Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεία Λειτουργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεία Λειτουργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Αυτή τη στιγμή καμία ψυχή δεν πρέπει να μένει ψυχρή



Πολύ αυστηρός ήταν ο Γέροντας με εκείνους που κουβέντιαζαν μέσα στο ναό, και ιδιαίτερα με τις γυναίκες
  Αν δεν μπορείτε να ακούσετε όσα διαβάζονται στην εκκλησία, έλεγε, τότε καλύτερα να λέτε μέσα σας την ευχή του Ιησού. Ιδιαίτερα προσπαθήστε να ακούτε προσεκτικά την ανάγνωση του Αποστόλου και του Ευαγγελίου.
Για να προκαλέσει την προθυμία και την προσοχή συχνά ερωτούσε:
-      Ποιο Ευαγγέλιο διαβάστηκε σήμερα; Ποιός θα μας το διηγηθεί;
Κατά την εξομολόγηση πάντοτε εξηγούσε όλες τις στιγμές της Θ. Λειτουργίας. Για παράδειγμα:
-      Όταν ο ιερεύς με το διάκονο βγαίνουν από τη βόρεια πύλη και εισέρχονται με το Ευαγγέλιο στην Ωραία Πύλη, αυτή η στιγμή ονομάζεται «Μικρά Είσοδος» και συμβολίζει ότι ο Ιησούς Χριστός εξέρχεται στο κήρυγμα. Όποιος θα ζήσει χριστιανικά, κατά τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, θα εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών.
Όταν οι λειτουργοί κατά τη διάρκεια του Χερουβικού από τη βόρεια πύλη με τα Τίμια Δώρα περνούν μέσα από την Ωραία Πύλη, η στιγμή αυτή ονομάζεται «Μεγάλη Είσοδος» και συμβολίζει ότι ο Ιησούς Χριστός πορεύεται στα εκούσια Πάθη χάριν ημών των αμαρτωλών. Όποιος μετανοήσει και κοινωνήσει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού θα εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών. Κατά την ώρα του «Σὲ μνομεν …» , όλη η Εκκλησία , όλοι οι παριστάμενοι στο ναό θα πρέπει να προσεύχονται μαζί με τους λειτουργούς , ώστε ο Ουράνιος Πατέρας να αποστείλει το Πανάγιο Πνεύμα σε μας και στα προκείμενα Δώρα και τρεις φορές να λένε μέσα τους: «Κύριε, ο το Πανάγιόν σου Πνεύμα εν τη Τρίτη ώρα τοις Αποστόλοις Σου καταπέμψας, Τούτο, Αγαθέ, μη αντανέλης αφ’ ημών, αλλ’ εγκαίνισον ημίν τοις δεομένοις Σου».
Αυτή τη στιγμή καμία ψυχή δεν πρέπει να μένει ψυχρή. Όλοι πρέπει να είναι σαν φλόγα από την αγάπη του Θεού. Αυτή την ώρα οι ψυχές μας πρέπει να είναι ως λύχνοι καιόμενοι, ως ευώδες θυμιατό, ως θυμίαμα που ανεβαίνει στον ουρανό, διότι αυτή τη στιγμή τελείται το φοβερό ζωοποιό μυστήριο , η μεταβολή δια του Αγίου Πνεύματος του άρτου και του οίνου στο Τίμιο Σώμα και Αίμα του Χριστού και πάνω στην αγία Τράπεζα βρίσκεται ο Θεός εν σαρκί.


Από το βιβλίο: « ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ»ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Η νύχτα της Αγίας Άννας

Ξημέρωνε της Αγίας Αννης. 
Ενα ξεροβόρι μας έκανε να σηκώσουμε τον γιακά. 
Η αγρυπνία άρχιζε στις δέκα.



Μπαίνοντας στην εκκλησία κατάλαβαμε το διαφορετικό....Κατέβηκαν οι γιακάδες, ξεκουμπώθηκαν πανωφόρια και καρδιές, ζεστάθηκαν τα παγωμένα μέλη, αόρατος κυκλοφορούσε ο Παπαδιαμάντης -ευτυχής που μπορούσε να ξαναγράψει- άγιοι μπαινόβγαιναν αθέατοι -ένιωθες την ελαφρά αύρα του ερχομού τους-, ταπεινές οι φωνές των ψαλτάδων, ανθοστόλιστες οι εικόνες, το λείψανο του Αγ. Ρηγίνου ασφάλεια της νύχτας, ο παπα Μιχάλης στο ψαλτήρι εγγύηση ότι όλα θα είναι σεβαστικά και παπαδιαμαντικής υφής, το σκοτάδι σπλαχνικό, το λιγοστό φως ευγενικό, σκυμένα κεφάλια, χέρια δεμένα μπροστά σε εκούσια υποταγή έρωτος προς το θείον και οι άγιοι να ανεβοκατεβαίνουν από τα εικονίσματα, άλλος στο Χερουβικό, άλλος στο Ευαγγέλιο, άλλος στο Κοινωνικό για να χαιδέψουν τα ανθρώπινα και να τα απαλύνουν σε μετάνοια και κατάνυξη.

Η μάνα μου αλλιώς κι'αυτή απόψε, έφερε το προσφοράκι που ζύμωσε, λιβάνι και καρβουνάκι για να τα καίνε οι άγγελλοι την ώρα που θα κοινωνούσε, νομίζω.


Η Ζωή δίπλα μου, έκλαιγε. Μετά μου είπε πως έβλεπε στην Ωραία Πύλη τον Γέροντα Ευμένιο με πορφυρή στολή γεμάτη χρυσούς σταυρούς....Καθόλου παράξενο να ήταν κι'αυτός εκεί. Τί είναι νάρθεις απ' τον Παράδεισο; Χόπ, ένα πήδημα και έφτασες....


Ο παπα Σπυρίδωνας έδινε το αντίδωρο, ο παπα Νικόλας τον άρτο. 
Για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, ο κόσμος αφού έπαιρνε και από τα δύο, δεν έφευγε. 
Ολοι κοντοστέκονταν. Σαν να μην ήθελαν να πάψουν να αποτελούν πληθυσμό της οικίας του Κυρίου, σαν να ήταν εποχή κατακομβών και έξω περίμεναν οι διώκτες, σαν να ήταν στη μέση ενός θαύματος και δεν ήθελαν να βγούν εκτός του κάδρου των θαυμασίων......
Τελικά βγήκαμε στην κρύα νύχτα, πάλι. Μέσα μας, όλα ήταν ζεστά .
 Αργότερα στις κουβέρτες, στα ενύπνια και στα χνώτα των σπιτικών μας, οσφραινόμαστε τα λιβάνια τούτης της παράξενης βραδυάς..
Εξω φυσούσε δυνατό ξεροβόρι. 'Η μήπως μας είχαν ακολουθήσει οι άγιοι που είχαν κατέβει να τιμήσουν την γιαγιά μας την Αννα, την μάνα της Κυράς της Παναγιάς;
http://anazhthseis-elena.blogspot.com/2011/12/blog-post_09.html

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Ουαί υμίν(περί του εκκλησιασμού των μικρών παιδιών)

Ο
Ας μη κρυβόμαστε.
 Δεν είναι οί κλαυθηρίσμοί των βρεφών και των νηπίων αιτία για τον άποπροσανατολισμό-άποπροσήλωση, ακριβέστερα, των εκκλησίαζομένων.Πολλές κεφαλές στή διάρκεια της λειτουργίας περιστρέφονται οάν περισκόπια υποβρυχίων.Μέμφονται την παρουσία των λιλιπούτειων χριστιανών πού δυσανασχετούν, μια και ό χρόνος της Θ.Λατρείας είναι δυσανάλογος με την υπομονή και την αντοχή τους. 
Έφτασε κάποια κυρία -πού... εύκολα αποπροσανατολιζόταν- να ψιθυρίσει: «Τι καλός ό Ηρώδης και πόσο χρήσιμος»!
"Ολα αυτά θυμίζουν χώρους λατρείας άλλων ομολογιών,όπου ενώνουν τις παλάμες και προσεύχονται στην ίδια στάση όλοι...
"Ορθοδοξία θα πει ανοχή -με την καλή, φυσικά, έννοια- θα πει φως ίλαρόν με λαδοκάντηλο,λίγο αγνό θυμίαμα,ένα μελισσοκέρι,το κλάμα του βρέφους-αίνος στο Πρόσωπο του Θεού. Δεν καταστρέφει την κατάνυξη,αντίθετα, την υπογραμμίζει. Εμείς οί μεγάλοι την καταστρέφουμε με τον καθωσπρεπισμό μας τον φαρισαϊκό... Με τα διαφορετικά μέτρα και σταθμά πού χρησιμοποιούμε.Με τα «διπλά βιβλία» που διατηρούμε. "Ας μη προκαλούμε τα οκταπλά «ουαι» του Κυρίου, πάνω μας...


Μανώλη Μελινού/πηγή

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

ΦΩΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΦΑΙΝΕΙ ΠΑΣΙ.Θεολογική και ιστορική προσέγγιση


Από τα ωραιότερα στοιχεία της Προηγιασμένηςχαρακτηριστικά της Λειτουργίας αυτής ως εσπερινής σύναξης, είναι ό σταυρο­ειδής φωτισμός-εύλογία του λάου με τη σχε­τική εκφώνηση «φως Χρίστου φαίνει πάσι», και ή ψαλμωδία του «Κατευθυνθήτω ή προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιον σου...» μετά άπό τα αναγνώσματα.
Το πρώτο λέγεται άπό τον ίερέα μαζί με το «Σοφία· ορθοί» μετά το Παλαιοδιαθηκικό ανά­γνωσμα από τη Γένεση, το δεύτερο προκείμε­νο ττού ακολουθεί,και το «Κέλευσον» πού λέ­γει ό αναγνώστης. Τότε ό ιερέας κρατώντας θυμιατό στο δεξί χέρι και λαμπάδα,«μανουάλιον μετά κηρου», στο αριστερό, στέκεται μπροστά στην Αγία Τράπεζα και φωτίζει σταυροειδώς το λαό, λέγοντας το «Σοφία·ορθοί». Κατόπιν σφραγίζει σταυροειδώς πάλι το λαό, λέγοντας το «φωςΧρίστου φαίνει πάσι».
Για τη λειτουργική και θεολογική σημασία αυτής της ευλογίας έχουν εκφρασθεί διάφορες άπόψεις. Κατά μίαν ερμηνεία το «φωςΧρί­στου...» αναφέρεται στα αναγνώσματα της Πα­λαιάς Διαθήκης,των όποίων οι συγγραφείς φω­τίσθηκαν και έμπνεύσθηκαν από το φως του Χρίστου. Επομένως, πρέπει να σχετισθούν με το αληθινό φως της θεογνωσίας πού πηγάζει άπό το Χριστό και να ερμηνευθούν στην προοπτική του ευαγγελικού φωτός.
Ό Σμέμαν μιλά για την εκπλήρωση των προφητειών στο πρόσωπο του Χρίστου,και ό άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης δικαιολογεί την ένταξη της εν λόγω φράσης μεταξύ των δύο αναγνωσμάτων ως εξής· «Ή μεν Γένεσις τα απαρχής διηγείται, την δημιουργίαν των όντων και την εκπτωσιν τον Αδάμ. Ή Παροιμία δε αίνιγματωδώς τα περί τον Υίον του Θεού έκδιδάσκει και τοις δι' αυτόν υίοθετηθείσι παραι­νεί, ώσπερ υίοϊς, και Σοφίαν αυτόν τον Υίόν ονομάζει καί οίκον οίκοδομήσαι έαυτη λέγει, το πανάγιον αυτόύ σώμα,... καί φως εστί τα άνω καί τα κάτω φωτίζων»*
Το αισθητό, λοιπόν,φως πού ευλογείται καί άνάπτεται την ώρα αύτη γίνεται τύπος του Χρι­στού, της Σοφίας του Θεού, για την οποίαν«αίνιγματωδώς» κάνουν λόγο οι Παροιμίες· «ότι δε τύπον του άληθινού φωτός Ιησού Χριστού σημαίνει τούτο το φως».
Όρισμένοι έπίσης συνδέουν το «φως Χρί­στου...» με τους κατηχουμένους καί κυρίως τους φωτιζόμενους, οι όποιοι από τα μέσα της Με­γάλης Τεσσαρακοστής προετοιμάζονταν για το βάπτισμα πού γινόταν το βράδυ του Μεγά­λου Σαββάτου. Το φως του Χριστού «φαίνει πάσι», καί -περισσότερο στους φωτιζόμενους,των οποίων μάλιστα σε μία ευχή ζητείται ό καταυγασμός της διάνοιας των. «Τοφως τον βαπτίσματος, ενσωματώνοντας τους κατηχουμένους στο Χριστό, θα ανοίξει το νου τους στην κατανόηση των ρημάτων Του»*
Ό συσχετισμός αυτός όμως, σημειώνει ό κα­θηγητής Ιωάννης Φουντούλης, είναι εντελώς εξωτερικός· «.Στήν εσπερινή σύναξι δεν παρίσταντο μόνον οι κατηχούμενοι καί οι φωτιζό­μενοι, αλλά καί οι πιστοί. Το "φως Χρίστου" εξ αλλού λέγεται σ' όλες τις Προηγιασμένες καί προ της Τετάρτης της Μεσονηστισίμου εβδο­μάδος ήμερες, κατά τις όποιες δεν παρίστατο ή τάξις των φωτιζόμενων, γιατί δεν είχε ακόμη συγκροτηθεί. Άλλα καί κατά τον Ι αιώνα, οπό­τε για πρώτη φορά απαντά το "φως Χρίστου..."στην Προηγιασμένη,οί διακρίσεις των τάξε­ων των κατηχουμένων είχαν πια ατονήσει».
Οί ρίζες επομένως της λειτουργικής αυτής πράξης θα πρέπει να αναζητηθούν αλλού,και οπωσδήποτε στο αρχαϊκότατο έθος, κατά τοοποίο ή υποδοχή του φωτός, το άναμμα των λύχνων στην εσπερινή σύναξη της Εκκλη­σίας συνοδευόταν με ύμνους, ευλογίες καιεπευφημίες.
Για τη συνήθεια αυτή μιλούν σαφέστατα ό Τερτυλλιανός, ό Ιππόλυτος Ρώμης κ.ά. Χα­ρακτηριστική βεβαίως είναι ή μαρτυρία του Μεγάλου Βασιλείου, συμφωνά με την όποία οι Πατέρες μας υποδέχονταν «την χάριν τον εσπερινού φωτός» όχι σιωπηλά, άλλα με Ευχα­ριστία και με σχετικό ύμνο, την «αρχαίαν φωνήν», τό γνωστό δηλαδή τροπάριο του Εσπε­ρινού, «φως ίλαρόν», που τό έλεγε ό λαός.
Ανάλογη επευφημία κατά την υποδοχή και ευλογία του εσπερινού φωτός είναι και τό «φως Χρίστου φαίνει πάσι». πού διασώθηκε στηνΠροηγιασμένη ως κατάλοιπο της αρχαίας εσπερινής λατρευτικής πράξης. Είναι ένα είδος αναδίπλωσης του έπιλυχνίου ύμνου «φως ίλαρόν..,».
Κατά παλαιά συνήθεια τό «φως Χριστου...», φράση πού τον  τέταρτο-πέμπτο αιώνα τη βρίσκουμε χαρα­γμένη ολόκληρη ή συντε­τμημένη (ΦΧΦΠ) σε λυ­χνίες, τό έλεγε ό διάκονος,ό όποιος μετέφερε και την αναμμένη λυχνία στηνεσπερινή σύναξη του Ναοΰ.'Ηταν κατά κάποιον τρόπο σύνθημα για τό άναμμα των φώτων, τα όποια μέχρι την ανάγνωση των Παροιμιών στην Προη­γιασμένη ήσαν κλειστά.
Από τό «φως Χρίστου...» άρχιζε ουσιαστικά και τό έργο του νεωκόρου.Αυτό φαίνεται και από ορισμένες μαρτυρίες, σύμφωνα με τις όποιες τό «Κέλευσον» δεν τό έλεγε ό αναγνώστης, άλλα ό«κανδηλάπτης», ζητώντας τρόπον τινά την άδεια να επιτελέ­σει τό ύποΰργημά του.
Τον αρχαίο τρόπο ανάμματος, μεταφοράς άπό τό διάκονο και ευλογίας του εσπερινού φωτός στη λειτουργία των Προηγιασμένων μας τον διασώζουν τόσο τα λειτουργικά χει­ρόγραφα, όσο και ό άγιος Συμεών Θεσσαλο­νίκης. Κατ' αυτόν ή σταυροειδής σφράγιση κα'ι ευλογία του λαού δε γινόταν από τό ιερό βήμα, αλλά από το μέσον του Ναού.
Εκεί κατέληγε ό διάκονος εν πομπή, μετά την ευλογία του φωτός πού ζητούσε από τον Ιερέα, «κρατών την λαμπάδα και τό θυμιατήριον και προπορευόμενων των αναγνωστών...Και πληρωθείσης της Γενέσεως, φαίνεται ευθύς μετά των φώτων, τάς βασιλικάς πύλας είσιών, άνισταμένων απάντων. "Ως και εις τό μέσον στάς του Ναού,ποιείται σταυρού τύπον τω θυμιατηρίω έκφώνως λέγων "Σοφία· ορθοί. Φως Χρίστου φαίνει πάσι". Και εις τό άγιον βήμα εισέρχεται» 
Ή είσόδευση του διακόνου στο μέσον του Ναού, κατά τη μαρτυρία τουΤυπικού της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως του Θ'-Ι αιώνα, δε γινόταν μεταξύ των δύο αναγνωσμάτων, αλλά αμέσως μετά από αυτά.
«Και εις τό τέλος των δύο αναγνωσμάτων λαμβά­νει ό διάκονος τό μανουάλιον και εΐσοδευει λέγων τό "φως Χρίστου φαίνει πάσι". Και ευθέως λέγει ό διάκονος "Σοφία" και ό πρεσβύτερος "Ειρήνη πάσι" και ό ψάλ­της τό "Κατενθυνθήτω"».Αυτή ήταν και ή αρχική θέση του «φως Χρίστου...», πού σημαίνει ότι δεν έχει σχέση με τα αναγνώσματα, άλλα με τό «Κατευθυνθήτω». «Ή μετάθεσίς του με­ταξύ των αναγνωσμάτων έγινε αργότερα, προφανώς για να δοθή χρόνος για τό άναμμα των φώτων του Ναού, ώστε κατά τό "Κατευθυνθήτω" να είναι ό Ναός φω­ταγωγημένος».
Από τό σημείο μάλιστα αυτό αλλάζει και τό κλίμα της όλης ακολουθίας και εισερχό­μαστε στο κύριο μέρος της λειτουργίας των Προηγιασμένων, πού είναι ή θεία κοινωνία.Τό άξιοπαρατήρητο δε,πού εδώ μας ενδια­φέρει, είναι ή επανάληψη του «Κατευθυνθήτω», δευτέρου στίχου του 140ού ψαλμού, και ή κατανυκτική ψαλμωδία του έξι φορές από τονιερέα και τους χορούς29ενώ ό ιερέας θυμιά την 'Αγία Τράπεζα.

Του Παναγιώτη Ι.Σκάλτσή-ΠΗΓΗ

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Υμνος αγγέλων και ανθρώπων


 
Στόν τρισάγιο ϋμνο της Θείας Λει­τουργίας ανυμνούμε το Θεό ως Τριάδα, όπως μας δίδαξε ή επιφάνεια του Σωτήρος. Ό ύμνος αυτός έχει παραληφθεϊ μερικώς από τους αγγέλους και μερικώς από το βιβλίο των ιερών ψαλμών του προφήτου. 
Συγκεντρώθηκε λοιπόν από την Εκκλησία του Χριστοϋ καί αφιερώθηκε στην Άγια Τριά­δα. 
Πραγματικά, το «άγιος», έκφωνούμενο τρεις φορές, ανήκει στους αγγέ­λους (όπως βλέπουμε στο βιβλίο του Ησαΐα καί στην Αποκάλυψη του Ιωάν­νου), ενώ το «Θεός» καί «ισχυρός» καί «αθάνατος» ανήκει στον μακάριο Δαυ­ίδ, που λέει «έδίψησεν ή ψυχή μου προς τον Θεόν τον ίσχυρόν, τον ζώντα». 
Το να δεχθεί καί να συνδέσει μεταξύ τους τα προηγούμενα στοιχεία καί να προσθέσει την ικεσία «ελέησε μας» ανήκει στην Εκκλησία, στο καθίδρυμα όσων αναγνωρίζουν καί κηρύτ­τουν τον ένα Θεό ως Τριάδα. 
Δείχνεται έτσι, άφ' ενός μεν ή συμφωνία της Πα­λαιάς Διαθήκης προς την Καινή, άφ' έτερου δε ότι με την επιφάνεια του Χρι­στού, του ύπερουρανίου καί επιγείου, οι άγγελοι καί οί άνθρωποι έγιναν μία Εκκλησία. 
Γι' αυτό, μετά την παρουσία­ση καί είσοδο του Ευαγγελίου, ψάλ­λουμε τούτον τον ϋμνο, σαν να κραυ­γάζουμε ότι Εκείνος πού έπεδήμησε σε εμάς, μας τοποθέτησε δίπλα στους αγγέλους, μας έταξε σε εκείνον το χο­ρό.

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ
Εκ του έργου του «Εις την Θείαν Λειτουργίαν
Φιλοκαλία,Τόμος 22

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Τα άνθη τα μωβ της προηγιασμένης

Μέσα στὸ μεγαλεῖο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ὑφαίνονται καὶ ἐπεξεργάζονται, παράλληλα μὲ τὴ κατάνυξη, οἱ πλέον εὐλογημένες μνῆμες, γιὰ ν᾿ ἀποτελέσουν κάποτε ἔνδυμα περιούσιο καὶ στοργικὸ, ὅταν ἀναδυθοῦν χρόνια δίσεκτα καὶ ἄσπλαχνα: ὅπως γίνονται τὰ δικά μας…
Δὲν εἶναι διόλου εὔκολο νὰ περιγράψεις τὴ τέλεση μιᾶς Προηγιασμένης Λειτουργίας σὲ κάποιο ἀπρόσιτο καὶ μακρυνὸ μοναστήρι, ὅπως εἶναι ἡ Μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὸ νησὶ μου, ἤ μᾶλλον ὅπως ἦταν πρὶν ἀπό τριάντα χρόνια, ὅταν μονάχα μὲ ἐπώδυνο ὁδοιπορία ἤ μὲ τὸ ὑποζύγιο τὴν προσέγγιζες. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁδηγεῖς τὴ μνήμη σου, νοσταλγικὰ καὶ εὐκατάνυκτα, σὲ μέρες ὅπου οἱ ἐκεῖ τελούμενες Προηγιασμένες θεῖες Λειτουργεῖες ἦταν δεμένες ἄρρηκτα μὲ τὴν ἡσυχία, τὴ σιωπὴ καὶ τὴν Παρουσία Του…


Ὁ Προηγιασμένος Ἄρτος πάντα εὐώδης ἀπό τὸ ζυμωτὸ, τὸ μοναστηρίσιο πρόσφορο καὶ τὸ γνήσιο, ἀνόθευτο, χωρὶς συντηρητικά, νᾶμμα, ποὺ τὸ φρόντιζαν οἱ μοναχὲς, καθὼς τὸν Σεπτέμβριο, στὸν τρύγο, διάλεγαν τὰ καλύτερα σταφύλια, τὰ λιάζανε, δηλ. τὰ βάζανε λίγες μέρες στὸν ἥλιο, ὥστε νὰ ἐλαττωθοῦν τὰ ὄσα ὑγρὰ ἀπόμεναν, κι ὕστερα τὰ στίβανε μὲ εὐλάβεια καὶ κάνανε τὸ νᾶμμα τῆς χρονιᾶς. Νᾶμμα καθαρὸ, κατὰ πάντα εὔγευστο κι ἁγιασμένο, ἀφοῦ εἶχε δεχθεῖ τόσες εὐχὲς καὶ προσευχές.
Ἡ λειτουργία γινόταν στὸ μισοσκότεινο Καθολικὸ μὲ λαμπάδες, κεριὰ καὶ καντήλια. Ἀργότερα, ὅταν πῆγε κι ἐκεῖ τὸ ἡλεκτρικὸ, σταμάτησε αὐτόματα κι ὁ Χρόνος, ἀφοῦ δὲν ἀνέβαινε στὴν ψυχὴ ἡ ἁπλότητα, ἡ συγκίνηση καὶ ἡ εὐπρέπεια ποὺ ἀναδύονται ἀπό τὸ λιτὸ τὸ φωτισμὸ, τὴν ἡσυχασμένη ἀτμόσφαιρα καὶ τὶς προσεγμένες κινήσεις…
Πάντα μέσα στὴ Λειτουργία ὑπῆρχαν ἐκεῖνα τὰ φορτισμένα μὲ εἰρήνη Θεοῦ σιωπητήρια, δηλαδὴ κάποια χρονικὰ διαστήματα, ὅπου ὅλοι σιωπούσαμε: γιὰ νὰ βαδίσει ὁ Θεὸς ἀναμεσά μας… Ἐπειδὴ αὐτὸ τότε ὄλοι ἐπιζητούσαμε κι ὄχι τὸ νὰ κοιτάζουμε νὰ πληρώνουμε, νὰ γεμίζουμε δηλαδὴ τὸ χρόνο μας μὲ τὰ ὅσα περιττὰ καὶ ἄκαρπα, ποὺ φυσικὰ δὲν ἀφοροῦν τὴν πνευματικὴ μας ἐνηλικίωση καὶ ὡριμότητα.
Μόνο, ποὺ καθὼς περνοῦσαν τὰ χρόνια ἄρχισε νὰ μᾶς μπολιάζει τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου καὶ τῆς αὐτο-προβολῆς, γι᾿ αὐτὸ καὶ στήθηκαν μικροφωνικὲς ἐγκαταστάσεις ἐκεῖ ποὺ κάποτε βημάτιζε ἡ Σιωπὴ, ἡ Γλῶσσα τοῦ Θεοῦ δηλαδὴ (πρβλ. ὅσιο Ἰσαὰκ τὸν Σῦρο), κι ἔτσι ἀπόμειναν τὰ εὐλαβικὰ σιωπητήρια Μνήμη καὶ Νόστος, ἀπὸ ἕνα χθὲς καθαγιασμένο.
Ὅμως ἐκεῖνο ποὺ πρόσθετε σὲ ὄλη αὐτὴ τὴν ἀτμόσφαιρα μιὰν ἀκόμα πινελιὰ, δοσμένη μὲ γνήσιο Ποιητικὸ τρόπο καὶ ἐξαγιαστικὸ -ἐξάπαντος ἀπό τὸ Χέρι τοῦ Θεοῦ φερμένη- ἦταν κάτι ποὺ τὸ παρατηροῦσες συνήθως κατὰ τὴ ἐπιστοφὴ πρὸς τὴ Χώρα, ἡ ὁποία γινόταν πάντα ὁδοιπορικῶς.
Καθὼς, λοιπὸν, κατέβαινες τὸ δύσκολο μονοπάτι, ποὺ τὸ φώτιζε τὸ γλυκὸ ἀνοιξιάτικο φῶς τοῦ πρωϊνοῦ ἥλιου ἤ τὸ στεφάνωνε ἐκείνη ἡ γκρίζα, ἀλλὰ πάντα στολισμένη μὲ σταλαγμοὺς νοσταλγίας συννεφιὰ, παρατηροῦσες πὼς ἐκεῖνο τὸ πένθιμο χρῶμα τῶν ἱερῶν καλυμμάτων, τῆς Ἁγίας Τραπέζης καὶ τοῦ ἱ. Δισκοπότηρου σὲ ἀκολουθοῦσε…
 Λὲς καὶ ἡ Χαρμολύπη τῆς Σαρακοστῆς γινόταν συνοδοιπόρος σου, ἀφοῦ στὶς ἄκρες τοῦ μονοπατιοῦ ἐμφανίζονταν ἐκεῖνα τὰ τετράφυλλα μώβ ἀνθάκια -ποὺ δὲν ἔμαθες ποτὲ τὸ ὄνομά τους- καὶ τἄνοιωθες νὰ σὲ ἀκολουθοῦν, καθὼς γέμιζαν ὅλες σχεδὸν τὶς ἄκρες τοῦ δρόμου. Αἰσθανόσουν, λοιπόν, ὅτι αὐτὰ τὰ ταπεινὰ ἄνθη ἀπέπνεαν τὸ δικὸ τους θυμίαμα κατανύξεως καὶ χαροποιοῦ πένθους, στολίζοντας μὲ χάρη τὴ Σαρακοστὴ…
Αὐτά, λοιπόν, τὰ μὼβ ἄνθη τῆς Σαρακοστῆς τ᾿ ἀγάπησες τόσο, γιατὶ κάθε χρόνο, μέχρι νὰ φανεῖ ὁ ἄσπλαχνος «πολιτισμὸς» ὁποὺ μὲ μπουλτόζες, μηχανὲς καὶ ἄλλα παρόμοια μέσα ἐξαφάνισαν τὰ μονοπάτια καὶ ἔσβησαν αὐτὲς τὶς λιτὲς καὶ κατανυκτικὲς παρουσίες, σὲ συντρόφευαν καὶ ἐπιμήκυναν μὲ τρόπο μυστηριώδη καὶ θεοφιλῆ τὴν Προηγιασμένη…
Γιατὶ καταλάβαινες πολὺ καλὰ ὅτι τὸ Χρῶμα τοῦ Πένθους τῆς Σαρακοστῆς ἁπλωνόταν μὲ περισσὴ φροντίδα παντοῦ, ἀκόμα καὶ στὰ ἀθῶα τὰ ἄνθη, μέχρι νἄρθει ἡ Μεγαλοβδομάδα μὲ τὶς ἄλικες τὶς παπαροῦνες γιὰ νὰ μηνύσει ὅτι ἔρχεται Πάσχα. Δηλαδὴ, ἔνας ἄλλος δρόμος, μιὰ ἄλλη μορφὴ ζωῆς ποὺ ἔπρεπε νὰ περπατήσεις, πάντα μὲ τὴ δικιὰ Του τὴ συντροφιὰ, ὅπως τότε, στὸν εὐσκιόφυλλο δρόμο πρὸς Ἐμμαοὺς (πρβλ. Λκ. 23, 13 ἑξ)…
Βλέπεις, ἐκεῖνο τὸ «Πᾶσα ἡ κτίσις ἡλλοιοῦτο φόβῳ», ποὺ λέγεται τὴ Μεγάλη Παρασκευή, δὲ γράφτηκε τυχαῖα…
π. Κων. Ν. Καλλιανὸς

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

...Και η υπομονή Του αυτή θα διατηρηθεί τόσο, ώστε να γίνει δυνατή η εμφάνιση του αντιχρίστου(Γερ.Σοφρώνιος)

Τελώντας την Λειτουργία προσεύχομαι βεβαίως για όλο τον κόσμο και δεν αμφιβάλλω ότι, ωσότου προσφέρεται στον κόσμο αυτό η θυσία αυτή της αγάπης, ο κόσμος θα διατηρηθεί στην ύπαρξή του. Όταν όμως θα παύσει να προσφέρεται η θυσία αυτή, τότε αναπόφευκτα ο κόσμος θα κατακαεί στο πυρ του γενικού μίσους. Ναι, ακόμη και ως σήμερα δεν βλέπουμε στους αιώνες που πέρασαν τέτοια εποχή, κατά την οποία ο Χριστιανισμός έγινε σοβαρά δεκτός από τις ανθρώπινες μάζες. 
Μπορούμε ακριβέστερα να πούμε ότι η απουσία της αγάπης του Χριστού από τις ψυχές εκείνων που με τη βία επάνω στους πιο αδύνατους άρπαξαν την εξουσία, οδήγησε στις φοβερές παραμορφώσεις όλης της ζωής της ανθρωπότητας, και εξαιτίας αυτού έγινε αδύνατη σε όλους η σαφής αίσθηση της παρουσίας του Θεού. 

Στην τύφλωση από το μίσος οι άνθρωποι χάνουν τελείως την αίσθηση αυτή, και τότε γι’ αυτούς “πεθαίνει ο Θεός”. Για την επιβεβαίωση της σκέψεώς μου έστρεψα από πολλού ήδη την προσοχή μου στο ότι και τα τέσσαρα Ευαγγέλια αρχίζουν με αναφορά στην προφητεία του Ησαΐου:
«Ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου… Πάσα φάραγξ (δηλαδή υποβάθμιση και άσκηση βίας επάνω στους ανθρώπους) πληρωθήσεται και παν όρος (δηλαδή βίαιη κυριαρχία επάνω στους αδελφούς) ταπεινωθήσεται… και αι τραχείαι εις οδούς λείας, και (μόνο τότε) όψεται πάσα σαρξ το σωτήριον του Θεού».
[...] Αν βρεις, να διαβάσεις τον υπέροχο εικοστό τέταρτο λόγο του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου… Ο άγιος αυτός, σε συμφωνία με όλους εκείνους που προηγήθηκαν από αυτόν και με εκείνους που ήρθαν στον κόσμο μετά από αυτόν, λέει ότι «ο Θεός για τη ζωή στον κόσμο αυτό δημιούργησε πατέρα και υιό και όχι δούλο και μισθωτό… Η δουλεία προήλθε από την μεταξύ των ανθρώπων έχθρα, εξαιτίας της οποίας άρχισαν να πολεμούν ο ένας εναντίον του άλλου και ο ένας να υποδουλώνει τον άλλον. Και η εξαγορά των ανθρώπων εξαιτίας της φτώχιας και των ελλείψεων, που άρχισαν να κυριεύουν τους πιο αδυνάτους λόγω της απληστίας και της πλεονεξίας των ισχυρότερων… Χωρίς βία και φτώχια κανένας δεν θα γινόταν δούλος ή μισθωτός…».
Αυτός ό παραμορφωμένος από το μίσος των ανθρώπων κόσμος κρύβει από την όραση το Υπέροχο Πρόσωπο του Θεού. Ο Θεός δεν ενεργεί με βία· διαφυλάσσει με άγιον τρόπο την ελευθερία εκείνου που δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν» Του.

 Επιπλέον βλέπει με υπομονή και τις κακές ακόμη εκδηλώσεις της ελευθερίας του άνθρωπου. Και η υπομονή Του αυτή θα διατηρηθεί τόσο, ώστε να γίνει δυνατή η εμφάνιση του αντιχρίστου, που θα αποπειραθεί να παραμερίσει τον Αληθινό Θεό και ακολούθως να ανακηρύξει θεό τον εαυτό του. Την οδό του αντιχρίστου θα συνοδεύσει αναπόφευκτα άσκηση παγκόσμιας βίας… Πολλοί θα σκανδαλισθούν με αυτό. Θα εγερθεί σ’ αυτούς το ερώτημα: Πού είναι λοιπόν ο Θεός; Πού είναι η Πρόνοιά Του για κάθε κτίσμα;
Ανάμεσα σ’ αυτούς που σκανδαλίστηκαν ήταν και η δική μας φτωχή Αλεξάν­δρα. Δεν αντιλήφθηκε τις οδούς του Θεού και υπερασπιζόμενη το ανθρώπινο δίκαιο απέρριψε τη δικαιοσύνη του Θεού. Τώρα όμως που βρέθηκε σε συνθήκες που μπορεί να δει ότι ο Θεός είναι δυνατός και μετά θάνατον να δώσει στον άνθρωπο το πλήρωμα της ζωής και της μακαριότητας, με απλότητα και χαρά θα προχωρήσει στη συνάντησή Του: «Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται»

(Αρχ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, «Γράμματα στη Ρωσία» – επιστολή 45, αποσπάσματα. Εκδ. Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου –Έσσεξ, σ.210-213)/πηγή

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

Η ιερωσύνη κατά τον Αγ.Ιωάννη τον Χρυσόστομο


Κατά τον άγιο Ιωάννη τό Χρυσόστομο τό ύψος καί ή περιεκτικότητα σε χα­ρίσματα της Ίερωσύνης γίνονται φανερά στην τέλεση τών άλλων Μυστηρίων από τους ιερείς. 
Αυτοί, μολονότι παραμένουν στην ανθρωπινή τούς κατάσταση, με σάρκα καί ποικίλες αδυναμίες, αξιώνονται να τελούν το μυστήριο της θείας Εύχαριστίας καί με την Επίκληση να έρχεται το ίδιο το άγιο Πνεύμα στα «τίμια δώρα», στην «θυσία», καί μετά στίς ψυχές τών πιστών. Διότι, μεταδιδό­μενης της θείας Ευχαριστίας, μεταδίδεται καί ή θεία χάρη πού δια τού αγίου Πνεύματος έρχεται στην Ευχαριστία. Στέκονται, άνθρωποι αυτοί, πλησίον της «ακήρατης» θεωμένης ανθρώπινης φύσεως τού Χρίστου, έχουν ενώπιον τους τον θυσιασθέντα Κύριο, βλέπουν με τα μάτια της πίστεως, αίμάσσονται τόν ίδιο τόν Κύριο στόν άρτο καί τον οίνο, με τα σαρκικά τους χέρια προσφέρουν στους πιστούς τόν Κύριο πού «κάθηται» «άνω» «μειά του Πατρός» καί συγχρόνως βρί­σκεται στα χέρια καί τα στόματα ιών πιστών. 
Ό ιερέας ενεργεί τόσο υψηλό καί θείο έργο, πού δεν μπορούν ούτε οι άγγελοι να ενεργήσουν, εφόσον δεν έδω­κε σ' αυτούς ό Θεός το τελείν τα Μυστήρια. Κι ενώ συχνά ό Χρυσόστομος επι­σημαίνει τήν ώς προς τά Μυστήρια άνωτερόιητα των ιερέων, προκαλεί τους μεν πιστούς να βλέπουν τους ιερείς ως αγγέλους, τούς δε ιερείς να γίνονται κα­θαροί ως άγγελοι (ΡG 48, 642). Αυτό συμβαίνει, διότι οι άγγελοι διατήρησαν την καθαρότητα καί την άϋλότητα, πού είχαν κατά την δημιουργία τους.
Επειδή τα πανίερα Μυσιήρια αποτελούν «χάρη», με την οποία το άγιο Πνεύμα «ήξίωσε» ιόν ιερέα, αυτός αλλά καί ό πιστός μπορούν πνευματικά να «μετανίστανται» στον ουρανό. Μπορούν, απαλλασσόμενοι από σαρκικά δια­νοήματα, να ζουν καί να βλέπουν με τον καθαρμένο τους νου καταστάσεις ουράνιας μακαριότητας, γεγονός πού συνιστά δωρεά («φιλανθρωπία») του Θε­ού σε όσους αγωνίζονται πνευματικά.

Σάββατο 18 Ιουνίου 2011

Πιστεύω στο Θεό, στην εκκλησία δεν πηγαίνω


      
«Πιστεύω στον Θεό καλύτερα από τον καθένα, αλλά στην Εκκλησία δεν πηγαίνω. Μα πώς να πάω, αφού εκείνοι που πηγαίνουν, κληρικοί και λαϊκοί, δεν είναι καλύτεροι μου;»
Θ’ απαντήσω πρόθυμα και με πολλή αγάπη στον αδελφό, που μου υπέβαλε αυτή την ερώτηση αν και φοβάμαι ότι είναι πάρα πολλοί οι ισχυριζόμενοι τα ίδια, αλλά και λυπούμαι διότι δεν θα συμφωνήσω με τους ισχυρισμούς αυτούς.
Και πρώτα-πρώτα η φράση «πιστεύω καλύτερα από τον καθένα» είναι λόγος «μέγας σφόδρα». Δεν πρέπει να την λέει κανείς για τον εαυτόν του εύκολα. Αλλά και εάν αυτό το ευχάριστο όντως συμβαίνει, τότε αποτελεί πρόσθετο λόγο, για να μην απέχει κανείς από την Εκκλησία.
Στην Ορθοδοξία ζούμε και λατρεύουμε το Θεό όχι ατομικά, αλλά εκκλησιαστικά. «Συν πάσι τοις αγίοις». Γι’ αυτό και όσο πιό πολύ αγαπά κανείς το Θεό, τόσο και περισσότερο αγαπά να εκκλησιάζεται και να μετέχει στις λατρευτικές συνάξεις. Δεν υπάρχει άγιος που να μην λαχταρούσε για τον Οίκο του Θεού. Ο Δαυίδ, καίτοι βασιλεύς, έλιωνε κυριολεκτικά από τον ιερό πόθο: «ως αγαπητά τα σκηνώματα σου Κύριε των δυνάμεων, επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου» έλεγε (Ψαλμ. 83). Ο δε Κύριος Ιησούς Χριστός, ως άνθρωπος, δεν παρέλειπε ποτέ να παρευρίσκεται στην δημόσια λατρεία του Ισραήλ το ίδιο και οι Απόστολοι, εφαρμόζοντες ρητή εντολή του Θεού «Εν Εκκλησίας ευλογείτε τον Θεόν».
Είναι γεγονός ότι η πίστη, η ευλάβεια και ο πόθος του Θεού δεν κρύβονται, αλλά διά της εξωτερικής λατρείας φανερώνονται και ενισχύονται. Η πίστη η χριστιανική δεν είναι μια ιδέα, που την έχει κανείς καταχωνιασμένη μέσα του, αλλά μια ζωή, που σφύζει και ενεργοποιεί τον όλον άνθρωπο. Δεν έχουμε πιστές ιδέες, αλλά πιστούς ανθρώπους, που βιώνουν την πίστη τους μαζί με τους άλλους. Άλλωστε σε καιρό ελευθερίας γιατί να είναι κανείς κρυπτοχριστιανός 
Ο Αγ. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος ερωτά: «Συ πίστιν έχεις; δείξον μοι την πίστιν σου εκ των έργων σου (Ιάκ. Β’ 18). Και εμείς λέμε: «δείξον μοι την πίστιν σου εκ… του εκκλησιασμού σου». Διότι εμείς οι Ορθόδοξοι όταν συνερχώμεθα «εν εκκλησίαις» ομολογούμε και διακηρύττουμε ακριβώς αυτή την πίστη μας, που μας σώζει. Συνειδητοποιούμε συγκλονιστικά το γεγονός ότι εμείς αποτελούμε την Εκκλησία, δηλ. το θεανθρώπινο σώμα του Χριστού και βιώνουμε την μυστική, αλλά πραγματική ένωσή μας μ’ Εκείνον. Αυτός δεν είπε: «ου εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών»; (Ματθ. ΙΗ’ 20).
Οι πιστοί, μετέχοντες στην Θ. Λειτουργία της Εκκλησίας δεν είναι πλέον μόνοι και διασπασμένοι, αλλά ενωμένοι οργανικά σ’ ένα σώμα. Κι αυτή η ενότητα είναι η μεγάλη δύναμη της Εκκλησίας, έναντι όλων των δυνάμεων του σκότους. «Σπουδάζετε ουν πυκνότερον συνέρχεσθαι εις ευχαριστίαν Θεού και δόξαν. Όταν γάρ πυκνώς επί το αυτό γίνεσθε καθαιρούνται αι δυνάμεις του Σατανά και λύεται ο όλεθρος αυτού…» (Αγ. Ιγνάτιος)
Στην ευχαριστιακή σύναξη (Θ. Λειτουργία) όλοι μαζί «εν ενί στόματι και μια καρδία» δοξάζουμε και ευχαριστούμε τον Ευεργέτη μας Θεό, πανηγυρίζουμε την Ανάσταση του Χριστού, προγευόμεθα εσχατολογικά τον ερχομό Του (Α’ Κορ. ΙΑ’ 26) και την μέλλουσα βασιλεία Του, τρώγοντες και πίνοντες από το Κοινό Ποτήριο, το σώμα και το αίμα Του. «Στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, καθώς ο Χριστός ανακλίνεται στους άρτους της προθέσεως, καθώς διδάσκει μέσα από τις σελίδες του Ευαγγελίου, καθώς σταυρώνεται πάνω στην αγία Τράπεζα και ανασταίνεται μέσα στο δισκοπότηρο, μπαίνουμε στο χρόνο του Θεού και η ψυχή μας αναγαλλιάζει, διότι νοιώθει να χορταίνει αιωνιότητα».
Στην Θ. Λειτουργία του Μ. Βασιλείου παρακαλούμε: «ημάς δε πάντας τους εκ του ενός άρτου και του ποτηριού μετέχοντας ενώσαις αλλήλοις εις ενός Πνεύματος Αγίου κοινωνίαν». Κατά τον Εκκλησιασμό των Χριστιανών πραγματοποιούνται αισθητά και οι μεγάλες υποσχέσεις του Χριστού προς τους πιστούς ότι εισακούει καλύτερα τις προσευχές τους (Ματθ. ΙΗ’ 19) και ότι αυτός μας αναπαύει από τον κόπο και μόχθο της ζωής (Ματθ, ΙΑ’ 28).
«Καμιά Κυριακή δεν μπορεί να’ ναι συννεφιασμένη εφ’ όσον αρχίζει με την Θεία Λειτουργία». (Ν. Πεντζίκης).
Οι Εκκλησίες είναι τα λιμάνια του Θεού μέσα στον φουρτουνιασμένο κόσμο μας. Ωραιότατη είναι η παρομοίωση του Αγ. Χρυσοστόμου «καθάπερ λιμένας εν πελάγει, ούτω τας Εκκλησίας έπηξεν ο Θεός, ίνα από της ζάλης των βιοτικών θορύβων ενταύθα καταφεύγοντες, γαλήνης μεγίστης απολαύωμεν».
Ας έλθουμε όμως και στο δεύτερο ισχυρισμό πολλών, ότι αυτοί που εκκλησιάζονται δεν είναι καλύτεροι από τους άλλους. Και αυτός ο ισχυρισμός δεν δικαιολογεί την αποχή μας από την Εκκλησία, για τους εξής λόγους: α) Εμείς δεν γνωρίζουμε, αλλ’ ο Θεός, ποιοί είναι οι πραγματικά καλοί και ποιοί οι πραγματικά κακοί. Εμείς στην κρίσι μας συνήθως σφάλλουμε. Δεν πρέπει λοιπόν να κρίνουμε, β) Ρωτάται: εάν ήσαν καλύτεροι οι εκκλησιαζόμενοι δεν θα υπήρχε πρόβλημα; Μήπως θα βρίσκαμε τότε άλλη πρόφαση; γ) Η αξία της Εκκλησίας δεν έγκειται στο ποιόν αυτών που συμμετέχουν στις συνάξεις -κληρικών και λαϊκών- αλλά στις δυνατότητες που παρέχει να μεταμορφωθεί ο άνθρωπος και χρησιμοποιώντας τις ευκαιρίες αυτές να υποστεί την «καλήν αλλοίωσιν». Αλλά φαίνεται πως τις δυνατότητες αυτές δεν τις χρησιμοποιούν όλοι. δ) Η Εκκλησία στην ανθρώπινη πλευρά της έχει και μέλη που νοσούν. Αυτά όμως τα μέλη δεν τα αποβάλλει, εξ αγάπης, έως ότου θεραπευθούν. Γι’ αυτό όλοι έχουμε τη θέση μας στην Εκκλησία, επειδή όλοι νοσούμε, ε) Λες ότι αυτοί που συχνάζουν στην Εκκλησία δεν είναι καλύτεροι από τους άλλους. Σκέψου όμως πόσο χειρότεροι θα ήταν αν είχαν διακόψει κάθε δεσμό με την Εκκλησία;
Ο κατά Κυριακή ή εορτή εκκλησιασμός μας, δίνει μία άλλη διάσταση στη ζωή. Μας θυμίζει ότι δεν είμαστε μόνον παραγωγικές μηχανές, μόνον ύλη, αλλά έχουμε μία άλλη καταγωγή και ένα θείο προορισμό. Μας καταξιώνει σαν ανθρώπους και σαν Χριστιανούς. Σπάει τη ρουτίνα της εβδομάδος και δίνει στη ζωή γιορτινό χρώμα. «Όταν ο άνθρωπος δεν έχει εορτές, η ψυχή του δεν εξαγιάζεται και η ζωή του καταντάει μία τόσο γκριζωπή καθημερινότητα, που σου έρχεται να ουρλιάζεις» (π. Α. Ντούτκο)
Σε μια εποχή που απειλούν να μας αφανίσουν τα παντός είδους «ραδιενεργά νέφη» δεν μας συμφέρει ν’ αποκοπτώμεθα από τον «ομφάλιο λώρο» της υπάρξεώς μας, που είναι η Μάννα μας Εκκλησία.
 (Αρχ. Α. Καραματζάνη, “Οι Πατέρες και τα προβλήματα της ζωής μας”, εκδ. Ι. Μ. Αγ. Αθανασίου Κολινδρού, 1988)