλαγμένος. Σαν απόμακρος, σαν ... 

«Είναι πολύ κουρασμένος» σκέφτηκε.
Δεν ήθελε να βάλει κακό με το νου της, αλλά εκείνος μετά από δυο μέρες κομπιάζοντας, τής ξεστόμισε την αλήθεια.
«Στη Μάνη γνώρισα μια κοπέλα ... Μη φανταστείς τίποτα σπουδαίο ... Να, κάτι επιπόλαιο ... Αλλά αυτή έμεινε έγκυος ... Και με βρήκαν τα αδέλφια της. Τρόμαξα πολύ. Με πίεσαν να την πάρω ... Αλλά εγώ εσένα αγαπάω ... Μόλις βάλουμε στεφάνι, θα τη χωρίσω και θα πάρω εσένα».
Σκίστηκε η καρδιά της στα δυο. Δεν μπορούσε να βγάλει άχνα. Μόνο όταν συνήλθε μάζεψε τα κομμάτια της και του είπε ήσυχα
«Μείνε μαζί της και με το παιδί σας». 

Δεν τον ξανάδε, δεν μίλησαν ξανά, δεν έμαθε νέα του.
Κάποιο ανοιξιάτικο βράδυ του 1986, φεύγοντας από το μαγαζί, τον είδε άξαφνα στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ταράχτηκε, αλλά προχώρησε θαρρετά, χωρίς να τον κοιτάξει και έστριψε στο πρώτο στενό. Εκείνος την πήρε από πίσω. Έφτασε σπίτι σχεδόν τρέχοντας. Το ίδιο έγινε και το επόμενο βράδυ και το μεθεπόμενο. Εκείνος την περίμενε πάντα στο απέναντι πεζοδρόμιο και την ακολουθούσε μέχρι να μπει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Πάντα αμίλητος. Πέρασε πάνω από μήνας έτσι.

Ένα βράδυ σχόλασε λίγο νωρίτερα. «Ευτυχώς» είπε από μέσα της.
«Δεν θα έχω παρέα απόψε».
Περπάτησε βιαστικά και σε πέντε λεπτά βρέθηκε στην πολυκατοικία όπου έμενε. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα, μπήκε, πήρε το ασανσέρ για το 2ο όροφο κι όταν βγήκε τον είδε να την περιμένει μπροστά στην πόρτα του διαμερίσματός της. Δεν του μίλησε. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα, άνοιξε γρήγορα, μπήκε μέσα και πριν προλάβει να κλείσει την πόρτα, εκείνος κράτησε με δύναμη την πόρτα και βρέθηκε μαζί της στο εσωτερικό του διαμερίσματος.
- Επιτέλους, τι θέλεις; τον ρώτησε.
- Εσένα ! της είπε με νόημα και με μια γρήγορη κίνηση τής άρπαξε τα κλειδιά από τα χέρια. Κλείδωσε την πόρτα και την κοίταξε όπως κοιτάει το λιοντάρι ένα ανυπεράσπιστο ελαφάκι.
Δεν τόλμησε να πει σε κανέναν για το φοβερό συμβάν. Εξάλλου δεν είχε φίλες.
Πρωί απόγευμα στη δουλειά, δεν είχε καιρό ούτε για βόλτες ούτε για έξοδα. Σε λίγες μέρες έφτασε η Μεγαλοβδομάδα. Πήγε στο χωριό της το Μ. Σάββατο το απόγευμα. Η μάνα την υποδέχθηκε όπως πάντα, με χαρές και γέλια. Εκείνη με κόπο κατάφερε να χαμογελάσει. Φοβόταν πολύ να το πει στους δικούς της. Ντρέπονταν τα αδέλφια της. Δεν έβλεπε την ώρα για να γυρίσει τη Δευτέρα του Πάσχα στη Θεσσαλονίκη.
Πέρασε παραπάνω από μήνας όταν φάνηκαν τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια: πρωινές ζαλάδες και ναυτία. Αγόρασε έντρομη ένα τεστ εγκυμοσύνης και περίμενε με αγωνία να γυρίσει στο σπίτι. Όταν είδε το αποτέλεσμα, κρατήθηκε από το χερούλι της πόρτας για να μην λιποθυμήσει.
Την άλλη μέρα έκανε μικροβιολογική εξέταση με την ελπίδα να μην είναι τίποτα. Διαψεύστηκε.
Το κεφάλι της ήταν άδειο. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Βρισκόταν σ’ ένα τούνελ χωρίς διέξοδο. Περπατούσε σαν υπνωτισμένη για να πάει στη δουλειά όταν άκουσε δυνατές φωνές «Να με κλείσεις φυλακή θες;».
Ήταν ένας αγριεμένος ταξιτζής που λίγο έλειψε να τη χτυπήσει. Τότε συνειδητοποίησε ότι περπατούσε μέσα στη μέση του δρόμου ανάμεσα στα αυτοκίνητα.
Μακάρι να την είχε χτυπήσει. Θα είχαν τελειώσει τα βάσανά της. Ήθελε πολύ, μα πάρα πολύ να τελειώσει η ζωή της.
«Και γιατί να μην τελειώσει τώρα;» σκέφτηκε. 

Η πιο απλή λύση. Κανείς δεν θα μάθαινε τίποτα. Θα γλίτωνε μια για πάντα.
Δεν κατάλαβε πότε βρέθηκε στο κατάστημα. Η Ναταλία, η υπάλληλος του διπλανού καταστήματος την κοίταξε γλυκά.
«Καλημέρα κοριτσάκι!» της είπε γελώντας. Με τη Ναταλία δεν μιλούσαν πολύ. Τα αφεντικά τους ήταν ανταγωνιστές, που θα πει εχθροί, γιατί πουλούσαν και οι δύο το ίδιο εμπόρευμα. Δεν φτάνει που δεν μιλούσαν εκείνοι, δεν επέτρεπαν ούτε στις υπαλλήλους τους να μιλάνε μεταξύ τους. Εκείνες όμως, δεν τους άκουγαν. Το πρωί όταν ήταν μόνες τους αντάλλασσαν στα πεταχτά μια κουβέντα. Όχι πολλά πράγματα. Μια καλημέρα και δυο λογάκια.
«Τι έχει το κοριτσάκι μου και είναι λυπημένο; Ποιος το στενοχώρησε;» συνέχισε η Ναταλία. Την κοίταξε στα μάτια η Φανή. «Θέλω να σου μιλήσω» της είπε.
«Αλλά όχι τώρα. Μπορείς το βράδυ; Όταν σχολάσεις, περίμενέ με στη γωνία».
Το βράδυ κατά τις εννιάμιση συναντήθηκαν οι δυο κοπέλες στη γωνία, κάτω από την τέντα ενός καταστήματος.
Έπεσε η Φανή στην αγκαλιά της Ναταλίας και έκλαιγε, έκλαιγε ασταμάτητα.
«Δεν μου φταίει σε τίποτα να το σκοτώσω, αλλά δεν μπορώ και να το κρατήσω. Αποφάσισα να βάλω τέρμα στη ζωή μου» της είπε όταν σταμάτησε το κλάμα.
«Θέλω τουλάχιστον κάποιος να ξέρει γιατί έφυγα. Διάλεξα εσένα, χωρίς να σε ξέρω καλά – καλά. Μα μου φαίνεσαι εντάξει κοπέλα».
Ο ουρανός από πάνω ήταν κατάμαυρος σαν την ψυχή της. Η βροχή που έπεφτε έκανε τόσο θόρυβο που σκέπαζε τα λόγια της. Μόνο οι αστραπές που φώτιζαν, φανέρωναν την αγωνία, τη θλίψη και την απογοήτευση στο προσωπάκι της.
Ταράχτηκε η Ναταλία σαν άκουσε όλα τούτα. Έμεινε αμίλητη για κάμποσα λεπτά αγκαλιάζοντας σφιχτά τη Φανή.
«Άκουσέ με», της είπε σοβαρά. «Θες να πάμε μαζί σε έναν παππούλη; Τον ξέρω καλά, χρόνια τώρα τον έχω πνευματικό. Θες να τον δεις κι εσύ; Μη φοβάσαι, δεν θα σε μαλώσει».
«Θέλω» είπε χωρίς να το πολυσκεφτεί η Φανή.

Την άλλη μέρα που ήταν Σάββατο κι ήταν κλειστά τα καταστήματα το απόγευμα, η Ναταλία κρατώντας τη Φανή από το χέρι πήγε στο υπόγειο του Ναού, εκεί που ήταν το Εξομολογητήριο και περίμεναν υπομονετικά να έλθει η σειρά της για να δει τον π. Ιωακείμ.
Στις πεντέμιση μπήκε μέσα η Φανή. Απέξω η Ναταλία περίμενε με αγωνία. Πέρασε μισή ώρα, κόντευε μία ώρα κι οι κυρίες που περίμεναν μαζί της άρχισαν να διαμαρτύρονται. Στην αρχή με αναστεναγμούς και νοήματα κι ύστερα πιο έντονα.
«Αμάν βρε παιδί μου» είπε κάποια εμφανώς αγανακτισμένη.
«Aν θέλουν να συζητήσουν, ας έρχονται άλλη ώρα».
Που να ’ξερε η καημένη πως πίσω από την κλειστή πόρτα γινόταν μάχη για να σωθούν δυο ζωές. Η Ναταλία έκανε πως δεν τις άκουγε. Είχε ανοίξει το βιβλιαράκι με την Παράκληση και ψιθύριζε
«Διάσωσον ἀπὸ κινδύνους τούς δούλους σου Θεοτόκε ...».
Όταν επιτέλους άνοιξε η πόρτα είχαν περάσει μία ώρα και τριάντα πέντε λεπτά.
Η Φανή ήταν κατακόκκινη και κλαμμένη. Οι κυρίες δεν συγκινήθηκαν με το θέαμα. Την αγριοκοίταξαν, αλλά εκείνη ούτε που κατάλαβε τίποτα. Πήρε τη Ναταλία από το χέρι και βγήκαν έξω βιαστικά.
«Θα μου το βαφτίσεις, όταν με το καλό γεννηθεί;»
ήταν η πρώτη της κουβέντα και χάθηκε η μία στην αγκαλιά της άλλης.

Τώρα άρχιζαν τα δύσκολα. Αργά ή γρήγορα θα το μάθαινε το αφεντικό, οι γονείς της, όλοι. «Αυτός είναι ο σταυρός σου» της είπε ο π. Ιωακείμ σε μια από τις επόμενες φορές που πήγε να τον βρει.
«Μη δειλιάσεις, όλα θα τα φροντίσει ο Θεός. Και το παιδί θα σου φέρει ευλογία» της τόνιζε.
Όταν το έμαθε το αφεντικό, την κοίταξε με τέτοια περιφρόνηση που δεν άντεξε και κατέβασε τα μάτια της.
«Καλή σιγανοπαπαδιά ήταν» σκεφτόταν εκείνος. Ήθελε πολύ να την απολύσει, αλλά δεν μπορούσε. Την προστάτευε ο νόμος.

Τα πιο δύσκολα ήρθαν όταν το έμαθαν οι δικοί της.
«Δεν είσαι πια κόρη μας. Μην τολμήσεις και εμφανιστείς στο χωριό» της μήνυσε ο πατέρας με μια ξαδέλφη της.
Μόνο η αδελφή της η μεγάλη ήρθε κρυφά στη Θεσσαλονίκη για να τη βρει και να της πει ότιξέρει ένα γιατρό που μπορεί να διακόψει την κύηση, ακόμα κι αν είναι πέντε μηνών το παιδί.
«Είσαι τρελή» της είπε έντονα.
«Σκέψου ότι τότε που έμεινες έγκυος, έγινε το ατύχημα με το Τσερνομπίλ. Εμείς στο χωριό αργήσαμε να το μάθουμε. Θυμάσαι πόσα χόρτα μαζέψαμε και φάγαμε; Θυμάσαι πόσο γάλα ήπιαμε από τις κατσίκες του πατέρα; Πού πήγε όλο αυτό το δηλητήριο; Στο μωρό σου! Δε φτάνει που θα είναι μπάσταρδο, θα είναι και ζαβό!».
Αναστέναξε βαθιά και κοίταξε την εικόνα της Παναγίας πάνω στο κομοδινάκι της.
«Παναγιά μου και μάνα, δεν θ’ αντέξω δυο κακά ... Φύλαξέ το, τό αγγελούδι μου!». 

Απέμεινε τώρα ολομόναχη από συγγενείς και γνωστούς. Βρήκε όμως, μια όμορφη συντροφιά εκεί στην ενορία του π. Ιωακείμ. Δεν την άφησαν μόνη της. Ούτε πριν ούτε μετά τον τοκετό.
Τα λόγια του π. Ιωακείμ βγήκαν αληθινά. Κάποιος ιδιοκτήτης ιδιωτικού σχολείου έμαθε την ιστορία της και εισηγήθηκε στο Συμβούλιο να την προσλάβουν ως γραμματέα και όταν η μικρή Αγγελική γινόταν 4 ετών, να φοιτήσει δωρεάν στο Νηπιαγωγείο και αργότερα στο Δημοτικό.
Δεν ήταν ωστόσο, εύκολο να τη δεχθεί η κοινωνία έτσι όπως ήταν, μια ανύπαντρη μητέρα. Οι ίδιοι άνθρωποι που προσπαθούν να κουκουλώσουν ένα παραστράτημα με ένα φόνο, οι ίδιοι στήνουν στο απόσπασμα μια δύστυχη κοπέλα που αποφάσισε να κρατήσει το μωρό.
Η περίπτωσή της μάλιστα, είχε επιπλέον την ιδιαιτερότητα του βιασμού. Αλλά ποιος νοιάζεται για το πώς και το γιατί. Οι υπάλληλοι του Δημοτολογίου, του ΙΚΑ, της Εφορείας όταν έβλεπαν την ένδειξη «άγαμη» στα χαρτιά της, την κοίταζαν πάντα με εκείνο το βλέμμα, το γεμάτο περιφρόνηση ...
«Δεν ξέρουμε γιατί το επέτρεψε ο Θεός» της έλεγε συχνά ο π. Ιωακείμ.
«Έχε εμπιστοσύνη και δεν θα σε αφήσει».

Η μικρή Αγγελική μεγάλωνε και γινόταν σωστό αγγελούδι. Μαζί μεγάλωναν κι οι απορίες της:
"Πού είναι ο δικός μου ο μπαμπάς; Γιατί δεν έχω κανέναν παππού και καμμία γιαγιά; Γιατί δεν έχω θείους, θείες, ξαδέλφια;"
Δύσκολες ερωτήσεις. Η Φανή ένιωθε ώρες ώρες πως περπατά σε τεντωμένο σκοινί, προσπαθώντας να εξηγήσει στην αθώα ψυχούλα τα ανεξήγητα. Πάντα με τη βοήθεια ενός ψυχολόγου και πάντα με την ευχή του π. Ιωακείμ.
Κάποιες κυρίες από την ενορία βλέποντας τον αγώνα και την αγωνία της θέλησαν να της γνωρίσουν κάποιον για να συμπορευτεί μαζί του και να έχει ένα στήριγμα.
Δεν περίμενε όμως, να έχει τέτοια αντιμετώπιση από τους υποψήφιους γαμπρούς. Όλοι, μα όλοι την αντιμετώπιζαν σαν γυναίκα ελευθέρων ηθών. Αυτό την πλήγωσε βαθιά και πια ούτε ήθελε να ακούσει για γνωριμίες και προξενιά.
Μέχρι που η νοικοκυρά της, μια γυναίκα με πολλή αγάπη, μεγάλη κατανόηση και ακόμα μεγαλύτερη διάκριση, της έκανε λόγο για το Δημοσθένη.
Η Φανή ήταν ανένδοτη. Μετά από πολλές πιέσεις, αναγκάστηκε να δεχθεί να τον συναντήσει, χωρίς ωστόσο να ελπίζει σε τίποτα.

Τον βρήκε μια μέρα μετά το σχόλασμα, απεριποίητη, άκεφη και όταν τον είδε σκέφτηκε «Ας του τα πω όλα χύμα από την αρχή, για να φύγει μια ώρα γρηγορότερα».
Και ξεκίνησε ψυχρά.
«Θέλω να ξέρεις ότι έχω ένα εξώγαμο παιδί 12 ετών».
Πάγωσε όταν τον είδε να αλλάζει όψη.
Την κοίταξε στην αρχή θλιμμένα, απορημένα κι ύστερα άρχισε ... να κλαίει.
Η Φανή δεν ήξερε τι να κάνει. Μπροστά της ήταν ένας άντρας δυο μέτρα που έκλαιγε ασταμάτητα.
«Είμαι κι εγώ εξώγαμο παιδί» της είπε όταν ηρέμησε.
«Πέρασε η ζωή μου ανάμεσα στο Ορφανοτροφείο και στην οικογένεια που με αναδέχθηκε. Δεν θέλω άλλο παιδί να περάσει τέτοιο πόνο».
Ο γάμος έγινε σε ένα μήνα στην ενορία του π. Ιωακείμ. Δεν χρειάστηκε να γνωριστούνε άλλο. Ο μεγάλος προξενητής από ψηλά είχε φροντίσει να έλθουν κοντά οι ψυχές τους και να αγαπηθούν. 

Το πιο απίστευτο όμως, έγινε αμέσως μετά, όταν ο Δημοσθένης με επίσημη πράξη αναγνώρισε ως νόμιμο παιδί του της Αγγελική. Και όταν τον ρώτησαν παραξενεμένοι οι θετοί γονείς του, τους είπε πως έκανε μια επιπολαιότητα νεανική και πως έπρεπε να αποκαταστήσει την αδικία στην κοπέλα (!).
Την ευτυχία ήρθε να συμπληρώσει ο ερχομός του Γεράσιμου, ενός κατάξανθου μπέμπη που έμοιαζε καταπληκτικά στην Αγγελική.
Αργότερα οι ηλικιωμένοι γονείς τής Φανής μετακόμισαν στη Θεσσαλονίκη, κοντά στην κορούλα τους και την οικογένειά της.
Ποτέ δεν έμαθαν ποιος είναι ο βιολογικός πατέρας της Αγγελικής. Δεν είχε νόημα.
Σήμερα ο Γεράσιμος είναι φοιτητής στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης.
Η Αγγελική είναι μαία.
Πριν από ένα χρόνo γνώρισε τον Άγγελο, έναν πραγματικό άγγελο, ειδικευόμενο γιατρό γυναικολόγο και ετοιμάζονται να παντρευτούν. Τον ελεύθερο χρόνο τους φροντίζουν εθελοντικά κοπέλες που αντιμετωπίζουν ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη.
Κάποιο απόγευμα ένας δημοσιογράφος που έκανε ρεπορτάζ για τις εκτρώσεις τους ρώτησε μεταξύ άλλων
«Αν το μωρό είναι καρπός βιασμού; Ούτε τότε κάνουν έκτρωση;»
Εκείνη απάντησε ήρεμα
«Εγώ ξέρω ένα τέτοιο μωρό που το άφησε η μανούλα του να γεννηθεί κι ας είχε κόντρα όλη την κοινωνία κι ας είχε ρουφήξει όλη τη ραδιενέργεια που μας ήρθε από την τότε Σοβιετική Ένωση».
«Κι εγώ, κι εγώ ξέρω ένα τέτοιο μωρό!» συμπλήρωσε ο Άγγελος.
Και συνέχισαν οι δυο τους αθόρυβα και ουσιαστικά την εθελοντική προσφορά τους σε όλα τα πλάσματα που ο Θεός στέλνει στο δρόμο τους.

Κρ. Π.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015

.. δεν ήρθα εδώ για να γίνω καλά!

Έμαθε εδώ και λίγο καιρό ότι έχει καρκίνο.
Οι γιατροί είπαν ότι είναι πολύ επιθετικός, μεταστατικός… «λίγες οι μέρες του».

Πήγε στο μοναστήρι που συνήθιζε να πηγαίνει κάποιες Κυριακές να εκκλησιαστεί.

Η γερόντισσα τον είδε να πλησιάζει κρατώντας ένα μικρό κομποσχοίνι στο χέρι του. Το βήμα του αργό. Το βλέμμα του να περιεργάζεται την ομορφιά της μονής.

– Καλώς τον, έλα αδελφέ….
-Ευλογείτε γερόντισσα, πώς είστε;
-Καλά αδελφέ, έλα…μάθαμε την δοκιμασία σου. Έλα να προσκυνήσεις μέσα στον ναό, βγάλαμε και τα λείψανα που έχουμε για σένα.
Ο Θεός είναι μεγάλος και οι άγιοί μας είναι πολύ θαυματουργοί.
θα δεις, το θαύμα θα γίνει. Θα γίνεις καλά...

Ο άνδρας την κοίταξε περίεργα. Σιωπή. Τα λόγια της γερόντισσας και οι «υποσχέσεις» που του έδωσε για το θαύμα και την αποκατάσταση της υγείας του τον έκαναν να κοντοσταθεί. Μέχρι που μίλησε…

Μίλησε και η γερόντισσα δάκρυσε. Άνοιξε το μακάριο στόμα του και ο θησαυρός της καρδιάς του άνθισε σαν λουλούδι εύοσμο μέσα στο δείλι.

-Καλή μου γερόντισσα... δεν ήρθα εδώ για να γίνω καλά.

Ήρθα για να ετοιμαστώ για το ταξίδι που έρχεται, ήρθα για να προσκυνήσω τους αγίους και να τους παρακαλέσω να με πάρουν μαζί τους,ήρθα για να παρακαλέσω εσάς να εύχεστε ο Θεός να με συγχωρέσει, να με ελεήσει.
Ήρθα σήμερα, γιατί μπορεί να μην μπορέσω να ξανάρθω…

Έβαλε μετάνοια στην γερόντισσα. Της φίλησε το χέρι. Του φίλησε το χέρι.
Κατευθύνθηκαν προς τον ναό. Βάδιζαν και οι δύο σιωπηλοί.
Μετά από λίγο ανεχώρησε από το μοναστήρι με μια ηρεμία στο πρόσωπό του.
Ανεχώρησε μετά από λίγες ημέρες και από την ζωή αυτή.

Ένας άνθρωπος που όπως είπαν οι δικοί του, ποτέ δεν παρακάλεσε τον Θεό να τον γιατρέψει, μονάχα να τον πάρει κοντά Του.

Είδε τον καρκίνο ως ευλογία, την απώλεια ως κέρδος, τον πόνο ως φάρμακο,
τον θάνατο ως ζωή.
Δεν είναι μια ιστορία φαντασίας, αλλά μια φανταστική ιστορία ενός ανθρώπου που ζήτησε μόνο ένα θαύμα από τον Θεό.
Την σωτηρία του.

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

Λεφιεμία..!


Η εξάχρονη Σοφία, που δίνει μάχη ενάντια στη λευχαιμία, ζωγραφίζει την αρρώστια που πολεμά σαν χαμογελαστό τερατάκι και δίνει μάθημα γενναιότητας, ελπίδας, κι αγάπης για τη ζωή.

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2014

Με αφορμή μια ζωγραφιά...

Ευγενία Παρασχάκη

Έτσι προέκυψε η εργασία που ακολουθεί. Έναυσμα οι εργασίες στο μάθημα των Θρησκευτικών σε σχέση με την εσωτερική ειρήνη. Η Ευγενία ζωγράφισε και η Ευτυχίς έγραψε...φυσικά για την Ειρήνη.

Όλοι την φωνάζουν το "φρικιό" και την δείχνουν με το δάχτυλο. Περπατά στο πεζοδρόμιο, σκυφτή, χωρίς να δίνει σημασία στις φωνές και τις βρισιές. Κάνει μεγάλα άτσαλα βήματα και κλοτσάει με το πόδι της πέτρες και χώματα. Και όμως το πρόσωπο της είναι ήρεμο...

-Καλά αναίσθητη είσαι κορίτσι μου. Δεν ακούς που σε κοροϊδεύουν. Αντιμετώπισε τους. Βρίσε τους λιγάκι.

Τίποτα αυτή. Δεν ακούει την φωνή μου. Μεγαλώνει το βήμα και στρίβει στη γωνία του δρόμου. Χάνεται από τα μάτια των άλλων. Και τότε, αρχίζει να τρέχει, να τρέχει. Ώσπου σταματάει να ξαποστάσει. Τα μάτια της είναι γεμάτα δάκρυα. Πέφτει κάτω στις λάσπες. Κάνει να σηκωθεί. Δεν μπορεί. Νιώθει βαριά. Πέτρα ασήκωτη είναι η καρδιά της. Το μυαλό της βουίζει. Τα χέρια της τρέμουν. Αν την δουν έτσι οι άλλοι, θα την βρίσουν χειρότερα. Θα την πουν <<ρεμάλι>> και δεν το θέλει. Δεν είναι αλήθεια!!!

Αργά- αργά σηκώνεται. Σε τι χάλι όμως! Τα κατάμαυρα ρούχα της, γεμάτα λάσπες έχουν κολλήσει πάνω στο σώμα της από τις τρύπες στο παντελόνι και στην μπλούζα. Οι αλυσίδες κρέμονται...

Συνεχίζει το τρέξιμο. Φτάνει μπροστά σε μια καγκελόπορτα. Ένας κήπος ρημαγμένος και πιο μέσα ένα σπίτι κατεστραμμένο. Μπαίνει μέσα, χάνεται στα πίσω δωμάτια. Την ακολουθάω προσεκτικά. Τι είναι αυτό Θεέ μου;... Ανάμεσα σε χαλάσματα τρία μικρά κρεβάτια. Το ένα άδειο. Υποθέτω ότι είναι το κρεβάτι του κοριτσιού. Στο άλλο μια μεγάλη γυναίκα. Τα μάτια της, ορθάνοιχτα, κοιτούν στο κενό. Αχ Θεέ μου, τυφλή είναι!!! Στο άλλο κρεβάτι ένα κοριτσάκι ως επτά χρονών. Τα ματάκια του κατάκλειστα δεν κοιτούν πουθενά...!

Το κορίτσι πλησιάζει την γυναίκα...:

- Γλυκιά μου μανούλα γύρισα, πώς είσαι σήμερα; Χρειάστηκες τίποτα όσο έλειπα;

- Όχι ομορφιά μου, όλα ήταν καλά. Τα φρόντισες όλα πριν φύγεις. Σ’ ευχαριστώ αγάπη μου, σ’ ευχαριστώ κάνεις τα πάντα για μας.

- Μάνα σας αγαπώ τόσο πολύ, πώς θα μπορούσα να μην σας φροντίζω με όλη μου την καρδιά, εσένα και την μικρή μου αδελφή;

Και πλησίασε την αδερφή της και την σφιχταγκάλιασε με αγάπη! Τα ματάκια του μικρού σφίχτηκαν καθώς αγκάλιαζαν τη μεγάλη αδελφή, μα δεν άνοιξαν...

-Ειρήνη, --αα! ώστε έτσι έλεγαν το κορίτσι--, Ειρήνη, ξαναλέει το μικρό με γλύκα, που ήσουν; Σε έψαχνα... Ήθελα να βγούμε έξω, να με πας βόλτα, αλλά εσύ δεν ήσουν εδώ... Σε φώναζα αλλά δεν απαντούσες...! Πού ήσουν;

- Μικρό μου, έξω ήμουν, σας έφερα το φαγητό σας, του είπε και του χάιδεψε το χεράκι. Την σκέπασε καλά και την ξαναφίλησε με αγάπη.

Έπειτα, σηκώθηκε, πήγε κοντά στην μάνα της, την φίλησε και της είπε:

- Μάνα, πάω να ετοιμάσω το φαγητό, να σας φέρω να φάτε...

Και έκανε να φύγει. Μα η φωνή από το κρεβάτι της μάνας την σταμάτησε μπρος στην πόρτα.

-Ειρήνη κορίτσι μου, έλα εδώ, θέλω να σου πω μερικά πράγματα...!

...- Έχω να σε δω περίπου από τα 8 σου χρόνια. Σε θυμάμαι με το λευκό σου φουστανάκι, να τρέχεις μες στον κήπο μας και να πέφτεις στην αγκαλιά του πατέρα σου. Τώρα; Τώρα δεν ξέρω πως είσαι! Έχεις εκείνο το όμορφο λουλούδι στα μαλλιά ; Τα όμορφα βραχιόλια σου; Φοράς τα ροζ σου πέδιλα; Δεν έχω πια εικόνα σου στο μυαλό μου... Πώς είσαι, Ειρήνη μου; Πως είσαι; Πες μου...!

-Ναι, Ειρήνη, πες μας πως είσαι; Εγώ δεν σε θυμάμαι καθόλου...! λέει και η μικρή αδερφή. Εγώ, σε φαντάζομαι Ειρήνη, να είσαι σαν άγγελος!!!

Τα μάτια της Ειρήνης γέμισαν δάκρυα...! Τι να τους έλεγε τώρα; Κοίταξε τα μαύρα λασπωμένα ρούχα της, τις αλυσίδες που κρέμονταν. Αχ! Πώς είχε καταντήσει έτσι; Μα ο δρόμος μετά τον θάνατο του πατέρα της, την τύφλωση της μάνας και της αδερφής της, την είχε οδηγήσει σε αυτήν την κατάσταση...!

Και τότε πήρε την απόφαση της:
-Γλυκιά μου μάνα, γλυκιά μου αδερφούλα, έτσι είμαι όπως με θυμάστε και με φαντάζεστε. Με το λευκό μου φόρεμα και το λουλούδι στα μαλλιά. Τίποτα δεν άλλαξα. Έμεινα έτσι ακριβώς όπως μου έμαθες και μου δίδαξες καλή μου μάνα, κατάλευκη, να σκορπίζω πάντοτε την χαρά, την αγάπη και την ειρήνη!!!

Της Πούλιου Ευτυχίδου

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Η πίστη και το κουράγιο της Βέφας Αλεξιάδου

Μια χριστιανή μητέρα για την κοίμηση της κόρης της

Η τηλεοπτική σεφ Βέφα Αλεξιάδου, η οποία έχασε αναπάντεχα την κόρη της Αλεξία, αισθάνθηκε την ανάγκη να επικοινωνήσει με τους φίλους της στο Facebook και να τους ευχαριστήσει για την συμπαράσταση που έδειξαν στον μεγάλο της πόνο. 

image
Η κ. Αλεξιάδου έγραψε:

«... Φίλες και φίλοι μου Καλημέρα. Τρίτη σήμερα. Ξημέρωσε μια όμορφη μέρα, όπως μια εβδομάδα πριν που δεν ήξερα τι θα μου έφερνε. Μου φύλαγε ανείπωτο πόνο! Ένα δυνατό χτύπημα το πιο δυνατό που ένιωσα στη ζωή μου και που μπορεί να νιώσει άνθρωπος. Άνοιξα και σήμερα την πόρτα μου, όπως τότε, καλημέρισα τη ζωή και παρακάλεσα το Θεό, όπως κάθε μέρα, να μου δώσει τη δύναμη αντιμετωπίσω, ότι θα φέρει στο διάβα της. Παρακάλεσα να μου δώσει επί πλέον δύναμη όση χρειάζομαι για να σταθώ στα πόδια μου και να συνεχίσω με θάρρος τη ζωή. Παρόλο το βαθύ, το μεγάλο πόνο μου.

Η βαθειά πίστη μου στο Θεό είναι το στήριγμά μου, όπως και σε κάθε πονεμένο άνθρωπο που πιστεύει σ' Αυτόν. Δεν θα πω, όπως λένε κάποιοι, ότι τα μεγάλα δέντρα χτυπούν οι κεραυνοί. Χιλιάδες, εκατομμύρια μανούλες ένιωσαν τον ίδιο πόνο που νιώθω εγώ, και πρώτη απ' όλες η Παναγιά μας, που ο δικός της πόνος ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερος από όλους τους δικούς μας, γιατί είδε το παιδί της να πεθαίνει άδικα με το μαρτυρικότερο θάνατο κρεμασμένο επάνω στο Σταυρό. Η δύναμη της, ο δικός της πόνος δίνει κουράγιο στο δικό μας πόνο. 

Δεν μας τα παίρνει τα παιδιά μας ο Θεός, που στην ουσία είναι δικά του παιδιά. Ο Θεός δεν είναι κακός, δεν είναι τιμωρός. Αυτή είναι η ζωή μας! Και το ξέρουμε από τη στιγμή που γεννιόμαστε, ότι συγκρινόμενη με την αιωνιότητα είναι ένα απειροελάχιστο ταξίδι.

Γι αυτό πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι για τη στιγμή που θα φτάσουμε στο τέρμα και θα περάσουμε στην αιώνια ζωή. Στο σύντομο αυτό ταξίδι εδώ κάτω στη γη, η ζωή μας είναι ένα μεγάλο σχολειό! Όλοι είμαστε μαθητές, δίνουμε εξετάσεις, κι εκεί επάνω ψηλά απονέμονται τα βραβεία. Όσο καλύτερες είναι οι επιδόσεις και οι αντοχές μας, τόσο μεγαλύτερη η ανταμοιβή μας.
Ένα Μ Ε Γ Α Λ Ο ευχαριστώ μέσα από την πονεμένη κάρδια μου για την τόση αγάπη και τη συμπαράσταση σας στη θλίψη μου. Με στηρίζετε! Να 'στε όλοι και όλες καλά. Να έχουμε μια όμορφη, χαρούμενη μέρα με ευχάριστες ειδήσεις.
Και μέσα από τα φυλλώματα των δέντρων τρυπώνει ο ήλιος και ζεσταίνει τις καρδιές μας. Έχετε σκεφθεί ότι το φως του τρέχει με τέτοια ταχύτητα στο άπειρο και ότι όχι μόνον εμείς αλλά και γενιές που δεν γεννηθήκαν ακόμη είμαστε ξεπερασμένοι;...»



πηγή-Το είδα ΕΔΩ

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Μεγάλο κακό το να κρίνουμε μόνο από αυτά που βλεπουμε.


Ο ιερέας μόλις είχε τελειώσει το συμβούλιο με την εκκλησιαστική επιτροπή. Είχε βραδιάσει πια. Η βροχή έκανε τους δρόμους να γυαλίζουν στο φως του φεγγαριού.
Μπήκε στο αμάξι του και πήρε τον δρόμο για το σπιτικό του. Ήταν πολύ κουρασμένος. Σωματικά αλλά και ψυχικά. Όλη την ημέρα άκουγε τα προβλήματα του κόσμου προσπαθώντας να καθοδηγήσει, προσπαθώντας να μην αποκάμει ο ίδιος με αυτά που άκουγε δίνοντας συγχρόνως συγχώρεση και ελπίδα.

Καθώς είχε διασχίσει σχεδόν όλη την διαδρομή για το σπίτι του ξαφνικά πάτησε φρένο μπροστά σε ένα μαγαζί που πουλούσε σάντουιτς.
Κατέβηκε και με δυο τρία γρήγορα βήματα μπήκε μέσα στο κατάστημα. Η βροχή είχε δυναμώσει. Τα γυαλιά μυωπίας του θόλωσαν. Τα έβγαλε και τα σκούπισε με το εσώρασό του.
Στο κατάστημα δεν υπήρχε άλλος πελάτης. Δύο κοπέλες πίσω από τον κισέ και ένας νεαρός ο οποίος μάλλον πήγαινε τις παραγγελίες στα σπίτια.
«Θα ήθελα παρακαλώ, δύο σάντουιτς με γύρο και δύο με σουβλάκι...» είπε ο ιερέας.
Οι δύο κοπέλες κοιτάχτηκαν στα μάτια, με διάθεση να αστειευτούν.
Ο ιερέας κατευθύνθηκε προς το ψυγείο με τα αναψυκτικά και πήρε δύο. Τα τοποθέτησε δίπλα στην ταμειακή μηχανή. Αυτά που ζήτησε ήταν έτοιμα.
«Τι οφείλω παρακαλώ...», απευθύνθηκε στην κοπέλα που κτυπούσε τα πλήκτρα τις ταμειακής βαριεστημένα. Αντί όμως για την τιμή της παραγγελίας ο ιερέας δέχτηκε μία ερώτηση...
«Πάτερ, ξέρετε τί ημέρα είναι σήμερα; Μήπως ξεχάσατε»;
Ο ιερέας παραξενεύτηκε... «Τι ημέρα είναι...»;
«Είναι Παρασκευή πάτερ...δεν είναι νηστεία; Εσείς δήθεν πρέπει να μας δείχνεται το καλό παράδειγμα και όχι να τρώτε κρέατα τέτοια ημέρα...».
Ο ιερέας χαμήλωσε το κεφάλι του. Έβγαλε από το πορτοφόλι του το ποσό που είδε να αναγραφεται πάνω στην ταμειακή μηχανή.
«Κρατήστε τα ρέστα....θα ήθελα να προσεύχεστε για μένα, είμαι ένας ταλαίπωρος άνθρωπος γεμάτος πάθη...» είπε και βγήκε από το μαγαζί.
Η κοπέλα παρατήρησε ότι ο ιερέας βγαίνοντας από το μαγαζί τους δεν κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του, γεμάτη ικανοποίησε γι'αυτό που είπε έκανε να βγει και αυτή έξω...
«Μα που πάει...»; είπε κοιτώντας την άλλη κοπέλα η οποία είχε σαστίσει με το όλο σκηνικό.
Ο ιερέας κατευθύνθηκε προς την αντίθετη πλευρά που βρισκόταν η πορεία του προς το σπίτι του. Με γοργό βήμα σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκε στο σημείο που ήθελε. Ένας κάδος σκουπιδιών. Η βροχή άρχισε να δυναμώνει ακόμα περισσότερο.
«Αδελφέ, μπορώ να σε απασχολήσω λίγο...» ήταν τα λόγια του ιερέως προς τον μελαψό άνδρα ο οποίος έψαχνε μέσα στα σκουπίδια.

Ο άνδρας άφησε τις σακούλες που είχε στο χέρι του. Κατευθύνθηκε προς τον ιερέα.
Στάθηκε ακριβώς μπροστά του. Τα μάτια τους κοινωνούσαν την ίδια βροχή, τον ίδιο αέρα, το ίδιο κρύο...
Ο ιερέας δεν είπε κάτι άλλο. Άπλωσε τα χέρια του τις σακούλες με τα σάντουιτς και τα αναψυκτικά.
Ο μελαψός άνδρας δεν άπλωσε τα δικά του. Μάλλον δεν πίστευε ότι αυτό του συμβαίνει. Ένα μικρό παιδάκι, μάλλον ο γιος του, το οποίο στεκόταν δίπλα του άπλωσε τα μικρά και αδύνατα χεράκια του και πήρε τις σακούλες και άρχισε να τα περιεργάζεται.
Ο ιερέας με ένα νεύμα συγκατάβασης γύρισε και απομακρύνθηκε.
Φτάνοντας στο αυτοκίνητό του, το οποίο το είχε αφήσει μπροστά στο σαντουιτσάδικο, τον περίμενε μια έκπληξη.

Η κοπέλα η οποία του είχε κάνει την παρατήρηση είχε βγει έξω για να δει που πήγε...τα είχε δει όλα.
«Πάτερ....συγνώμη...». Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει. Ο ιερέας της έπιασε τα χέρια και διακόπτοντάς την είπε: «Μην στεναχωριέσαι...να εύχεσαι για μένα, καλό σου βράδυ».
Τα μάτια της κοπέλας βούρκωσαν...δύο τρία δάκρυα κύλισαν στα μάγουλά της καθώς έβλεπε το αυτοκίνητο του ιερέως να χάνεται μέσα στην βροχερή νύχτα.
Από το απέναντι πεζοδρόμιο περνούσαν τώρα ο μελαψός άνδρας με το μικρό παιδάκι του γελώντας και τρώγοντας αυτά που τους πρόσφερε ο ιερέας.
Η κοπέλα μπήκε μέσα στο μαγαζί.
«Είσαι καλά»; την ρώτησε η συνάδελφός της.
«Μεγάλο κακό το να κρίνουμε γρήγορα και επιπόλαια μόνο από αυτά που βλέπουμε...» είπε με τρεμάμενη φωνή.



αρχιμ.Παύλος Παπαδόπουλος

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Κυριακάτικο πρωινό στο πάρκο...

Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα
 Το μικρό κοριτσάκι ανέβηκε αργά αργά στην κούνια του άδειου από παιδιά πάρκου. Τα πεσμένα κιτρινισμένα φύλλα από τα γύρω πλατάνια μαζεύονταν στις γωνιές στροβιλιζόμενα από το ψυχρό βοριαδάκι του Νοεμβρίου. Καθώς η μικρή αιωρούνταν νωχελικά, ούτε που καταλαβε ότι για μια στιγμή τα πλούσια μακριά καστανά της μαλλιά είχαν μπλεχτεί για λίγο στις αλυσίδες της κούνιας.
  Το βλέμμα της, σε εκφραστική αντίθεση με το σώμα της που πηγαινοερχόταν μπρος-πισω, έμενε καρφωμένο κάπου πολύ μακριά... Ήταν τόσο απορροφημένη στις παιδιάστικες αθώες σκέψεις της, τόσο που δεν κατάλαβε καν το χάδι. Ήταν τόσο περίεργα γι΄αυτήν τούτη η Κυριακή στην εκκλησία. Πρώτη φορά κάθισε με τη θεία στις πρώτες θέσεις. Πρώτη φορά είδε ότι οι συγγενείς της μοίραζαν και γλυκό σιτάρι στο τέλος. Πρώτη φορά άκουσε πως η μαμά της μπορεί να είναι πια άγγελος στον ουρανό! Α, ναι! Σήμερα ήταν και η πρώτη μέρα που το καντηλάκι στο δωμάτιο της μαμάς ήταν σβηστό. Η γιαγιά είπε πως η μαμά σήμερα θα έβλεπε το Χριστό, δε χρειαζόταν πια λαδάκι.
  Μια νέα γυναίκα με ένα μακρύ γαλάζιο φόρεμα, είχε προβάλει πίσω απ΄την αλέα στην άκρη του πάρκου κι αφού πλησίασε κοντά στο παιδί, την κοίταξε εξεταστικά μέσ΄ από τα κατάμαυρά της μάτια που πλαισιώνονταν από τα χλωμά, σχεδόν κατάλευκά της μάγουλα. Και τότε σήκωσε το σχεδόν διάφανο χέρι της και χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά της μικρής. Αφού κάποιο δάκρυ πήγε και στάλαξε στο μάγουλό της, τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε, απομακρύνθηκε γοργά, με έναν τρόπο που φάνταζε στα μάτια μου σαν να μην πατούσε στο χώμα! Και τότε είδα να χάνεται ξαφνικά, να εξαφανίζεται καλύτερα, από το οπτικό μου πεδίο... Μα το κεφάλι μου πονούσε σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη μέρα. Αυτά τα καινούρια φάρμακα που έπαιρνα ίσως μου φέραν παραισθήσεις. Ίσως....
  Λιγα λεπτά της ώρας αργότερα, μια μαυροφορεμένη κυρά βγήκε από το μικρό καφενεδάκι του πάρκου αφήνωντας την πόρτα του για λίγο ανοιχτή. Μέχρι τότε δεν είχα αντιληφθεί ότι εκεί μέσα υπήρχαν θαμώνες. Το αντίθετο, πίστευα πως ήταν κλειστό. Από την ανοιχτή ξύλινη πόρτα του μαγαζιού αυτού ξεχώρισα κάποια σποραδικά λόγια της εκεί συντροφιάς. Τότε κατάλαβα.... “Η καϋμενούλα η μικρή!
 Κατάλαβε άραγε αν θα ξαναδεί τη μανούλα του;”, άκουσα μια ψιλή γυναικεία φωνή. Μια άλλη φωνή απάντησε, μα ο αέρας δεν έφερε τη φωνή ξεκάθαρα στ΄αυτιά μου. Πάντως διέκρινα κάποιες λέξιεις: “ είναι νωρίς ακόμη... λίγο παραπάνω από μήνας ... η ζωή συνεχίζεται” και κάτι τέτοια. Κάθε απορία μου έσβησε όταν μια ευτραφής κυρία βγαίνοντας κι αυτή από το καφενείο είπε στη διπλανή της: “Άλλο να πας σε μνημόσυνο για γέρο κι άλλο για νέα γυναίκα, Καλλιόπη μου!”.

 Η μαυροφορεμένη κυρία κατευθύνθηκε στην κούνια, πήρε τη μικρή απ΄το χέρι, την κατέβασε και κατευθύνθηκαν προς την έξοδο του πάρκου. Πριν βγουν στη δημοσιά, τα πρώτα, μα και τελευταία λόγια που άκουσα από το κοριτσάκι έφτασαν στ΄αυτιά μου, την ώρα που έβγαινε πιασμένη πάντα από το χέρι της μεσήλικης κυρίας: “Στο σπίτι πάμε θεία; Να΄ρθε άραγε η μανούλα;”

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2014

Έτσι γνώρισα την Τατιάνα...


Γράφει η Έλενα

Έτυχε να είμαι εκεί όταν ο Γέροντας έκλεισε το τηλέφωνο. Έτυχε να μιλά μαζί της και μου είπε ότι του είχε ζητήσει να πάει να μιλήσουν, προειδοποιώντας τον να μην τρομάξει όταν την δει σε χρώμα πορτοκαλί ή μουσταρδί (κάτι τέτοιο, δεν θυμάμαι ακριβώς...). Του το είπε μάλιστα γελώντας, σαν σε αστείο και όχι σαν σε καρκίνο.

Η Τατιάνα πάλευε με τον καρκίνο χρόνια αλλά ήταν πιστή Χριστιανή και -όπως φαίνεται- βίωνε το "πού σου θάνατε το νίκος;" και έτσι έβγαζε την γλώσσα στην αρρώστια που της άλλαζε χρώμα στο ωραίο πρόσωπο.

Εγώ δεν την είχα γνωρίσει αλλά είπα δυο λόγια προσευχής γιαυτήν την πνευματική μου αδελφή, για το κορίτσι στον δρόμο του ουρανού.
Σήμερα πήγα να την γνωρίσω στην κηδεία της!

Όμορφη, πολύ όμορφη σαν να είχε γράψει ο Αρχάγγελος των ψυχών " Χριστός ανέστη" στη μορφή της.
Τα μακριά μαύρα της μαλλιά ζωντανά, σαν να γλυστρούσαν πάνω τους αγγελούδια-συνοδοί σε πανηγύρι....
Ανακάλυψα εκεί πως τον Νίκο, τον σύζυγό της, τον γνώριζα. Είχαμε δουλέψει κάποτε μαζί, σε μια εφημερίδα.
Χαμογέλασε ένα χαμόγελο ελπίδας χρυσάνθεμο, όταν του είπα "καλές υπομονές και καλόν παράδεισο να έχει η Τατιάνα".
Βλέπεις ο Νίκος είχε περπατήσει μαζί της τους δρόμους του πόνου, της υπομονής και της πίστης και τώρα του έμεινε αποκούμπι Αυτός που δικαιολογεί -απόλυτα- την απόλυτη ελπίδα της Συνάντησης. Γιαυτό μπορούσε να χαμογελάει (στο ακρόχειλο ο πόνος και η έλλειψη, διέγραφαν την ελλειπτική τροχιά του πικρού χωρισμού...).

Αλλά και οι γονείς και όλοι οι στενοί συγγενείς, είχαν την ευπρέπεια και το αγόγγυστο των ανθρώπων που ξέρουν την Αλήθεια Του και μ'αυτή ντύνουν το δάκρυ, κάνοντάς το να μοιάζει πολύτιμος λίθος στο δαχτυλίδι της υποταγής (αλλιώς λέγεται "γεννηθήτω το θέλημά Σου")...

Η Τατιάνα έζησε εδώ 38 χρόνια και πρόλαβε να χαρεί ένα παιδάκι.
Τατιάνα, χαίρομαι που πρόλαβα να σε γνωρίσω και σε παρακαλώ πες του καλού Θεού και για μας...

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

Η Ουγκάντα με έμαθε να εκτιμάω αλλά και να ευχαριστώ κάθε μέρα για όσα έχω.

Της Σταυρούλας Λαμπίδη
(μέλους της αποστολής στην Ουγκάντα τον Ιούλιο του 2013 και Αύγουστο του 2014)*
Όσες φορές και αν κατέβει κανείς τελικά στην Αφρική γυρνάει πάντα με γεμάτη την καρδιά. Αυτό το καλοκαίρι κατάφερα να ζήσω για 2η φορά την εμπειρία της Ουγκάντας. Μετά τις περσινές εικόνες και αναμνήσεις που είχα από τον τόσο διαφορετικό αυτό κόσμο περίμενα με μεγάλη χαρά και προσμονή αυτό το ταξίδι.
Πέρσι είδαμε την Ιεραποστολή αυτή να βάζει τα θεμέλια της. Φέτος κατεβήκαμε περιμένοντας να δούμε την εξέλιξή της. Αυτό που βρήκαμε όμως ήταν πολύ παραπάνω από ότι μπορεί να είχαμε φανταστεί. Βρήκαμε την....εκκλησία του Αγ.Σπυρίδωνα σχεδόν ολοκληρωμένη. Βρήκαμε ένα ιατρείο. Βρήκαμε ένα πολύ όμορφο και περιποιημένο χώρο. Αλλά η μεγαλύτερη έκπληξη ήταν ότι βρήκαμε μια ενορία! Βρήκαμε μια πολύ μεγάλη οικογένεια! Άνθρωποι όλων των ηλικιών έτοιμοι να προσφέρουν και να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον. Άνθρωποι που ζούνε με το τίποτα αλλά χαμογελούνε πάντα. Άνθρωποι που πιστεύουν με την ψυχή τους. Σε κάθε Θεία Λειτουργία βλέπαμε την Εκκλησία να ζωντανεύει! Από πολύ νωρίς είχε γεμίσει. Και όλοι έψελναν μαζί. Από τον πιο μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο. Ήταν μια συγκλονιστική εικόνα που στην Ελλάδα δεν έχω συναντήσει.

Οι άνθρωποι της Ουγκάντας μου έχουν προσφέρει πολύ περισσότερα από όσα θα μπορούσα εγώ να τους δώσω! Με βοήθησαν να γνωρίσω τον Θεό καλύτερα και μέσα από Αυτόν να γνωρίσω και τον εαυτό μου καλύτερα. Έμαθα να εκτιμάω αλλά και να ευχαριστώ κάθε μέρα για όσα έχω. Γιατί εκεί κάτω τίποτα από αυτά δεν είναι δεδομένο. Αυτοί οι άνθρωποι μου απέδειξαν πόσο απλό είναι να είσαι ευτυχισμένος. Πως μέσα σε τόσες κακουχίες και προβλήματα να έχεις την δύναμη να χαμογελάς. Πως δεν πρέπει ποτέ να πάψεις να ελπίζεις.
* Σημείωση της 3ης Αποστολής. Η Σταυρούλα Λαμπίδη, φοιτήτρια της Ιατρικής, βοήθησε και προσέφερε με αγάπη , εθελοντικά το 2013 και 2014 στη Ιεραποστολική δραστηριότητα της Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής στην Ουγκάντα.Μαζί με άλλα νέα παιδιά βοηθά στο πρόγραμμα αναδοχής σπουδών για τα παιδιά της Ουγκάντας κατά τη διάρκεια του χειμώνα.Ο Θεός να την ευλογεί!Την ευχαριστούμε «από καρδιάς» πολύ.

 πηγή

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Η ιστορία της Κυράς της Ρήνειας.: Η γυναίκα που ζούσε μόνη της επί 54 χρόνια σε ακατοίκητο νησί απέναντι απ' τη Μύκονο





Η Κατερίνα Σαντοριναίου (1915-1990) είναι γνωστή με το προσωνύμιο «Κυρά της Ρήνειας» ή «Διαφεντού της Μεγάλης Δήλου». Η Ρήνεια είναι ένα μικρό νησί κοντά στη Μύκονο και σχεδόν «κολλημένο» με τη Δήλο. Στο παρελθόν είχε πλούσια ιστορία και συνέδεσε το όνομα της με τη γειτονική Δήλο. Οι παλιοί Μυκονιάτες ακόμα ταυτίζουν τα δύο νησιά και τα αποκαλούν με την ονομασία «Δήλες».

Η γυναίκα που δεν εγκατέλειψε ποτέ το νησίΗ Κατερίνα Σαντοριναίου πέρασε όλη της ζωή στη Ρήνεια. Τα πρώτα χρόνια ζούσε με τον σύζυγό της και μεγάλωσαν εκεί τα εφτά παιδιά τους. Συντροφιά της οικογένειας ήταν οι καλλιεργητές και οι βοσκοί που επισκέπτονταν το νησί αυθημερόν και το βράδυ επέστρεφαν στη Μύκονο. Φυσικά αν τους το επέτρεπε ο καιρός. Τις ημέρες που το καΐκι κατάφερνε να δέσει στη Ρήνεια, η Κατερίνα κατέβαινε στο λιμανάκι να πάρει κάποιες προμήθειες, αλλά και να υποδεχτεί τους λιγοστούς επισκέπτες.
Με χαρά τους ξεναγούσε στο νησί της και δεν ήταν λίγες οι φορές που τους φιλοξενούσε στο σπίτι της. Εκτός από φύλακας και ξεναγός, η γυναίκα φρόντιζε και τις πέντε εκκλησίες του νησιού. Άναβε τα καντήλια, καθάριζε τους χώρους και τις αυλές και περιποιούνταν τους κήπους. Όταν ο σύζυγός της έφυγε από τη ζωή και τα παιδιά της εγκατέλειψαν το νησί, η ίδια δε θέλησε να φύγει. Έμεινε μόνη της στην έρημη Ρήνεια με μόνη συντροφιά τα δύο σκυλιά της. Τον πρώτο καιρό συνέχισε τις παλιές της δραστηριότητες.

Όταν τα κατάφερνε μάλιστα, παρήγαγε και δικό της τυρί. Με το πέρασμα του χρόνου απέκτησε και το μοναδικό τηλέφωνο του νησιού, που ήταν για εκείνη σημαντική συντροφιά, ιδιαίτερα τα χειμωνιάτικα βράδια με κακοκαιρία που κανείς δεν μπορούσε να προσεγγίσει τη Ρήνεια. Όσο κι αν οι βοσκοί και οι καλλιεργητές που επισκέπτονταν το νησί την παρότρυναν να το εγκαταλείψει, εκείνη αρνιόταν πεισματικά.
Η Κατερίνα Σαντοριναίου έμεινε τελικά στην αγαπημένη της Ρήνεια για 54 συνεχή χρόνια, μέχρι που έφυγε από τη ζωή τον Απρίλιο του 1990. Ετάφη στη Μύκονο με την παραδοσιακή της φορεσιά την οποία επίσης αρνούνταν να εγκαταλείψει. Ένας από τους γιους της φροντίζει μέχρι σήμερα την περιουσία της οικογένειας στο νησί, καθώς και το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου.

Η ιστορία της Ρήνειας
Το 530 π.Χ. ο τύραννος της Σάμου Πολυκράτης κατέλαβε τη Ρήνεια και τη «δώρισε» στη Δήλο, που ήταν το ιερό νησί του Απόλλωνα. Μάλιστα, σύμφωνα με τη μυθολογία ο τύραννος έδεσε τα δύο νησιά μεταξύ τους με μια αλυσίδα γι’ αυτό βρίσκονται τόσο κοντά το ένα με το άλλο. Στις μέρες μας χρησιμοποιείται σαν χώρος βοσκής ζώων από τη Μύκονο. Τα τελευταία χρόνια τα μικρό νησί έχει συζητηθεί πολύ λόγω καταγγελιών για παράνομη ανοικοδόμηση, ωστόσο παραμένει μέχρι σήμερα ακατοίκητο.
Η Ρήνεια είναι σχεδόν κολλημένη με τη Δήλο γι αυτό και τα δύο νησιά ονομάζονταν παλιά Δήλες.
Αντλήθηκαν πληροφορίες από το σημείωμα του νησιολόγου Γ. Γιαγκάκη. «Η κυρά της Ρήνειας, είκοσι χρόνια από την κοίμησή της».... 

 ΠΗΓΗ

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Η Σαντάκο από την Χιροσίμα

Το Πάρκο Ειρήνης της Χιροσίμα είναι ένα μεγάλο πάρκο στο κέντρο της Χιροσίμα στην Ιαπωνία, αφιερωμένο στη μνήμη των θυμάτων της πυρηνικής επίθεσης που δέχτηκε η πόλη στις 6 Αυγούστου 1945.





Υπάρχουν διάφορα μνημεία και κτίρια μέσα στο πάρκο, το καθένα αφιερωμένο σε μια διαφορετική πλευρά της επίθεσης.

Κοντά στο κέντρο του πάρκου υπάρχει ένα τσιμεντένιο μνημείο σε σχήμα αψίδας που στεγάζει ένα κενοτάφιο με τα ονόματα όλων των ανθρώπων που δολοφονήθηκαν από τη βόμβα. Το Κενοτάφιο φέρει τον επικήδειο "Αναπαυθείτε εν Ειρήνη, γιατί το λάθος δεν θα επαναληφθεί". Κοιτάζοντας κάποιος μέσα από την αψίδα βλέπει τη Φλόγα της Ειρήνης και το Θόλο της Ατομικής Βόμβας.



Το Κενοτάφιο Μνήμης, κεντρικό μνημείο στο Πάρκο Ειρήνης


Ο Τύμβος της Ατομικής Βόμβας είναι ένα μεγάλο ανάχωμα, που καλύπτεται από γρασίδι, και στο εσωτερικό του βρίσκεται η τέφρα περίπου 70.000 θυμάτων της βόμβας που δεν αναγνωρίστηκαν.





Το Μνημείο Ειρήνης της Χιροσίμα, γνωστό και σαν Θόλος της Ατομικής Βόμβας, είναι ότι απέμεινε από τον εκθεσιακό χώρο προώθησης βιομηχανικών προϊόντων της πόλης. Το κτίριο ήταν το πλησιέστερο στο υπόκεντρο της ατομικής έκρηξης που έμεινε όρθιο. Διατηρείται στην κατάσταση που ήταν αμέσως μετά την επίθεση για να θυμίζει την καταστροφική δύναμη των πυρηνικών όπλων. Είναι ίσως το πιο γνωστό σύμβολο του πάρκου και της πυρηνικής επίθεσης.


Ο Θόλος της Ατομικής Βόμβας


Το Μνημείο Ειρήνης των Παιδιών (το οποίο αναφέρεται και στο μάθημά μας) είναι ένα άγαλμα αφιερωμένο στη μνήμη των παιδιών που πέθαναν εξαιτίας του βομβαρδισμού και κατασκευάστηκε το 1958. Είναι το άγαλμα ενός κοριτσιού με απλωμένα χέρια, ενώ πάνω από το κορίτσι πετά ένας γερανός. Το γλυπτό βασίζεται στην αληθινή ιστορία της Σαντάκο Σασάκι, μιας νεαρής κοπέλας που πέθανε από τη ραδιενέργεια της βόμβας λίγα χρόνια μετά την επίθεση. Η Σαντάκο πίστευε ότι αν έφτιαχνε χίλιους οριγκάμι γερανούς θα θεραπευόταν. Μέχρι και σήμερα, άνθρωποι (κυρίως παιδιά) απ' όλο τον κόσμο φτιάχνουν τέτοιους χάρτινους γερανούς και τους στέλνουν στη Χιροσίμα όπου τοποθετούνται κοντά στο άγαλμα.








Η Καμπάνα της Ειρήνης βρίσκεται κοντά στο Μνημείο των Παιδιών και αποτελείται από μια μεγάλη γιαπωνέζικη καμπάνα μέσα σε μια μικρή ανοιτκή κατασκευή. Οι επισκέπτες μπορούν να χτυπήσουν την καμπάνα, σαν έκκληση για την παγκόσμια ειρήνη, και ο δυνατός και μελωδικός της χτύπος ακούγεται συχνά μέσα στο Πάρκο. Πάνω στην καμπάνα υπάρχει μια επιγραφή στα ελληνικά, τα γιαπωνέζικα και τα σανσκριτικά: γνώθι σαυτόν. Η καμπάνα δωρήθηκε στο Πάρκο από την ελληνική Πρεσβεία, που διάλεξε το πιο ταιριαστό αρχαίο ρητό του Σωκράτη.



Οι Πύλες της Ειρήνης είναι πρόσφατη προσθήκη, και αποτελείται από έξι πύλες πάνω στις οποίες γράφεται η λέξη "ειρήνη" σε σαρανταοχτώ γλώσσες. Οι πύλες είναι περίπου πέντε μέτρα ψηλές και δυο μέτρα πλατιές.





Η ΧΙΡΟΣΙΜΑ ΤΟΥ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

Η Σαντάκο

Η μικρή επέζησε και μετά την ρίψη της ατομικής βόμβας και μάλιστα πήγε στο δημοτικό σχολείο, δεν έχασε ούτε μια μέρα μαθημάτων από αρρώστια, και της άρεσε πολύ να τραγουδάει και να τρέχει. Μάλιστα, έτρεχε πιο γρήγορα από όλους στην τάξη της. Όταν μεγάλωσε λίγο ακόμα, άρχισε να παίρνει μέρος σε σχολικούς αγώνες. Σε έναν απ'αυτούς, το Φλεβάρη του 1955, λιποθύμησε. Τότε πρόσεξαν όλοι τα "φουσκώματα" στο λαιμό της. Η διάγνωση στο νοσοκομείο ήταν "λευχαιμία".
Στις αρχές του Αυγούστου, η καλύτερή της φίλη την επισκέφθηκε στο νοσοκομείο. Πήρε ένα τετράγωνο κομμάτι χαρτί και της έμαθε πώς να φτιάχνει απ'αυτό χάρτινους γερανούς.





Σύμφωνα με μια γιαπωνέζικη παράδοση, αν ένας άρρωστος άνθρωπος φτιάξει χίλιους τέτοιους γερανούς θα γίνει καλά. Η Σαντάκο έπιασε αμέσως δουλειά, χρησιμοποιώντας ό,τι χαρτί έβρισκε, ακόμα και από τις συσκευασίες των φαρμάκων της. Όταν της τέλειωσε, πήγαινε στους άλλους θαλάμους και ζήταγε από τους άλλους αρρώστους να της δώσουν τα περιτυλίγματα των δώρων που τους έφερναν.Η απασχόλησή της με τους γερανούς απλά την έκανε να ξεχνάει ότι η κατάστασή της χειροτέρευε. Στις 25 Οκτωβρίου, ο "χοντρός" νίκησε. Η Σαντάκο έφυγε, στα δωδεκάμισί της χρόνια. Ο μύθος λέει ότι πρόλαβε να φτιάξει μόνο 644 γερανούς και ότι τους υπόλοιπους μέχρι τους χίλιους τους έφτιαξαν οι συμμαθητές της και τους έθαψαν μαζί της. Αν και στο Μνημείο της Ειρήνης της Χιροσίμα που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης αναφέρεται ότι είχε φτάσει τους χίλιους και συνέχισε να φτιάχνει.

Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

Το… “φθινοπωρινό πουλάκι” που αγίασε! (από τα παιδικά χρόνια του Γ. Ιακώβου Τσαλίκη)


(Άννα Ιακώβου, Ήταν κάποτε παιδία. Ο Γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης. Άθως- παιδικά, εκδ. Σταμούλη 2008)



Οι Άγιοί μας, καθώς και οι μεγάλοι γέροντες και ασκητές μας, ήταν κι αυτοί κάποτε παιδιά!

Ας διαβάσουμε, λοιπόν, ένα μικρό απόσπασμα, μια θαυμαστή ιστορία από τα παιδικά χρόνια του Γέροντα Ιάκωβου Τσαλίκη, όπως καταγράφεται στο εξαιρετικό βιβλίο της Άννας Ιακώβου, «Ήταν κάποτε παιδία- Ο Γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης»

….Φθινοπωρινό πουλάκι τον έλεγε η μάνα του, η κυρά-Δωρούλα, τον Ιάκωβο. Έτσι αδύνατος κι ασθενικός που ήταν, έμοιαζε περισσότερο μ’ εκείνα τα φθινοπωρινά πουλάκια που, σαν τα βλέπεις, αναρωτιέσαι πώς θ’ αντέξουνε τα πρωτοβρόχια, πώς θα πετάξουν κόντρα στους πρώτους παγωμένους αγέρηδες, πώς θα σκίσουν με τα φτερά τους εκείνους τους γκρίζους ουρανούς.

Και ήθελε η κυρά-Δωρούλα γερό και δυνατό τον μικρό Ιάκωβο για τα πρώτα του πεταρίσματα στη ζωή. Την ίδια όμως έγνοια είχε και για τις πνευματικές του πτήσεις. Πιο πολύ γι’ αυτά τα φτερουγίσματα ήθελε ο Ιάκωβος να κάμει γερά φτερά.

Και τώρα, που τον έβλεπε να μεγαλώνει και δειλά ν’ ανοίγει τις φτερούγες του σαν νιόβγαλτο πουλάκι να πετάξει στους δρόμους της γης και τ’ ουρανού, χτύπαγε πιότερο με λαχτάρα η καρδιά της.

Το πρώτο της ζωής του το φτερούγισμα ο Ιάκωβος το έκανε στα εφτά του χρόνια. Κι έφτασε τούτο το πετάρισμα ως του σχολειού τα σκαλοπάτια. Ένα σχολειό ασυνήθιστο που είχε στηθεί για χάρη των παιδιών μέσα στο μικρό ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, μιας και σχολειό κανονικό στο χωριό τους δεν είχε ακόμη γίνει. Εκεί μάζευε ο δάσκαλος τα παιδιά και τους έκανε το μάθημα. Το χειμώνα μέσα. καθισμένοι στα στασίδια της εκκλησιάς, αντάμα μ’ Αγίους κι Αγγέλους να μαθαίνουνε γραφή κι ανάγνωση. Και σαν έμπαινε η άνοιξη, βγαίνανε έξω, στα πεζούλια της αυλής, κάτω απ’ τα πυκνόφυτα πεύκα που κρύβανε περίτεχνα το μικρό ξωκλήσι του λόφου.

Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Συγκλονίζει η μητέρα που αγκάλιασε το δολοφόνο της κόρης της!

agkalia-dolofono-tis-koris-tis
Μια γυναίκα εξέπληξε τους πάντες σε μια δικαστική αίθουσα, όταν σηκώθηκε και αγκάλιασε τον δολοφόνο της κόρης της.
Η μητέρα από τη Φλόριντα των Ηνωμένων Πολιτειών, αποφάσισε να συγχωρήσει τον έφηβο ο οποίος πυροβόλησε και σκότωσε την 13χρονη κόρη της. Η γυναίκα συμφώνησε επίσης με τους εισαγγελείς να μην μπει στη φυλακή για πολύ καιρό ο νεαρός δολοφόνος!
Το περιστατικό ξεκίνησε όταν ο δράστης βρισκόταν στο λεωφορείο για το σχολείο και έδειχνε στα υπόλοιπα παιδιά το όπλο του πατριού του.
Το όπλο εκπυρσοκρότησε και σκότωσε το 13χρονο κορίτσι.
Τώρα, δύο χρόνια μετά τη δολοφονία το αγόρι παραδέχτηκε την ενοχή του για ανθρωποκτονία ενώ ζήτησε συγνώμη από τη μητέρα του θύματος.
Η γυναίκα τον αγκάλιασε και τον συγχώρεσε γιατί όπως είπε αυτό θα ήθελε να κάνει η κόρη της.
pentapostagma

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Ποδοσφαιριστής υιοθετεί μωράκι που βρέθηκε εγκαταλελειμμένο σε τρένο

Τι κι αν είναι ήδη πατέρας, τι κι αν είναι από τους πιο γνωστούς ποδοσφαιριστές στον κόσμο, ο Φλόρο Φλόρες συγκίνησε τον κόσμο με την απόφασή του να υιοθετήσει ένα εγκαταλελειμμένο μωρό.
Πριν λίγες ημέρες είχε γίνει γνωστή μια είδηση στην Ιταλία: ένα μωράκι λίγων ημερών είχε εγκαταλειφθεί στο τρένο, μέσα σε μια τσάντα σε δρομολόγιο Νάπολις-Αβερίνο αλλά ήταν σε καλή κατάσταση υγείας. Σύντομα μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο και του δόθηκε το όνομα Καρμίνε Φραντσέσκο προς τιμήν του Πάπα ενώ πλέον αναζητεί μια οικογένεια.
Ο επιθετικός της Σασουόλο προσφέρθηκε να του δώσει αγάπη, σπιτικό και ένα καλύτερο μέλλον υιοθετώντας το μωράκι με την σύζυγό του, Μικέλα ενώ ήδη έχουν ξεκινήσει τις διαδικασίες υιοθέτησης.
«Ακολουθήσαμε αυτό που μας είπε η καρδιά μας. Πάνω από ποδοσφαιριστής, είμαι και πατέρας. Και σίγουρα δεν είμαι κανένας ήρωας. Ήδη ακολουθούμε τις διαδικασίες για την υιοθεσία», δήλωσε ο ποδοσφαιριστής.
Ο Φλόρες έχει ήδη δύο κόρες και έναν γιο.
ΠΗΓΗ