Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεολογικοί στοχασμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεολογικοί στοχασμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

Αποστολικό ανάγνωσμα Κυριακής Παραλύτου-«Ανάστηθι και στρώσον σεαυτώ»



Μία από τις πιο συνηθισμένες μορφές που παίρνει η σχέση μας με το Θεό και την πίστη είναι αυτή της συναλλαγής. Ζητούμε από το Θεό να μας δώσει, αυτό που δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε εμείς να παλέψουμε για να πετύχουμε για τον εαυτό μας. Και εύκολα παραπονιόμαστε στο Θεό γιατί δεν μας έδωσε αυτό που θέλαμε ή, αν το λάβουμε, νιώθουμε χαρά και Τον δοξάζουμε, μέχρι την επόμενη φορά που θα χρειαστούμε κάτι. Βλέπουμε δηλαδή την πίστη ως πορεία προς την χρησιμότητα. Ενίοτε μάλιστα την μετράμε μόνο μ’ αυτό το κριτήριο. 


Η Εκκλησία όμως μας θέτει ένα μεγάλο ερώτημα: πόσο υπεύθυνοι αισθανόμαστε για τον εαυτό μας, γι’ αυτό που πιστεύουμε, γι’ αυτό που ζούμε; Και το ερώτημα προεκτείνεται. Πόσο υπεύθυνοι αισθανόμαστε για την ίδια μας τη ζωή, όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και σε συλλογικό; Πόσο αισθανόμαστε μέλη ενός σώματος, το οποίο χωρίς να απορρίπτει και την λογική της χρησιμότητας, μας καλεί και στην συν- ευθύνη, όχι για να απαλλάξει αυτούς που είναι επικεφαλής του από το βάρος και τον σταυρό να διακονήσουν το ίδιο το σώμα, αλλά για να προσδώσει το χαρακτήρα της κοινότητας και του ήθους της σε ό,τι γίνεται, τουτέστιν τον χαρακτήρα της αγάπης, της θυσίας και της προσφοράς σε όλους;


Το ερώτημα αυτό αποτυπώνεται στην προτροπή του Πέτρου προς τον επί οκτώ χρόνια παράλυτο και κατάκοιτο στο κρεβάτι Αινέα, στην πόλη της Λύδδας. Ο απόστολος, βλέποντάς τον, του λέει: «Αινέα, σε γιατρεύει Ιησούς ο Χριστός». Δεν μένει όμως μόνο σ’ αυτό. Συνεχίζει, λέγοντας: «Ανάστηθι και στρώσον σεαυτώ» (Πράξ. 9, 34). Δεν του χαρίζει ο Χριστός μόνο την υγεία. Του ζητά κάτι ως αντάλλαγμα. Να σηκωθεί και να στρώσει το κρεβάτι του, αλλά και να τακτοποιήσει τον εαυτό του, με τον δικό του κόπο, με την δική του προσπάθεια.


Δεν βάζει προϋπόθεση για την αγάπη και την δωρεά ο Πέτρος. Δεν βάζει προϋπόθεση η Εκκλησία για οποιαδήποτε βοήθεια προσφέρει στον άνθρωπο. Όμως δεν μπορεί αυτό να γίνεται συνεχώς, χωρίς ο άνθρωπος να αλλάζει τη ζωή του. Ο Χριστός και η πίστη προσφέρουν και προσφέρονται. Ο άνθρωπος όμως καλείται να δείξει ότι κατενόησε και αποφάσισε να ζήσει το νόημα της δωρεάς του Θεού. Πόσο λεπτό είναι αυτό το σημείο! Ο Χριστός δεν μας ζητά υλικά ανταλλάγματα. Δεν ζητά ούτε καν την πίστη ως ανταμοιβή για τις δωρεές που μας προσφέρει. Ζητά όμως να αναλάβουμε την ευθύνη για τη ζωή μας, να κοπιάσουμε γι’ αυτήν και να νοικοκυρέψουμε τα του οίκου της ψυχής μας.
Επομένως, η ευθύνη δεν είναι θεωρία. Δεν είναι υλική προσφορά. Δεν είναι ανταμοιβή. Είναι η απόφαση την οποία καλούμαστε να λάβουμε ως προς τη ζωή μας και ως προς το κομμάτι της εκείνο που εξαρτάται από εμάς. Είναι η πρόσκληση να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε εμείς οι ίδιοι για τον εαυτό μας. Αυτό μπορεί να είναι η μετάνοια, κατ’ αρχάς, για τον μέχρι τώρα τρόπο ζωής μας, δηλαδή για την αμαρτία που μας έχει καταστήσει καταναλωτές επιθυμιών, ηδονών, αυτάρκειας και η απόφαση να δούμε τον Χριστό και την σχέση μαζί Του ως το κομβικό σημείο της ζωής μας. Είναι στη συνέχεια, η απόφαση για κόπο, δηλαδή να κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας, ακόμη κι αν αυτό προϋποθέτει αγώνα για αλλαγή εντός μας, υποχώρηση και θυσία από τα όσα μας ευχαριστούν, παραίτηση ακόμη και από τη στιγμιαία χαρά, χάριν του άλλου, χάριν του νοικοκυρέματός μας, χάριν του να δείξουμε και να φανερώσουμε ότι είμαστε έτοιμοι να παλέψουμε για την πορεία της ζωής μας όσο περνάει από το χέρι μας.
 Ο Πέτρος δεν ζητά από τον Αινέα να χαρεί που έγινε καλά από την παραλυσία. Του ζητά να στρώσει το κρεβάτι του! Αντί για πανηγύρι και ευτυχία που θεραπεύεται, να δείξει ότι κατάλαβε το νόημα της αλλαγής που υπέστη και από παράλυτος θα γίνει δημιουργικός, νοικοκύρης, άνθρωπος που έχει νόημα και σκοπό στη ζωή του. Τέλος, ευθύνη σημαίνει προσφορά και στους άλλους, Να μπορούν να βλέπουν την μεταστροφή μας οι πλησίον μας και να δοξάζουν και να επιστρέφουν στον Χριστό, που καθιστά εφικτό το αδύνατο. Εννοείται ότι αν μπορούμε να προχωρήσουμε πέρα από την θέα, χρειάζεται να το πράξουμε. Να αποβάλλουμε δηλαδή την επανάπαυση σ’ αυτό που ελάβαμε και να παλέψουμε να μιλήσουμε για τον Χριστό στους άλλους, αλλά και να Τον καταδείξουμε με τα έργα και την πίστη μας. 


Η ευθύνη αποτελεί την απόδειξη της ελευθερίας, για την οποία έχουμε κληθεί από τον Θεό, αλλά και την οποία έχουμε λάβει ως δωρεά αιωνιότητας από Εκείνον. Μόνο αυτός που αγωνίζεται να είναι ελεύθερος, μπορεί τελικά να είναι και υπεύθυνος, τόσο για τον εαυτό του, την ζωή και την δίψα για σωτηρία, όσο και για τους άλλους, την ζωή τους, την σωτηρία τους. Και αυτό ο συνδυασμός της ελευθερίας με την ευθύνη αποτελεί τελικά τον τρόπο της υπέρβασης της ανάγκης και της νίκης κατά των παθών μας, που μας ωθούν προς την ανευθυνότητα. Γιατί η ανάγκη μας κάνει να στρεφόμαστε προς τους άλλους και να ζητούμε από εκείνους να μας δώσουν αυτό που μας λείπει, με αποτέλεσμα συχνά να παραιτούμαστε από την προσωπική προσπάθεια, καθιστάμενοι επαίτες, ενώ τα πάθη αλλάζουν τον προσανατολισμό της ζωής μας, με αποτέλεσμα να μην είμαστε σε θέση να χαράξουμε προτεραιότητες γι’ αυτήν, αλλά να λαμβάνουμε τις όποιες αποφάσεις με κριτήριο το θυμικό μας και όχι την επίγνωση τι είναι αυτό που θα μας βοηθήσει να παλέψουμε αληθινά.


Γνωρίζουμε καλά ότι η πίστη συνδέεται άμεσα με αυτό που ονομάζουμε πνευματικό αγώνα. Και ο αγώνας αυτός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αναγνώριση από την πλευρά μας ότι επειδή θέλουμε να αγαπάμε τον Θεό και να είμαστε ελεύθεροι κοντά Του, καλούμαστε και επιλέγουμε εν ελευθερία να έχουμε ευθύνες για την ζωή μας. Χωρίς να αρνούμαστε την εμπιστοσύνη στον Θεό και την λειτουργία μας και ως παιδιών Του, που απευθύνονται σ’ Αυτόν διατυπώνοντας τα αιτήματά τους, όπως σε Πατέρα (άλλωστε ο Χριστός μας ζήτησε να προσευχόμαστε στον Θεό με το «Πάτερ ημών»), η πνευματική ωριμότητα είναι μία πρόσκληση ανάληψης ευθύνης τόσο για την ζωή μας, όσο και για την ζωή των άλλων, στην οποία χτίζουμε και αποκαλύπτουμε τον αληθινό εαυτό μας.


Ζώντας σε μία πραγματικότητα που η απόθεση των ευθυνών στους άλλους, ιδιαίτερα στους ταγούς της κοινωνίας μας, δεν μας οδήγησε στην πρόοδο και την ευτυχία, αλλά στην κατάρρευση των προσδοκιών μας, μήπως είναι καιρός να ξαναδούμε όλες τις σχέσεις μας στην προοπτική της αληθινής ευθύνης; Όχι για να ικανοποιήσουμε φιλοδοξίες άλλων. Αλλά για να δείξουμε τελικά ότι ζητούμε από όλους αυτό που εμείς πρώτοι θέλουμε να ζήσουμε: την ευθύνη γι’ αυτό που μας δόθηκε από τον Θεό, αλλά και γι’ αυτό που μας προσφέρθηκε ως δώρο μοναδικό: την ζωή δηλαδή και την ανάστασή μας εν Χριστώ.
πρωτ.π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός-ΠΗΓΗ

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

π.Φιλόθεος Φάρος-...Εκείνος γεννιεται διαρκώς,θάβεται και ανασταίνεται διαρκώς...



Οσο κι αν eίμαστε νεκρωμένοι άπό την αμαρτία, οποία κι αν είναι ή κατάντια μας, Εκείνος πού ήλθε για τους καθήμενους"έν χώρα καί σκιά θανάτου" (Ματθ. 4,16) θα σπάσει με τη δύναμη της αγάπης Του τη σκληρότητα της πέτρινης άπ' τα πάθη καρδίας μας καί θα ξεπεταχτεί από τον τάφο Του φωτεινός, γλυκύς, προσηνής, ταπεινός καί θα νιώθουμε τη λυτρωτική Του παρουσία. 

Κι αν αυτή τη φορά δεν αξιωθούμε να βάλουμε ακόμη καί τα δάκτυλά μας στους τύπους των ήλων επειδή δεν ακολουθήσαμε αρκετά την απαραίτητη πορεία, άς μήν άπογοητευόμαστέ γιατί Εκείνος γεννιέται διαρκώς,ανδρώνεται διαρκως,θάβεται και ανασταίνεται διαρκώς.Αν δεν Τον ακολουθήσαμε στη χθεσινή Του ταφη και ανάσταση, ας Τον άκολούθήσουμε στην σημερινη. άλλ' ας μην το αναβάλλουμε για την αυριανή γιατί ας μην ξεχνάμε, κάθε ευκαιρία είναι μοναδική καί ανεπανάληπτη καί δεν ξέρουμε ποια θα είναι ή τελευταία μας ευκαιρία.

Από το βιβλίο''Πριν και μετά το Πάσχα''

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

«ΧΑΙΡΕ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ ΘΥΡΩΝ ΑΝΟΙΚΤΗΡΙΟΝ»


Ό υμνογράφος, αγαπητοί μου αδελφοί, απευθυνόμε­νος προς την Ύπεραγία Θεοτόκο, την χαρακτηρίζει ως «παραδείσου θυρών άνοικτήριον». Και πράγματι, έτσι εί­ναι διότι με τον ευαγγελισμό της Θεοτόκου πραγματοποι­είται το κοσμοσωτήριο έργο του Υίού και Λόγου του Θεού, με την θεία ενσάρκωση.
Ό παράδεισος είναι λαχτάρα κάθε ανθρώπινης ψυ­χής. Ή ευτυχία, ή γαλήνη, ή αιώνια χαρά καί αγαλλίαση είναι βαθύτατοι πόθοι κάθε ανθρώπου.
Δεν μπορούσε όμως να πραγματοποιηθεί ό μεγάλος αυτός πόθος προ Χρίστου. Ό άνθρωπος αναζητούσε τον Θεό ευθύς μετά την έξοδο του από τον παράδεισο της τρυφής. Περιπλανήθηκε σ' όλα τα είδη της αμαρτίας, βρέθηκε μέσα στο βάθος της οδύνης, των θλίψεων και των αναστεναγμών, αλλά ή ψυχή ως προερχομένη από τον Θεό, αναζητώντας τον Θεό, προσπάθησε να στηρι­χτεί σε κάτι πιο πάνω από αυτήν.
Όμως το στήριγμα πού βρήκε και γενικά τα στηρίγ­ματα δια μέσου των αιώνων ήσαν δημιουργήματα της σκέψης των ανθρώπων, γι' αυτό έχουμε την ειδωλολατρεία, την πολυθεΐα καί μέσα στις θεότητες πού δημιούρ­γησαν έβαλαν καί τις ανθρώπινες αδυναμίες, έτσι ώστε να μην ελέγχονται για τα διάφορα πάθη και τίς αδυναμίες της ζωής.
Άλλα δεν έμεινε ικανοποιημένη ή ανθρώπινη ψυχή, αναζητούσε τον Θεό χωρίς να μπορεί να τον ανακαλύψει.
'Ετσι ο Κύριος μας αποκαλύπτεται πρώτα στον Ισραηλι­τικό λαό και προσφέροντας τον νόμο τον Μωσαϊκό, τις δέκα εντολές, έστειλε τους προφήτες πού προετοίμασαν τον δρόμο για τον ερχομό του Μεσσίου και εν συνεχεία, όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου «έξαπέστειλε τον Υίόν αύτού γενόμενον εκ γυναικός, γενόμενον υπό νόμον, ίνα τους υπό νόμον εξαγόραση, ίνα την υίοθεσίαν άπολάβομεν».
Αυτή ή φράση την οποία είπε ό απόστολος Παύλος, μαρτυρεί την αγάπη την απέραντη του Θεού στον άνθρω­πο, ώστε να μην ταλαιπωρείται πλέον άλλο, αλλά να έχει την δυνατότητα της σωτηρίας και της αιώνιας ευτυ­χίας
Έτσι, με τον ερχομό του Υιού και Λόγου του Θεού εγκαινιάζεται μία νέα εποχή, μία νέα κτίση. Και ό Κύ­ριος μας με το απαράμιλλο παράδειγμα Του, με την θεία αλήθεια πού αποκάλυψε, με τον ερχομο Του, αλλά και με τις θαυμαστές ενέργειες Του άνοιξε την πόρτα του παρα­δείσου. Πρόσφερε τον εαυτό Του θυσία, «λύτρον αντί πολλών».
Κι εδώ δεν θα πρέπει ό άνθρωπος πλέον εγωιστικά να λέει, ότι μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. «Ουκ έστέ εαυ­τών», λέει το πνεύμα του Θεού δια του αποστόλου Παύ­λου, «ήγοράσθητε γαρ τιμής». Έχετε εξαγοραστεί με το τίμιο αίμα.
Όποιος πιστεύει, λοιπόν,στον Ίησοΰ Χριστό ως Σωτήρα της ψυχής του και πιστεύει στην σταυρική θυσία και την ανάσταση Του, αυτός ό άνθρωπος ανοίγει τον δρόμο για τον παράδεισο.
Έτσι, ή Ύπεραγία Θεοτόκος ή όποια πρόσφερε την γαστέρα κι έγινε «πλατυτέρα των ουρανών» και κυοφόρη­σε τον Υίό και Λόγο του Θεού,έγινε ή αίτια να ανοίγουν οί θύρες του παραδείσου. Δέχτηκε οικειοθελώς να γίνει μητέρα του Θεού.
Παρ' όλο πού ή λογική αντιδρούσε και ή Παναγία μας απόρησε και ρώτησε, «πώς είναι δυνατόν να απο­κτήσω παιδί χωρίς άνδρα», τότε ό άγγελος απάντησε: «Το γαρ εν σοι εκ πνεύματος άγιου εστί». Κι έτσι πεί­στηκε ή Παναγία μας φωτιζόμενη από τον Θεό, γιατί είναι ή «αγία άγιων μείζων» και απάντησε: «Ιδού ή δού­λη Κυρίου γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου».
Αύτη ή συγκατάθεση, λοιπόν, δίνει στον υμνογράφο την έμπνευση καί μαρτυρεί: «Χαίρε παραδείσου θυρών ανοικτήριον».
Μπορεί, επομένως, να μπει ό κάθε άνθρωπος στον παράδεισο· και ξεκινάει ό παράδεισος από δω, από την καλή χρήση της θελήσεως μας, από την σωστή χρήση των μέσων της σωτηρίας, από τον συνεχή αγώνα και από την πεποίθηση της παρουσίας του Θεού καί της αγάπης Του για την σωτηρία του ανθρώπου.
Όταν, λοιπόν, έχουμε αυτά ύπ' όψιν, τότε ή πορεία μας σ' αυτόν τον δρόμο της ζωής, τον δρόμο του κλαύθ­μωνος, των εμποδίων, των πειρασμών, των δυσκολιών, του πόνου και της θλίψεως, θα πραγματοποιείται με το να στηριζόμαστε συνεχώς, τόσο στον Υιό καί Λόγο του Θεού βασικά, όσο και στο μεγάλο και μοναδικό παρά­δειγμα ανθρώπου, στο πρόσωπο της Παναγίας μας, για να έχουμε καλή πνευματική σταδιοδρομία σ' αύτη τη ζωή, αλλά και ν' ανοίγουμε σιγά-σιγά την πόρτα του παραδείσου.
Από δω ξεκινάει ό παράδεισος κι από δω ξεκινάει και ή κόλαση. Ή Παναγία μας μας ανοίγει τις πόρτες του παραδείσου. Πρέπει να εισέλθουμε.
Βεβαίως, είναι «στενή ή πύλη και τεθλιμμένη ή όδός», όμως «ή άπάγουσα εις την ζωήν».Οι ευρύχωροι δρόμοι σ' αυτόν τον κόσμο οδηγούν στην απώλεια.Ας προτιμήσουμε τον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά πού οδηγεί στην ανάσταση.
Ας αγωνιστούμε όλοι μαζί, γιατί θα είναι κρίμα να χάσουμε τον παράδεισο πού μας προσφέρεται. Να χρησι­μοποιούμε στον αγώνα μας σωστά τα μέσα της σωτηρίας, αλλά καί να παρακαλούμε συγχρόνως τον Υιό και Λόγο του Θεού να μας σώσει, αφού εμείς κάνουμε το κατά δύναμη και απευθυνόμενοι προς την Ύπεραγία Θεοτόκο να λέμε κι εμείς με όλη την συναίσθηση καί με όλη, την αγάπη και με όλο τον σεβασμό: «Χαίρε παραδείσου θυ­ρών ανοικτήριον».
Πρωτοπρεσβύτερου Θ.Παπαδοπουλου«Ο Λόγος του Θεού»

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ

«Της Συνόδου της πρώτης ανεδείχθης υπέρμαχος και θαυματουργώ λόγω μόνω ποταμούς ανεχαίτισας,
Σπυρίδων μακάριε σοφέ . όθεν νεκρά σοι εκ τάφου προσφωνεί, και όφιν εις χρυσούν μετέβαλες . και εν τω μέλπειν τας αγίας σου ευχάς, αγγέλους έσχες συλλειτουργούντας σοι ιερώτατε. Δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν. Δόξα τω σε στεφανώσαντι. Δόξα τω ενεργούντι δια σου τοιαύτα τέρατα» 

Ο βίος του κάθε ανθρώπου περιλαμβάνει την «κοινήν μοίραν» και τα ιδιαίτερα, μοναδικά και ανεπανάληπτα χαρακτηριστικά του. Ο βίος των Αγίων συμπεριλαμβάνει στα κοινά σημεία της ανθρώπινης φύσης και κάτι που είναι μοναδικό, αλλά και ταυτόχρονα κοινό, σε κάθε χριστιανό: την αγιότητα. Γιατί η αγιότητα δεν αποτελεί προνόμιο των λίγων, ούτε ειδικό δώρο της Εκκλησίας σε κάποια ξεχωριστά για τα κατορθώματα και τις αρετές τους πρόσωπα, αλλά «κοινή μοίρα» όλων των ανθρώπων που πιστεύουν στο Χριστό, βαπτίζονται «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» , εντάσσονται στην Εκκλησία και συναισθάνονται το μέγιστο δώρημα του Θεού.
Είναι «κοινή μοίρα» η αγιότητα διότι κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι την κατέχει εξ αιτίας των δικών του κόπων. «Δωρεάν λαμβάνεται» παρά του Θεού και αποτελεί «το της υιοθεσίας χάρισμα» . Η αγιότητα δεν αφαιρείται από τον άνθρωπο. Εκείνος που δεν θέλει την κοινωνία με το Θεό, παραιτείται από αυτήν. Και ο Θεός, σεβόμενος την ελευθερία, την ύψιστη δική Του ιδιότητα με την οποία επροίκισε το τελειότερο των δημιουργημάτων Του, αποδέχεται την παραίτηση. Δίδει όμως, επειδή «θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» , τις ευκαιρίες ο άνθρωπος να οικειωθεί πάλι την αγιότητα και να επιστρέψει στον οικία του Πατρός του, όπου «πολλαί μοναί εισί» , να συγκοινωνήσει με τους άλλους Αγίους και τους Αγγέλους και να διαλαλεί εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της ισχύος και εξ όλης της διανοίας του «Αββά ο Πατήρ» .
Η Εκκλησία, όταν αναφέρεται σε αγίους, εννοεί όλους τους χριστιανούς οι οποίοι επιζητούν την κοινωνία με το Θεό. Και όταν αναγνωρίζει αγίους, δηλώνει ότι «ετελειώθησαν» σ’ αυτή τη ζωή. Αυτή η ωραία φράση στο μηνολόγιο κάθε ημέρας («εν ειρήνη τελειούται», «ξίφει τμηθείς την κεφαλήν τελειούται», «πυρί τελειούται»), μαρτυρεί ότι οι Άγιοι αγωνίστηκαν να κρατήσουν στη ζωή τους το δώρο του Θεού, την αγιότητα, και ότι την ώρα που πέθαναν έπαψαν να βρίσκονται πλέον στο μεταίχμιο εκείνο της «αεί σχοινοβασίας» μεταξύ της πτώσης και της επιστροφής. Εκείνη τη στιγμή έγιναν πλέον τέλειοι, δεν κινδυνεύουν από τον χρόνο και τον πειρασμό να παραιτηθούν από την αγιότητα, η ύπαρξη τους βρίσκεται πλέον «εν χειρί Θεού και ου μη άψηται αυτούς βάσανος» . Και η πιο κοπιώδης βάσανος δεν είναι η θλίψη και ο πόνος για τις όποιες δοκιμασίες, αλλά η αγωνία να μην απωλεσθεί το δώρο του Θεού, η αγιότητα, μέσα στους πειρασμούς, την επίθεση των λογισμών, την αδυναμία του χαρακτήρα, την κόπωση της ζωής. 


Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

Το αμάρτημα της οργής

ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΤΟΙ, «έστω πας άνθρωπος ταχύς εις το ακούσαι, βραδύς εις το λαλήσαι, βραδύς εις την οργήν» ( Ιακ. α΄19 ) . Πρέπει να είσαστε πρόθυμοι να ακούτε τα λόγια του Θεού. Οι άνθρωποι έχουν δύο ώτα και μία γλώσσα, για ν’ ακούνε πολλά και να λέγουν λίγα. Τα αυτιά είναι πάντα ανοικτά, ενώ η γλώσσα είναι κλεισμένη στο στόμα. Πρέπει να σκέπτεται, για να ομιλήση τον Λόγο του Θεού. Πόσο μάλλον πρέπει να προσέχη, όταν θα πη άλλα πράγματα. «Εκ της πολυλογίας ουκ εκφεύξεται αμαρτία∙ φειδόμενος χειλέων νοήμων έσει»( Παρ. 10,19 ) . Μεγαλύτερος είναι ο μακρόθυμος από τον ισχυρό και μεγαλύτερος είναι εκείνος που δεν θυμώνει από εκείνον που καταλαμβάνει πόλιν.
Μην ανοίγης εύκολα το στόμα σου και λέγε ολίγα. Μην θυμώνης εύκολα όπως ο άφρων. Να παρουσιάζης έργα πολλά και λες ολίγα. Από την γλώσσα εξαρτάται να δοξασθή ή να ατιμασθή ο άνθρωπος, μας αναφέρει ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος στο τρίτο κεφάλαιο της Επιστολής του. «Πολλά πταίομεν άπαντες. Ει τις εν λόγω ου πταίει, ούτος τέλεος ανήρ, δυνατός χαλιναγωγήσαι και όλον το σώμα» ( Ιακ. γ΄ 2 ) .
Όποιος δεν φταίει στη γλώσσα είναι τέλειος ανήρ. Το σώμα είναι οίκος, οικοδεσπότης η ψυχή, φύλαξ ο νους, θύρα το στόμα, κλειδί η γλώσσα που ανοίγει και κλείνει.
Είναι αδύνατο να δικαιώση τον άνθρωπο ο άδικος θυμός. Έχομε δικαίωμα να θυμώνουμε κατά τας αμαρτίας. «Οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε. Ο ήλιος μη επιδυέτω επί τω παροργισμώ ημών» ( Εφεσ. δ΄26 ).
Όταν οργιζώμεθα κατά του αδελφού να αποσύρωμε το θυμό μας, όπως και ο Θεός τον αποσύρει από ημάς, τουλάχιστον πριν δύση ο ήλιος. Να ακούη λοιπόν πρόθυμα ο άνθρωπος, να μην συμβουλεύη εύκολα και κατηχή, προπάντων να μη λέγη περιττά, να μη θυμώνη. Αλλοίμονο σ’ εκείνον που γίνεται αιτία να θυμώνη ο άλλος. Εάν δεν κρατήσωμε τη γλώσσα μας , δεν θα σωθούμε.
Από το βιβλίο: «Παραινέσεις και Διδαχές
Του Γέροντος Νεκταρίου Μαρμαρινού»
κτίτορος Ιεράς Μονής Οσίου Παταπίου, Λουτρακίου
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΑΠΙΟΥ ΛΟΥΤΡΑΚΙΟΥ
Αθήναι 2010
/ΠΗΓΗ

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Σκόρπα το Μύρο σου,Γυναίκα!


Mεγάλη Τρίτη και σκέφτομαι πώς ή μεγάλη μέρα της Γυναίκας,ειν' αυτή. Γιατί - για συλλογίσου - δίνει στον άοσμο κόσμο ή Γυναίκα, μυρωδιά. Από αυτήν, εύωδιάζεται ή οικουμένη! Μα πρόσεξε, την ευωδιά τη δίνει, τη σκορπά, εκείνη πού είναι στο Χριστό κοντά! Μας έμαθε ό κόσμος εμπόριο να κάνουμε σωστό. Δώσε μου τόσα, στη ζυγαριά, θα μπεί αυτό πού μούδωοες, να ξέρω πόσα θα σου δώσω εγώ.Καί μέσα στη συναλλαγή, νάτη ή Γυναίκα πού αρνήθηκε αυτό το άλισβερίσι. Γι' αυτήν μιλώ πού άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού.Πανάκριβο το μύρο, τ' αγόρασε με στέρηση, με το αίμα της καρδιάς της το αγόρασε, για να το δώσει σε Εκείνον. Όλοι μιλούν για τη στιγμή πού το περίχυσε στα πόδια του Χριστού. για την αθέατη πλευρά, πώς έγινε και το αγόρασε το μύρο, δε το μαθαίνουμε. Καί συλλογιέμαι πώς: "Αν μια γυναίκα σαν έμενα, σαν εσένα, μια συνηθισμένη γυναίκα δηλαδή, ήθελε να κάνει δώρο ακριβό, σε πρόσωπο ακριβό κι αγαπημένο τί θα έκανε;Τό πρώτο, θα πήγαινε στα μαγαζιά, θα κοίταζε στίς όμορφες βιτρίνες, θά βλεπε τις τιμές, θα συλλογιόταν τα λεφτά που χει στο πορτο-φόλι της. Μετά, θάμπαινε μες στο μαγαζί. Να ψάξει κι άλλο θέλει. Καί να, αναπηδά. Το βρήκε επί τέλους! Μα ή τιμή!!! "Ω τί τιμή!! Τί ακριβό δώρο! Βγάζει το πορτοφόλι της, μετρά, ξαναμετρά, αδύνατο να τ' άγορά- σει Πρέπει να μην αδειάσει καί το πορτοφόλι ολότελα. Πρέπει να μείνει κατιτίς καί γι' άλλα ψώνια. Οι ανάγκες βλέπεις δεν τελειώνουνε ποτέ. Ή λογική δεν έβλαψε κανένα. Να δώσουμε, δε λέω, μα νάναι άπ' το περίσσευμα. Οχι κι από το στέρημα να είναι! Μα αυτή πού πήγε στο Χριστό κι έπεσε στα ποδάρια Του, θα έδωσε χωρίς κρατούμενα. "Ο,τι είχε καί δεν είχε τόδωσε, για ν' αγοράσει το πανάκριβο το μύρο. Καί το προσφέρει απλόχερα. Όχι μονάχο του. Με δάκρυα μετάνοιας γίνεται το μύρο ατίμητο. Καί τα μαλλιά της να σφουγγίζουνε δάκρυα καί μύρο μπερδεμένα. Οι άντρες πού βλέπουνε εκεί μπροστά στα μάτια τους να χύνεται, να σπαταλιέται κάτι τόσο ακριβό όπως το μύρο, ταράζονται. Γιατί θα έπρεπε τόσα λεφτά να πάν χαμένα; Τόσοι φτωχοί υπάρχουνε, τόση ανάγκη υπάρχει στον πλανήτη για λεφτά! Κι αυτή να τα σκορπά χωρίς να βάζει λογική στη σκέψη της, στην πράξη της!!! Καί τάπαν όλα ετούτα, γιατί ξέρανε μόνο την τιμή πού χε το δώρο.Πώς είν' ατίμητο, γιατί ατίμητη ή Αγάπη, «δε τόξεραν οι αντρικές καρδιές». Την ώρα πού κάθε είδος στο Σούπερ μάρκετ έχει καρφιτσωμένη άπάνω τήν τιμή, θέλαν καί την Αγάπη, ναι κι αυτή, να την κοστολογήσουν. Πόσο πηγαίνει το κιλό ή Αγάπη, πόσο το δίκιλο; Σέ κείνο το μεγάλο το οικονομικό κουτί; Πόσο στοιχίζει, πόσο πουλιέται, πόσο αγοράζεται, άραγε, ή Αγάπη; Μα οί μυρωδιές πού έχυσε ή γυναίκα στα πόδια του Χριστού καί πού γιόμισαν ευωδιές το σύμπαν, δεν έχουνε τιμή. Να ή Γυναίκα. Ή πονεμένη, ή απλή, ή παιδεμένη. Εσύ πού δίπλα μου περνας, Γυναίκα, στη σιωπή το Μύρο ετοιμάζεις. Με στέρηση, με πόνο καί οδύνη κι απέ απλόχερα το δίνεις, το σκορπάς στα πόδια του Χριστού. Κι οί μυρωδιές απλώνονται στην Πλάση κι αγιάζεται ή πλάση από τούτο το μοσκομύριστο μυρωδικό. Αυτό πού τόσο, ώ πόσο ακριβά! στοι­χίζει! Τόσο ακριβά, πού μόνο ό Χριστός το κοστολόγησε σωστά!! Μεγάλη Τρίτη! Καί σκέφτομαι πώς τούτη είναι ή μεγάλη μέρα της Γυναίκας

Της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη

Ο Μυστικός Θρίαμβος ή το γαιδουράκι


«...Τελικά, ό θρίαμβος του Χριστού, πού συμβολική του απεικόνιση είναι το γάιδουράκι, είναι οί μη Εβραίοι, οί Χριστια­νοί των εθνών, οί μελλοντικοί μάρτυρες καί άγιοι καί πιστοί, όσοι, αντίθετα με τους πανηγυρίζοντες σήμερα Εβραίους, θα δεχτούν το Χριστό ως αληθινό Σωτήρα τους καί όχι ως κοσμι­κό ηγεμόνα φορτωμένο με προσδοκίες εθνικής μεγαλουργίας...
...Ανάμεσα σ' αυτούς τους πιστούς, πού συνθέτουν το διαχρονικό καί αιώνιο θρίαμβο του Χριστού, είμαστε κι εμείς, οί σημερινοί Χριστιανοί. Ό πώλος της όνου είναι ή μυστική ανακεφαλαίωση όλων των Χριστιανών όλων των εποχών καί όλων των αιώνων.
Ό πώλος της όνου αποτελεί αθόρυβο ράπισμα της Ιου­δαϊκής τυφλότητας, πού έχοντας μπροστά της το Θεό, ζητω­κραυγάζει τον άνθρωπο· πού χειροκροτώντας το αιώνιο, χει­ροκροτεί το εφήμερο πού έχοντας μπροστά της τον αληθι­νό, αλαλάζει θεοποιώντας το ψεύτικο!...»
Γεώργιος Σουρέλης

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Η κλίμακα των 3 βαθμίδων

Η Αγία μας Εκκλησία, για να προετοιμάση τους πιστούς της, ώστε να νοιώσουν βαθειά την Ανάσταση του Θεανθρώπου Κυρίου, έχει ορίσει μία περίοδο περισυλλογής, κατανύξεως και μεταρσιώσεως. Αυτή ή περίοδος λέγεται «Κατανυκτικό Τριώδιο». Σ' αυτήν περιλαμβάνεται ήδη από τον Γ' αιώνα μία περίοδος νηστείας 40 ήμερων (γιατί και ό Κύριος τεσσαράκοντα ήμερες νήστεψε), ή οποία ονομάζεται «Μεγάλη Τεσσαρακοστή».
Ή περίοδος του Τριωδίου αρχίζει από τον Εσπερινό της Κυριακής του Τελώνου και του Φαριοαίου και τελειώνει το Μεγάλο Σάββατο, με τον Εσπερινό του Πάσχα.
Ή κατανυκτική αυτή περίοδος του Τριωδίου, και κυρίως της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, προσφέρεται για μια έντονώτερη άσκηση του πιστού άγωνιστού ανθρώπου,ή οποία θα τον βοηθήση να πορευθή προς την τελείωση, προς την κατά χάριν θέωση.
Ό πιστός αγωνιστής χριστιανός περιμένει το κατανυκτικό Τριώδιο με ιδιαίτερη χαρά.Ή νηστεία, ή εγκράτεια, ή μετάνοια καϊ ή πνευματική χαρμολύπη είναι βιώματα του ορθοδόξου άγωνιστού,που ανανεώνεται με τον λειτουργικό κύκλο των εορτών του κατανυκτικού Τριωδίου. Είναι ό ιδανικότερος χρόνος που μπορεί να μας δώση την ευκαιρία να αποτινάξουμε κάθε τι το φθαρμένο και νεκρό, ακριβώς για να μπορέσουμε να ζήσουμε.
Γϊ αυτό ανεπιφύλακτα πιστεύουμε ότι ίσως να μην ύπάρχη άλλος καταλληλότερος δρόμος πού να όδηγή τον πιστό αγωνιστή χριστιανό σαν ευλαβή προσκυνητή στο Πάσχα,στην συνάντηση του με τον Αγαπημένο Χριστό. Σ' αυτή την κατανυκτική περίοδο καλούμεθα να αφήσουμε την ράθυμη και γεμάτη αμέλεια και άκηόία ζωή μας και να αγωνισθούμε τον καλό αγώνα, πού μας υποδεικνύει ή αγία μας Εκκλησία.
Ό όσιος Ισαάκ ό Σύρος διακρίνει τρεις βαθμίδες,τις όποιες πρέπει να άνέβη ό αγωνιστής ορθόδοξος χριστιανός, για να φθάση στον Θεό: α) την μετάνοια, β) την κάθαρση και γ)την τελείωση.
1. Ή μετάνοια, όπως όλοι μας γνωρίζουμε, είναι αλλαγή πορείας της ζωής μας."Ηθελα ο,τι ήθελα εγώ. Τώρα θέλω ό,τι θέλει ό Θεός. Αυτό είναι μετάνοια.
Ή μετάνοια, αν και είναι ή αρχή της πορείας προς την κατά χάριν ένωοή μας με τον Θεό, εν τούτοις είναι ή θύρα της Χάριτος. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι είναι μία προσωρινή βαθμίδα, αλλά είναι και πρέπει να είναι μία κατάσταση που να διαρκή πάντοτε. Πρέπει να μας γίνη τρόπος ζωής. Για τον λόγο αυτό ό προαναφερθείς όσιος μας λέγει: «Ή μετάνοια, ούτε καιροίς, ούτε πράξεσι περιορίζεται έως θανάτου», γιατί όσο τελειοποιούμαστε, τόσο περισσότερο γνωρίζουμε την δική μας ατέλεια. «Πρέπει να βρισκόμαστε μεταξύ φόβου και ελπίδος», όπως έλεγε ένας Ρώσος στάρετς, ό όσιος Αμβρόσιος.
2. Ή κάθαρση, ή δεύτερη βαθμίδα, κατά τον όσιο Ισαάκ, είναι ή άπελευθέρωση από τα πάθη. Αυτή αποκτάται μέσω του Ίερού Μυστηρίου της 'Εξομολογήσεως, της προσευχής και της συμμετοχής μας στο Ιερό Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Σέ όλα αυτά πρέπει να συμμετέχουν ό νους, ή λογική, ή θέληση,τα συναισθήματα κι αυτό ακόμη το σώμα.Κατ' αυτό τον τρόπο μεταποιούνται οι δυνάμεις της ψυχής και οι επιθυμίες, οι όποιες έχουν δαιμονοπονηθεί με τα πάθη και αρχίζουν να στρέφονται προς τον Θεό Πατέρα.
Τοιουτοτρόπως, με την στροφή των επιθυμιών προς τον Θεό, μέσω της ορθοδόξου εκκλησιαστικής ασκήσεως,και την απομάκρυνση των ενοχών μέσω της Ιεράς Έξομολογήσεως επέρχεται ή κάθαρση, ή οποία οδηγεί στην μεταμόρφωση του πιστού.
3. Ή τελείωση,ή τρίτη βαθμίδα, είναι ή απόκτηση της ουσιαστικής και αληθινής αγάπης προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Ή κατάσταση αυτή είναι το πλήρωμα της Χάριτος.
Ή αγάπη, κατά τον "Αγιο Διάδοχο, είναι «έκκαυσις άπαυστος και κόλλησις της ψυχής προς τον Θεόν δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος»ενεργείας τον Άγίου Πνεύματος». Ό δέ "Οσιος Ιωάννης ό Σιναΐτης λέγει:«Νυν δε μου ψυχήν κεκαρδίωκας και ου δύναμαι κατέχειν σου την φλόγα...».
Αυτή ή αγάπη δεν είναι από αυτόν τον κόσμο, άφού το όνομα της είναι θειο. «Ό Θεός αγάπη εστί», μας λέγει ό Ευαγγελιστής Ιωάννης. Ή ανόθευτη και «εν αλήθεια» αγάπη οδηγεί από την αστάθεια στην σταθερότητα, από την διπροσωπία στην απλότητα, από την ανωριμότητα του φόβου και της υποψίας στην ωριμότητα της άθωότητος και της εμπιστοσύνης. Με άλλους λόγους όδηγεϊ στην ζωή της εσωτερικής ειρήνης και ολοκληρώσεως.
Τοιουτοτρόπως, αυτός ό δρόμος, τον όποιο μας υποδεικνύουν οι "Αγιοι Πατέρες μας, οδηγεί τον αγωνιστή ορθόδοξο πιστό στην κατά χάριν ένωση του με τον Χριστό. Ό άνθρωπος,πλέον, κεκα-θαρμένος, βυθίζεται στην άβυσσο της Θείας αγάπης, χωρίς να εξαφανίζεται. Χριστοποιειται,χωρίς να εκμηδενίζεται. "Ετσι, ενωμένος με τον Χριστό ό άνθρωπος,φθάνει να γίνη αληθινό τέκνο του Θεού Πατρός. Αυτός πλέον είναι ό "Αγιος.
Συμπερασματικώς, μπορούμε να πούμε ότι ό άνθρωπος βρίσκεται σε μια διαρκή πορεία, μια πορεία προς συνάντηση με τον Αναστημένο Χριστό.Αύτη ή κατανυκτική περίοδος του Τριωδίου αυτό ακριβώς κάμνει, βοηθά τον πιστό αγωνιστή να πορευθή μέσα από την σωστή εκκλησιαστική άσκηση και να φθάση στην κατά χάριν ένωση του με τον Χριστό. Ή πορεία αυτή του ανθρώπου προς τον Θεό επιτυγχάνεται μέσω του Παναγίου Πνεύματος και της ανθρωπινής ελευθέρας επιλογής.
Σ' αυτή την επιλογή καλούμαστε όλοι κατά την περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

του Αρχιμανδρίτου Κυρίλλου Κωστόπουλου

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

ΕΛΘΟΝΤΕΣ ΕΠΙ ΤΗΝ ΗΛΙΟΥ ΔΥΣΙΝ...

Τότε πού αρχίζει να χαμηλώνει το φως της μέρας, την άπόβραδη ώρα, την ώρα τη νοσταλγική του Λυχνικού ή του Έσπερινου,κατά την ώρα εκείνη, λοιπόν, της ιεράς ακολουθίας,επαναλαμβάνεις τα ίδια πάντοτε λόγια, εκείνες τις λέξεις κλειδιά, ττού ανήκουν στην έπιλύχνιον ευχαριστία, στο γνωστό «Φως ίλαρόν...». Και είναι εκείνες οί λίγες λέξεις με το εκρηκτικό,όσον αφορά τη διαδρομή σου στην πνευματική ζωή, περιεχόμενο: «Έλθόντες έπί την ήλίου δύσιν...»,πού απλώνουν με τους ευλογημένους σου στοχασμούς, κάποιους ρυθμούς μιας νέας έκφρασης, ή όποία σημασιοδοτεί τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής σου.
Είναι βέβαιο, πώς αν ψάξουμε μιά-μιά τις λέξεις, τότε θ' ατενίσουμε ένα ύπέρλογο και θαυμαστό τοπίο θεολογικής σκέψης και βιοτής. Μια πυξίδα που μας καθοδηγεί προς την επαρκή κατανόηση του Μυστηρίου της ζωής και του θανάτου, καθώς ανοίγουμε νέους δρόμους προς την έμβίωση των γεγονότων αυτών. Δρόμους,πού περνούν μέσα άπό την αφορμή για παραίτηση, έστω για λίγο,από τα βιοτικά και τα εφήμερα,τα συμβατικά και ανυποψίαστα, ότι δηλαδή σιμά μας υπάρχει και μας σημαδεύει το πικρό το δόντι του θανάτου. Γιατί κάττοτε θάρθει ή στιγμή, ή ώρα, όπου θα πούμε ή θα ψάλλουμε για στερνή φορά αυτή τη φράση. Θα κλείσουμε ήσυχα το βιβλίο,θ' ατενίσουμε το δειλινό πού σύρθηκε με το μελιχρό του το φως στους τοίχους του ναού,κι ύστερα θα μαζέψουμε τα πράγματα μας, ωσάν τους μαθητές της τελευταίας ημέρας στο σχολείο τους, και δεν θα επιστρέψουμε ξανά στον ίδιο χώρο... Γιατί θα έχουμε έλθει πια στη δική μας τη δύση και θα πρέπει να ετοιμαζόμαστε για την κοίμηση, πού όμως αυτή τη φορά θάχει έναν διαφορετικό "Ορθρο, την Άκολουθία εις Κεκοιμημένους ιερείς, ιερομόναχους, Αρχιερείς... και μίαν ύπέρφωτη και ύπέρλαμπρη Θεία Λειτουργία, όπου θα προΐσταται ό Μέγας Άρχιερεύς,θ' ακολουθούν οί τάξεις των Αγίων Του, θα ψάλλει ό Χορός των Αγγέλων και εμείς θα ψάχνουμε που να κρύψουμε τις όσες μας αμαρτίες... Τις όσες μας υπερβολές, τις αδικαιολόγητες απουσίες, τα άγχη και τα όσα έφάμαρτα και ανήσυχα μας ταΐζε καθημερινά ό ναρκισσισμός μας και ή διάθεση μας για αυτοπροβολή...
«Έλθόντες επί τήν ήλίον δύσιν...». Μάθημα μέγιστον αυτές οί λέξεις, πού ασφαλώς θα τις λάμβανε υπόψη του και ό Πλάτων(1), καθώς μας δίδαξε, μέσω του Διδασκάλου του, του Σωκράτη, «το μέγιστον μάθημα»τη «μελέτη τον θανάτου». Μόνο πού οί ίεροί Νηπτικοί Πατέρες(2), ίσως κατανοώντας τον ισχυρό νοηματισμό πού προσφέρει ό Ύμνος αυτός, κατόρθωσαν να υπερβούν με δοκιμασμένα κριτήρια την ατελή πλατωνική σκέψη και να την εμπεδώσουν, αλλά, παράλληλα, και να τη διδάξουν με κριτήρια καθαρά βιωματικά και θεόσοφα σε όσους επιθυμούν να πραγματεύονται και να διάγουν «τον ύπόλοιττον χρόνον της ζωής» τους με ειρήνη και μετάνοια. Αγαθά θεοδωρούμενα, άλλα από μέρους του ανθρώπου άπωθούμενα, γιατί οί προτεραιότητες συμβαδίζουν, σχεδόν πάντοτε με το «ίδιον θέλημα». Γιατί ό λόγος των Νηπτικών Πατέρων περί της μνήμης του θανάτου, δεν είναι μόνο τρόπος βίωσης του μυστηρίου του θανάτου, αλλά ανανέωση των κυττάρων της ψυχής, καθώς πάνω τους έχει συσσωρευτεί ή στάχτη από τις έκπυρώσεις και τις κολάσεις των έφαμάρτων μας λογισμών και πράξεων.
«Έλθόντες έπί την ήλίου δύσιν...»,όλα συγκλίνουν σε μια βαθύτερη κατανόηση περί του λόγου της προσωπικής μας δύσεως, αποχωρήσεως, αλλά και κλήσεως στο Μεγάλο Δείπνο (πρβλ. Λκ. 14, 16-24)
Τουλάχιστον έκεϊ ας μην το λησμονήσουμε,όπως συνέβη στους κεκλημένους της Ευαγγελικής περικοπής, να παραβρεθούμε... Και φυσικά με «ένδυμα γάμου» (Μτθ. 22, 11-13), γιατί αν όλα αυτά τα χρόνια δεν το ετοιμάζουμε,μεριμνώντας, όπως ή Μάρθα «περί πολλά» (Λκ. 10, 42), τότε ασφαλώς θα θεωρηθούμε, και δίκαια μάλιστα, ως δούλοι πονηροί και οκνηροί. Και το χειρότερο, θαχουμε πει χιλιάδες φορές τη φράση «έλθόντες επί την ήλίον δύσιν», χωρίς ούτε μια φορά να σηκώσουμε το παραπέτασμα των λέξεων, -για να συγκλονιστούμε άπό την κραυγή αγωνίας του θείου υμνογράφου, πού συμπυκνώνει στις λίγες αυτές λέξεις το Μυστήριο της Ζωής και του Θανάτου.
Το μόνο πού αφήνει σε μας, είναι ή επιλογή(3)...

του πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Καλλιανού
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. την ωραία ανάλυση του Ίω. Ν. Θεοδωρακόπουλου, Μελέτη θανάτου, στο βιβλίο του, Είσαγωγη στον Πλάτωνα, Αθήνα Ί970, σελ. 267-310.
2. Φίλοκαλίοί ιερών Νητπικών, εκδ. Άατήρ, τ. Α',σελ. 165, τ. Β', σελ. 286 κ.ά. Τα παραθέματα βλ. στο
βιβλίο του ττ. Μιχαήλ Καρδαμάκη, Όρθόδοξη Πνευμαηκότητα. Ακρίτας, σελ. 451-460. στο
κεφ. «Μνήμη θανάτου». Βλ. και Άρχιμ. Ζαχαρία,Αναφορά στη Θεολογία τον Γέροντος Σωφρονίου,
Ί.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Άγγλίας 2000, σελ.101 εξ.
3. Το άτεχνο αυτό κείμενο πιστεύω ότι το συμπληρώνει πλήρως το θεολογικό σχόλιο του Άρχιμ.
Βασιλείου, Ηγουμένου της Μονής των Ιβήρων, που φέρει τον τίτλο «Έπί την ήλίον δύση...» στο βιβλίο του. Λειτουργικός τρόπος, Ί.Μ. Ιβήρων 2000, σελ.103-109.

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

''Ίδε ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτία του κόσμου''

Ο Αγ.Ιωάννης ό Πρόδρομος, ή αρχή του χαροποιού μηνύματος για την έλευση του Χριστού μας στον κόσμο, κηρύσσει δύο χιλιάδες περίπου χρόνια ακατάπαυστα το εύαγγέλιο της σωτηρίας: «Αδελφοί, ετοιμάσατε την οδό, κάμετε ίσιους τους δρόμους των καρδιών σας. Εκείνος έρχεται, ό ασύγκριτα δυνατότερος μου, Εκείνος, που δεν είμαι άξιος να σκύψω καί να λύσω τα λουριά των υποδημάτων Του. Ό Χριστός, ό Βασιλεύς της δόξης». «Ίδε ό αμνός του Θεού ό αϊρων την άμαρτίαν του κόσμου».
Φοβερά τα λόγια, μοναδική ή μαρτυρία της θεότητας του Λόγου, κρυστάλλινη ή καθαρότητα των νοημάτων του Προδρόμου. Ήρθε ό Θεός κι έγινε άνθρωπος, να το κήρυγμα Του! "Αραγε, αιώνες τώρα πού ή Εκκλησία ξεκάθαρα δανείζεται, βιώνει καί κηρύττει αυτή την ομολογία, συνέβαλε στο να την ενστερνισθεί ό κόσμος; "Αν ερωτηθεί ό άνθρωπος ό σημερινός: «Τί είναι ό Χριστός για σας;», άραγε τί θα απαντήσει;
Κι εκείνον τον ταλαιπώρησε το φοβερό αυτό ερώτημα. Τα ερωτήματα του Χριστού προς τους Μαθητές Του: «τίνα με λέγουσιν οί άνθρωποι είναι τον Υίόν του άνθρωπου;» καί «ύμεϊς δε τίνα με λέγετε είναι;» δεν είναι φυσικά καρπός μιας περιέργειας του Χριστού, πού ζητά από την απάντηση των Μαθητών να ενισχύσει την αυτοσυνειδησία του. Είναι, αντίθετα, πρόκληση της πίστεως μας σ' Εκείνον, πού πρέπει να δώσουμε την ορθή απάντηση για την ουσία του Χριστού, για να μπορούμε να βρούμε στο Χριστό τη σωτηρία. Από τον τρόπο με τον όποιο βλέπουμε καί προσεγγίζουμε το Χριστό, εξαρτάται καί ή δυνατότητα να βρούμε κοντά Του τη λύτρωση μας. Γιατί είναι δυνατόν να μιλάμε για το Χριστό, να λέμε πώς είμαστε χριστιανοί, καί όμως να μη γινόμαστε μέτοχοι της σωτηρίας του Χριστού. Αυτό συμβαίνει, όταν δεν προσεγγίζουμε ορθά τον Χριστό, ή μάλλον, όταν δεν δεχόμαστε τον Αληθινό Χριστό, αλλά τους διάφορους δικούς μας "Χριστούς", πού φυσικά, σαν πλαστοί, είναι ανίκανοι να μας σώσουν.
Καί πήρε την απάντηση τους, όμοια απολύτως με αυτή πού δίνουν στο ερώτημα αυτό άνθρωποι όλων των εποχών: «Άλλοι λέγουν ότι είσαι ό Ιωάννης, άλλοι ό Ηλίας, ή ό Ιερεμίας, ή κάποιος από του προφήτες».
"Ορόσημο αυτή ή απάντηση καί μνημείο πού φανερώνει ανθρώπινες προθέσεις διαχρονικά. Μια φευγαλέα ματιά στην ιστορία θα μας πείσει. Πόσο μελάνι ό ορθολογισμός δεν έχει χύσει πασχίζοντας να περιορίσει το Θεάνθρωπο Χριστό σε άνθρωπο, να τον σμικρύνει στα πλαίσια του χοϊκοΰ ανθρώπου; Παντού καί συστηματικά ό Χριστός άπογυμνούται. Επιτελείται διαρκώς έργο Αρείου, πού φαίνεται πώς ή λογικοκρατία δεν θέλει να τον θάψει ακόμα. Ή «Θρησκεία» του καθαρού λόγου καί ό άτομοκεντρισμός μετρά το Χριστό με το κριτήριο των διωκτών Του. Υποβιβάζει το Χριστό σε άνθρωπο. «Κόπτεται» ότι ό Χριστός είναι μεγάλος άνθρωπος, σοφός άνθρωπος, ό μεγαλύτερος επαναστάτης ή Διδάσκαλος, άλλ' οπωσδήποτε όχι ό Θεός! Ό άνθρωπος έγινε μέτρο των πάντων, ορατών καί αοράτων, καί έτσι θολωμένος απορρίπτει ό,τι είναι ψηλότερο άπ' αυτόν, μεγαλύτερο, άπειρότερο. Το φτηνό αυτό μέτρο του στενεύει καί το Θεάνθρωπο Κύριο σε άνθρωπο, πνίγοντας συνάμα τον έπαρμένο ανθρώπινο νου καί οδηγώντας τον να μην αναγνωρίζει καμία πραγματικότητα μεγαλύτερη από τον εαυτό του.
Μα καί ή αίρεση διαχρονικά το ίδιο επεδίωξε. "Η άποσαρκώνει το Χριστό καί τον θέλει «ψιλό» μόνο Θεό ή πνίγει το Θεό στο πρόσωπο Του, κάνοντας Τον «ψιλό» μόνο άνθρωπο. Ή Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού, δεν επεδίωξε ποτέ να «κατασκευάσει» κάποιο Χριστό, αλλά αγωνίζεται να παραδίδει αδιάκοπα μέσα στην Ιστορία τον ένα Χριστό καί να Τον ομολογεί, όπως τότε οί Μαθητές με το στόμα του Πέτρου: «Σύ εί ό Χριστός, ό υίός του Θεού του ζώντος». Καί ό Ιωάννης θεολογικότατα διαπιστώνει: «Τις εστίν ό ψεύστης εί μη ό αρνούμενος ότι Ιησούς ουκ εστίν ό Χριστός; ούτος εστίν ό αντίχριστος, ό αρνούμενος τον πατέρα καί τον υίόν». Ό ϊδιος ό Κύριος ερωτώμενος από τους ανόμους κριτές Του, εάν είναι ό Χριστός, ό Υιός του Θεού, τους κατακεραυνώνει λέγοντας: «Εγώ ειμί».
Άλλα καί ή Εκκλησία μέσω των Α' καί Δ' ιδίως Οικουμενικών Συνόδων όμολογεί την πίστη της στο Χριστό ως τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο - ένα πρόσωπο -,Θεό πού «γέγονεν άνθρωπος, ϊν' ημάς εν έαυτφ θεοποίηση», κατά τον Μέγα Αθανάσιο.

Ό σαρκωμένος Λόγος, ό ιστορικός θεάνθρωπος Ιησούς είναι ακριβώς ή ουσία της Αποκάλυψης του Θεού, ή Ζωή του κόσμου. Και αυτός ό ορθόδοξος Χριστοκεντρισμός εγγυάται τη δυνατότητα στον άνθρωπο να γνωρίσει το μυστήριο του Τριαδικού Θεού.
"Αν ό Θεός έγινε άνθρωπος, τότε σώζεται ό άνθρωπος.
Μόνο ή Εκκλησία πού γεύεται και αναπνέει το Χριστό ως «αμνό του Θεού», κατά την ομολογία του Προδρόμου, δικαιούται να μας πει ποιος καί τί είναι ό Χριστός.
Ή μαρτυρία της Εκκλησίας, για το Χριστό, στον άνθρωπο κάθε εποχής παραμένει σταθερή καί αμετακίνητη: Ό Χριστός είναι τέλειος Θεός καί τέλειος άνθρωπος. Καί αυτός είναι ό Χριστός της Εκκλησίας, πού προσφέρεται πάντα σαν απάντηση στη λυτρωτική αναζήτηση του κόσμου.
Καθώς πατάμε το κατώφλι ενός ακόμα νέου χρόνου, ό μεγάλος προφήτης, ό Πρόδρομος καί Βαπτιστής, όπως τότε, στην έρημο του Ιορδάνη, έτσι καί σήμερα, στην εποχή μας, υποδεικνύει στον κόσμο τον Αμνό του Θεού, το Λυτρωτή καί Κύριο μας Ιησού Χριστό. «Ίδε ό αμνός του Θεού ό αϊρων την άμαρτίαν του κόσμου».
Φοβερά τα λόγια, μοναδική ή μαρτυρία της θεότητας του Λόγου, κρυστάλλινη ή καθαρότητα των νοημάτων του Προδρόμου. Ήρθε ό Θεός κι έγινε άνθρωπος, να το κήρυγμα του! "Αραγε, αιώνες τώρα πού ή Εκκλησία ξεκάθαρα δανείζεται, βιώνει καί κηρύττει αυτή την ομολογία, συνέβαλε στο να την ενστερνισθεί ό κόσμος; "Αν ερωτηθεί ό άνθρωπος ό σημερινός: «Τί είναι ό Χριστός για σας;», άραγε τί θα απαντήσει;


της Κατερίνας Τσακίρη-Θεολόγου

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

Η ειρήνη του κόσμου

"Ολοι διψάμε για ειρήνη καί φωνάζουμε να γίνει ειρήνη στον κόσμο, θέλουμε πια να ησυχάσουμε, να γροικήσουμε τη ζωή μας, πού δεν μας αφήνει να τή χαρούμε ή ανησυχία κι ό φόβος. Ελπίζουμε πώς θα ησυχάσουμε αν γίνει ειρήνη ανάμεσα στα κράτη, ειρήνη πολιτική, ειρήνη στρατιωτική, ειρήνη κοινωνική.

Αλλά είμαστε ανόητοι, άφοϋ δεν καταλαβαίνομε πώς αύτή ή ειρήνη, ή άπ' έξω ειρήνη, είναι ένα ψέμμα, αν δεν έχει κάθε άνθρωπος την από μέσα ειρήνη! Αφήνω το ότι ή από μέσα ειρήνη φέρνει καί την απέξω, πλην, κι αν υποθέσουμε πώς γίνεται μια εξωτερική ειρήνη στον κόσμο, μ' όλο πού θα ναι βλογημένη, θα 'ναι ωστόσο λειψή, θα ναι ψεύτικη, αν δεν φωλιάσει αυτό το αγιασμένο πουλί μέσα στην καρδιά μας καί μέσα στην διάνοια μας.
Ό χαιρετισμός του Χρίστου ήτανε το «Ειρήνη ύμϊν», πού είναι το ίδιο με το «Χαίρετε» πού είπε στις Μυροφόρες. Εκείνος είπε καί πώς ή βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας, πού θα πεϊ πώς κι ή ειρήνη, πού είναι γνώρισμα της βασιλείας του Θεού, πρέπει να είναι καί κείνη μέσα μας, κι όχι έξω από μας.
Ό Θεός είναι ό βασιλιάς της ειρήνης, κι ό Χριστός ήρθε στον κόσμο να μας φέρει την ειρήνη, όπως ψέλνανε οί "Αγγελοι κατά τη νύχτα πού γεννήθηκε: «καί επί γης ειρήνη». Το Ευαγγέλιο του λέγεται «Εύαγγέλιον της Είρήνης» (Έφεσ. 6, 15). Ό Θεός λέγεται «Θεός της αγάπης καί της ειρήνης» (Ρωμ. 15, 33)...
Μητέρα τής αληθινής ειρήνης εϊναι ή αγάπη, ή συμπόνεση στους δυστυχισμένους αδελφούς μας, ή ταπείνωση, ή άφιλοκέρδεια, ή άρνηση κάθε ματαιότητας...
Αυτή την αληθινή, την γνήσια ειρήνη ας αγαπήσουμε, κι όχι τον ψεύτικο ίσκιο της, όπως κάνουμε περιμένοντας μάταια να ειρηνέψει ό κόσμος, σε καιρό που οί ψυχές μας κι οί καρδιές έχουνε γίνει σαν των θηρίων.
Αλλά, για ν' αγαπήσουμε καί να ποθήσουμε αυτή την ειρήνη, πρέπει πρωτήτερα ν' αγαπήσουμε τον Χριστό, τον άρχοντα της είρήνης, καί το Ευαγγέλιο του, το Ευαγγέλιο της Ειρήνης. "Αλλος τρόπος για να ειρηνέψουμε δεν υπάρχει κανένας...

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Το μήνυμα της Αθωνίτισσας Θεοτόκου προς τον σύγχρονο κόσμο

Το μήνυμα της Άθωνίτισσας Θεοτόκου προς τον σύγχρονο κόσμο είναι ένα, καίριο καί σημαντικό. Σιωπηλά ευαγγελίζεται ή ϊδια, λέγοντας προσωπικά κι εμπιστευτικά στον καθένα: «Μη φοβάσαι, παιδί μου, τον πόνο, μη δειλιάζεις, μη κάμπτεσαι, μη αγχεσαι καί μη αγωνιάς. Άποδέξου τον άγιο πόνο, παραδέξου τον, συμφιλιώσου μαζί του, αγάπησε τον, όπως εγώ. "Ομως με γνώση, με συνέπεια, με σοβαρότητα, με υπευθυνότητα καί προσοχή. "Οχι γιατί δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά, αλλά με την ελπίδα ότι αυτός ό πόνος είναι αναιρετικός αμαρτίας, οφειλή λαθών, κλειδί της Βασιλείας των Ουρανών. ' Η σημερινή αποτυχία, ασθένεια, δυσκολία, ταραχή καί περιφρόνηση, είναι μία παραχώρηση Θεοϋ, πού σου δίνεται για μία επανεξέταση της πορείας σου, για μια πνευματική ανασυγκρότηση, για μία επανατοποθέτηση του βίου σου...».
Ή Παναγία, πού είναι των πονεμένων ή άνάλγηση, γιατί ή ίδια πόνεσε πολύ κι έγινε τόσο λεπτή κι ευαίσθητη στον πόνο μας, μόνο εκείνη μας νοιώθει. ' Ο πονεμένος συνήθως γνωρίζει να συμπονά. Το βίωμα της Θεοτόκου είναι ένας δριμύς καί συνεχής πόνος. Ή πονεμένη εποχή μας δεν χρειάζεται να ψάξει για να βρει την ϊασή της, παρά ταπεινά να προσπέσει στην εικόνα της, ζητώντας τη βοήθεια της. Ή επώδυνος κραυγάζουσα εποχή μας αναζητά νόημα βίου καί λύτρωση. Το πρόβλημα της εποχής καί του τόπου μας είναι καθαρά πνευματικό.
Αυτό κατανοώντας οί Αθωνϊτες μοναχοί συνεχίζουν τον εκούσιο πόνο της ασκήσεως, μη αφήνοντας το κανδήλι της Παναγίας να σβύσει καί να μείνει το πρόσωπο της άφωτο καί να χαθεί ή ελπίδα μας. ' Ο πόνος με νέο πόνο γιατρεύεται, κατά τον άγιο Μάξιμο τον 'Ομολογητή. Οί εκούσια άγρυπνοΰντες μοναχοί, μπροστά στην Άθωνίτισσα Θεοτόκο, δέονται για τους ακούσια άύπνοΰντες, τους ηθελημένα ή αθέλητα πονεμένους, του σε μύριες ανάγκες κόσμου μας, με τη βέβαιη ελπίδα πώς ή Φωτοδόχος, ή Φωτοφόρος καί Φωτοτόκος Θεοτόκος, θα προεκτείνει στοργικά το άγιο μαφόρι της, τη σεπτή σκέπη της, καί θα σκεπάσει όλο τον ορθόδοξο κόσμο πού την επικαλείται. "Ωστε υπό το φως της προσευχόμενοι ευκολώτερα εϊσακουόμεθα καί βοηθούμεθα να δοϋμε το μέγεθος της μικρότητος καί της αδυναμίας μας, το όποιο τελικώς αποβαίνει νίκη καί κατάκτηση, μη έχοντας το δικαίωμα να διακρινόμεθα, αλλά με την πρόσληψη του ταπεινού της φρονήματος, γινόμαστε αήττητοι στίς δαιμονικές καί κοσμικές πλεκτάνες καί οι δοκιμασίες καθίστανται βαθμίδες ανόδου, ωριμότητας καί αυτογνωσίας.

Μωυσέως Μοναχού του Αγιορείτου
Από το βιβλίο «Η ευλογία του πόνου και ο πόνος της αγάπης»

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Το πάθος της αναγνώρισης και το ήθος της αφάνειας

''Δόξαν παρά ανθρώπων ου λαμβάνω'' (Ίω. 5, 41). Είναι γεγονός πώς ό άνθρωπος έχει ανάγκη από την άναγνώριοη των πράξεων του και την εκτίμηση της διακονίας του. Καί μέχρις ενός σημείου αυτό δεν είναι κακό. Ή επιβράβευση ενισχύει την αυτοπεποίθηση, ενθαρρύνει την πρόοδο και συμβάλλει στην ψυχολογική ωριμότητα του ατόμου. Στηρίζει τις καλές πρωτοβουλίες καί οικοδομεί μια ήρεμη καί ισορροπημένη προσωπικότητα. Ενδέχεται όμως ό ύπερτονισμός των δυνατοτήτων ενός ανθρώπου καί ή άκρατος έπαινολογία να δημιουργήσουν μία αρρωστημένη συνείδηση κι ένα αλλοτριωμένο πρόσωπο γεμάτο εγωιστικό κομπασμό καί ματαιόδοξη μεγαλομανία.

VASILI NESTERENKO-We want such glory

Ή συνεχής καί μανιώδης αναζήτηση της ανθρώπινης δόξας, αποτελούν λανθασμένο δρόμο γι' αυτό πού λέμε δικαίωση καί αναγνώριση. Αυτός πού βλέπει τα ενδεχόμενα ταλέντα του ως μέσα προβολής καί επιβολής καί όχι ως χαρίσματα πνευματικής καλλιέργειας καί διακονίας, συμπεριφέρεται εγωκεντρικά καί θέτει ως μέτρο όλων των προβληματισμών καί αναζητήσεων τον εαυτό του. Δε μπορεί να πειθαρχήσει στους όρους της πνευματικής ζωής καί τους κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς. Ή τάση της υπεροχής καί της εντύπωσης, ενθαρρύνει την υποκριτική διάθεση του ανθρώπου για να μπορεί να επιβάλλεται σ' όλες τις καταστάσεις καί τον παγιδεύει στους νόμους της εμπορευματοποίησης της ζωής καί της πλαστογράφησης των άξιων, για να μπορεί ευκολότερα να ενισχύει την ψευδώνυμη ταυτότητα του.
Εικόνα καί προέκταση αύτοϋ του πάθους της αναγνώρισης καί της προβολής, είναι το σύμπτωμα της σημερινής κοινωνικής ματαιοδοξίας καί μαζικής υποβολής πού ακούει στο όνομα διαφήμιση. Ένα γεγονός πού ξεπερνά τη ζεστασιά των ανθρωπίνων σχέσεων καί επηρεάζει αρνητικά τη συμπεριφορά καί τον τρόπο της ζωής μας. Μια νοοτροπία καταναλωτικής υστερίας καί απώλειας της αίσθησης του μέτρου καί της αυτάρκειας.


Θα επανέλθουμε όμως στον προβληματισμό πού επιβάλλει το κενό, ή υποκριτική συμπεριφορά καί ή εσωτερική ανασφάλεια του μεγαλομανούς καί ματαιόδοξου ανθρώπου με μία γνώμη του καθηγητή Ί. Ν. Ξηροτύρη ό όποιος αναφερόμενος στο παράδειγμα πού δίνει σχετικά ό Ντοστογιέφσκυ με τη σιλουέτα του Φόμο Φομοβίτς σημειώνει- «Ό Φόμο είναι ματαιόδοξος, κούφιος καί φορτωμένος από αχόρταγη μανία να παρουσιάζεται ότι αξίζει, χωρίς βέβαια να έχει αξία, κατορθώνει να τοποθετεί τον εαυτό του στο κέντρο του περιβάλλοντος του. Να προσελκύει το ενδιαφέρον της μάζας καί να πετυχαίνει βέβαια, αλλά με διάφορες ψευτιές καί παραμόρφωση των γεγονότων. Δεν αφήνει καμιά ευκαιρία ανεκμετάλλευτη, τοποθετεί τον εαυτό του στη θέση του αδικούμενου, στη θέση του ανθρώπου πού τον κακομεταχειρίσθηκαν καί πάσχει άδικα, φτάνει να πάρει τη μορφή του μάρτυρα για το δίκιο. Το άτομο με την ύπερτονισμένη τάση για αναγνώριση καί αξία με τη στάση του γενικά καί με τα μέσα τα όποια μεταχειρίζεται, οδηγείται στις τεταμένες σχέσεις, στους διαπληκτισμούς καί στη διχόνοια {Αρθρο με τον τίτλο «Ή μανία να μας λογαριάζουν» σε παλαιότερο τεύχος του περ. «ΕΠΙΛΟΓΕΣ»).

Θα προσθέταμε εδώ πώς τα άτομα αυτά πολύ εύκολα οδηγούνται στην εσωτερική απομόνωση καί την αύτοπαραίτηση από τη ζωή. Ό κύριος εκφραστής της ελληνικής ροκ μουσικής Παύλος Σιδηρόπουλος λίγο πριν τον σκοτώσει ή ηρωίνη στα 41 του μόλις χρόνια, δήλωνε σε Αθηναϊκή εφημερίδα {30 Ιουλίου 1989) τα εξής: «Κάνοντας μια βαθειά ενδοσκόπηση νομίζω ότι μ' έστειλε εκεί {στα ναρκωτικά δηλαδή) ή απουσία αναγνώρισης από την έποχή μου. Πιστεύω ότι στη χώρα πού ζω, ή προσφορά μου καί το ταλέντο μου δεν αναγνωρίστηκαν αρκετά». Αξίζει όμως ή υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων μας να πληρωθεί με το θάνατο;

Στό σημείο αυτό εύκολα έρχεται στο νου ό χαρακτηρισμός της ματαιοδοξίας από τη Βίβλο ως απιστία καί έκφραση αυταρέσκειας- «πώς δύνασθε πιστεϋσαι δόξαν παρά αλλήλων λαμβάνοντες καί την δόξαν την παρά του μόνου Θεού ου ζητείτε;» (Ίω. 5, 41). Ή αξία του ανθρώπου, για να θυμηθούμε τον "Εριχ Φρόμ, δε βρίσκεται σε ό,τι έχει, αλλά σε ό,τι είναι- στην ανόρθωση μέσα του του θεανθρώ-πινου μεγαλείου του, στην έσχατολογική ελπίδα ότι μπορεί να γίνει κοινωνός της Αναστάσεως καί να ζήσει στην αιωνιότητα. Γι αυτό καί ό «καυχώμενος εν Κυρίω καυχάσθω» (Β' Κορ. 10,17).

Ή εν Χριστώ ζωή δεν αρνείται την πρόοδο καί τη δημιουργικότητα αλλά δίνει σ' αυτές το νόημα πού πρέπει. Σχετικοποιεί τα πράγματα του κόσμου καί προφυλάσσει τον άνθρωπο από την ευτέλεια, το εφήμερο καί τις μεταπτώσεις της ανθρώπινης δόξας, καθόσον «ή μεν γαρ παρά των ανθρώπων δόξα, των δοξαζόντων μιμείται την εύτέλειαν, όθεν καί μεταπίπτει ραδίως- ή δε του Θεού ούχ οϋτως, άλλ' ακίνητος μένει δια παντός» (άγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Προς τους τάς συνάξεις καταλιμπάνοντας... καί περί της "Αν-νης Λόγος Δ', ΡΟ 54, 663). Όταν όμως το έργο μας γίνεται με υπευθυνότητα καί ταπείνωση είναι αποδοτικό κι ευλογημένο. Το παράδειγμα των αποστόλων είναι αποκαλυπτικό στο σημείο αυτό- «ούτε γαρ ποτέ εν λόγω κολακείας έγενήθημεν..., γράφει ό απόστολος Παύλος, ούτε ζητοϋντες εξ ανθρώπων δόξαν... άλλ' έγενήθημεν ήπιοι εν μέσω υμών» (Α' Θεσ.. 2, 5-7). Δε ζητήσαμε, τονίζει, να αρέσουμε αλλά να είμαστε ταπεινοί ανάμεσα σας. "Ετσι δε μετέδιδαν μόνο το ευαγγέλιο αλλά καί τις ϊδιες τίς ψυχές τους άποδεικνύοντες στην πράξη το μεγαλείο της χριστιανική ς ζωής.


Ή εκκλησιαστική παράδοση καί εμπειρία μας λέγει πώς ή αληθινή μεταμόρφωση καί δόξα του ανθρώπου δε θεμελιώνεται στο θόρυβο καί στο κυνήγι της αποδοχής, αλλά στη δύναμη της μετάνοιας, της ταπείνωσης καί στη σιωπή της άσκησης• «τα της εννοίας εγκλήματα, τη σιγή της ασκήσεως άπέπνιξας» (Δοξαστικό ίδιόμελο εσπε¬ρινού Κυριακής Ε Νηστειών). Ή ανακάλυψη της δικής μας δόξας βρίσκεται στη δόξα των παθημάτων του Ιησού «ϊνα, όπως γράφει ό απόστολος Παύλος, καί ή ζωή του Ιησού εν τω σώματι ημών φανερωθή» (Β'Κορ. 4,10).

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΚΑΛΤΣΗ
''Νεανικοί Προβληματισμοί''

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ

Αναμφίβολα ή αποδοχή της αλήθειας καί της αγάπης ως υψηλών αρετών για τους περισσοτέρους ανθρώπους είναι κάτι το αυτονόητο. Σπάνια θα βρεθεί άνθρωπος όχι απλώς να αμφισβητήσει αλλά καί να υποβαθμίσει την αξία τους. Το πρόβλημα ανακύπτει από τη στιγμή πού θα θέσει κανείς το ερώτημα του περιεχομένου των αρετών αυτών καί της σχέσεως μεταξύ τους. Εκεί θα αρχίσει ή διαφοροποίηση, ή οποία σε γενικές γραμμές παίρνει την κατεύθυνση εϊτε της φιλοσοφικής είτε της χριστιανικής κατανοήσεως των αρετών αυτών.


Καί φιλοσοφικά μεν ή αλήθεια καί ή αγάπη κατανοούνται κυρίως ως έννοιες καί ίδέες, ως κάτι συνεπώς πού σχετίζεται πρωτίστως με την ανθρώπινη νόηση καί έπειτα με την ανθρώπινη πράξη, όπως καί ως καταστάσεις πού μπορούν να υφίστανται αυθύπαρκτα χωρίς άμεση σχέση της μιας με την άλλη. Χριστιανικά όμως ή αλήθεια καί ή αγάπη δεν κατανοούνται πρωτίστως "σε σχέση με τον άνθρωπο αλλά σε σχέση με το Θεό γι' αυτό ουδέποτε μπορούν να παρουσιαστούν ανεξάρτητες ή μία από την άλλη. Πάνω σ' αυτήν τη χριστιανική κατανόηση θα μείνουμε για λίγο στη συνέχεια.
Κατά την πίστη μας, λοιπόν, αλήθεια καί αγάπη δεν υφίστανται κατά αυθύπαρκτο τρόπο. Ή αλήθεια συνυπάρχει πάντοτε με την αγάπη, ή αγάπη συνυπάρχει πάντοτε με την αλήθεια. Κι αυτό συμβαίνει γιατί καί τα δύο έχουν κοινή πηγή; τον Ιησού Χριστό καί γενικά τον Τριαδικό Θεό πού μας απεκάλυψε ό Ίησοΰς Χριστός. Εκείνος πού είπε ότι είναι ή αλήθεια - «εγώ ειμί ή αλήθεια» -, ό Ίδιος είπε ότι είναι καί ή αγάπη - «ό Θεός αγάπη εστί». Έτσι, αλήθεια καί αγάπη είναι δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας: της θεϊκής, γεγονός πού σημαίνει ότι καί ή αλήθεια καί ή αγάπη δεν είναι απλές αρετές, αλλά φανερώσεις του προσώπου του Θεού καί άρα πρόκειται περί μυστηρίου, αδύνατου να κατανοηθεί από τον άνθρωπο με τις δικές του φτωχές δυνάμεις. Λέγει εν προκειμένω ό μεγάλος σύγχρονος Γέροντας π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ στο πολύ γνωστό έργο του «"Αγιος Σιλουανός του "Αθω»: «Ό όρος του Χριστού - ή αγάπη - θα παραμένη αιωνίως μυστήριο για όλους τους φιλολόγους. Ή λέξη αυτή είναι το όνομα του ίδιου του Θεού καί το αληθινό της νόημα δεν αποκαλύπτεται αλλιώς, παρά με την ενέργεια του ϊδιου του Θεοϋ». Καί σε άλλο σημείο στο ίδιο έργο τονίζει ότι ή σιωπή του Κυρίου Ιησού στον Πιλάτο, όταν εκείνος τον ρώτησε «τί εστίν αλήθεια;», οφείλεται ακριβώς σ' αυτόν το λόγο: την αδυναμία του Πιλάτου να κατανοήσει την προσωπική αλήθεια του Θεοϋ, δεδομένου ότι την προσήγγιζε φιλοσοφικά, δηλ. νοησιαρχικά: «Ό Πιλάτος είχε δίκιο στο ερώτημα: "Τί εστίν αλήθεια;" "Αν έννούσε την έσχατη αλήθεια που αποτελεί το θεμέλιο της όλης υπάρξεως του κόσμου, δεν υπάρχει απάντηση. "Αν όμως ό Πιλάτος, εννοώντας την Άρχιαλήθεια ή την Αύτοαλήθεια, έκανε το ερώτημα όπως πρέπει: ΤΙΣ εστίν ή αλήθεια», τότε θα έπαιρνε απάντηση. Καί ή απάντηση θα ήταν αυτό πού λίγο πιο πρίν, κατά το Μυστικό Δείπνο, προβλέποντας καί το ερώτημα του Πιλάτου, έλεγε ό Κύριος στους αγαπημένους Του μαθητές καί δι' αυτών σ' όλο τον κόσμο: "Εγώ ειμί ή αλήθεια" (Ίωάν. ιδ' 6, ιη' 37-38). Ή επιστήμη καί ή φιλοσοφία θέτουν στον εαυτό τους το ερώτημα Τί εστίν αλήθεια", ενώ ή γνήσια χριστιανική συνείδηση αποτείνεται προς την αλήθεια ρωτώντας ΤΙΣ".»

Αλήθεια καί αγάπη λοιπόν πάντοτε συνυπάρχουν πού θα πεί ότι καί για τον άνθρωπο τον πλασμένο κατ' εικόνα καί καθ' όμοίωσιν Θεού ή αλήθεια είναι αλήθεια στο βαθμό πού μετέχει καί στην αγάπη, όπως καί ή αγάπη είναι αγάπη στο βαθμό πού εκφράζει καί την αλήθεια. Γι' αυτό καί όποιος αγαπά είναι αληθινός φανερώνοντας στη ζωή του το Θεό, όπως αντιστρόφως όποιος παλεύει για την αλήθεια, παλεύει να ζήσει την αγάπη,ζώντας τον Θεό στην Ιδια του την ύπαρξη.


Κατά συνέπεια δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ή βασικότερη εντολή του Χριστού ήταν ή αγάπη, ή προτροπή πάντοτε των Αποστόλων στο προκείμενο θέμα ήταν «να αληθεύουμε εν αγάπη», ενώ οποιαδήποτε αναφορά τους στο ένα ήταν ταυτοχρόνως αναφορά καί στο άλλο: «...ους εγώ αγαπώ εν αλήθεια καί ουκ εγώ μόνος, αλλά καί πάντες οι έγνωκότες την άλήθειαν... έσται, μεθ' υμών χάρις, έλεος, ειρήνη παρά Θεού πατρός καί παρά Κυρίου Ιησού Χρίστου του υιού του πατρός, εν αλήθεια καί αγάπη» (Β' Ίωάν. 1, 3).
Εάν κανείς θελήσει να διασπάσει την ενότητα αυτή, τότε δυστυχώς θα διαπιστώσει ότι διέστρεψε καί τα δύο. Γιατί καί ή χριστιανική αλήθεια - ή ορθή πίστη - αποκομμένη από την αγάπη καταντά ιδεολογία πού φθάνει έπειτα να γίνει καί καταστροφικός φανατισμός σαν τους κάθε είδους φανατισμούς στο κόσμο καί παλαιότερα καί τώρα - δεν είναι άγνωστο το φαινόμενο στην ιστορία του λεγομένου θεολογικού μίσους,  ιδιαιτέρως στους διάλογους μεταξύ των Εκκλησιών -, καί ή αγάπη από την άλλη αποκομμένη από την αλήθεια καταντά ένας γλυκερός συναισθηματισμός, ό οποίος τελικώς συνιστά έναν ωραιοποιημένο εγωισμό. Διότι καί το συναίσθημα αν δεν καθαρθεϊ από την αλήθεια, τότε γίνεται βρόγχος πού πνίγει καί αυτόν πού το έχει καί αυτόν πού το δέχεται. Τα παιδιά με τους υπερπροστατευτικούς γονείς θα είχαν ιδιαιτέρως πολλές τραυματικές εμπειρίες πάνω σ' αυτό να διη¬ηθούν.
Το συμπέρασμα νομίζουμε ότι είναι προφανές: Θα πρέπει να αγωνιζόμαστε ως χριστιανοί στην εν αλήθεια αγάπη. Ούτε υποχώρηση στην πίστη, αλλά ούτε υποχώρηση καί στην αγάπη. Ακόμη καί προς τους αιρετικούς πού διαστρεβλώνουν την πίστη καί διαστρέφουν την αγάπη, ή στάση μας πρέπει να είναι -ή εκκλησιαστική - πατερική: μίσος προς την πλάνη τους, αγάπη όμως προς τα πρόσωπα τους με προσευχή για να ανανήψουν καί να μετανοήσουν. Μ' ένα λόγο θα πρέπει με επίγνωση να ζούμε τη ζωή της Εκκλησίας μας. Γιατί αυτή ως το Σώμα του Χριστού διακρατεί, όπως είπαμε, πάντοτε καί προσφέρει τον Ιησού Χριστό: την αλήθεια καί την αγάπη.

πρωτοπρεσβύτερου Γεωργίου Δορμπαράκη