Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χειροτονία γυναικών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χειροτονία γυναικών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Ο καθηγητής Ευάγγελος Θεοδώρου για τον θεσμό των διακονισσών και τη χειροτονία των γυναικών

Τη Δευτέρα, 10 Μαρτίου, το βράδυ στα πλαίσια του διεθνούς μεταπτυχιακού/μεταδιδακτορικού σεμιναρίου με θέμα «Χειροτονία των γυναικών και Ορθόδοξη θεολογία», που οργανώνει το Κέντρο Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου» στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ, υπό την καθοδήγηση του ομότιμου καθηγητού κ. Πέτρου Βασιλειάδη και της Αναπλ. Καθηγήτριας κ. Νίκης Παπαγεωργίου, μίλησε με τηλεδιάσκεψη ο 93 ετών τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, ομότιμος πλέον καθηγητής κ. Ευάγγελος Θεοδώρου με θέμα Ο θεσμός των διακονισσών και η χειροτονία των γυναικών. Φέτος συμπληρώνονται 60 χρόνια από τότε που ο πολιός πατριάρχης της νεώτερης Ορθόδοξης ελληνικής θεολογίας άνοιξε τον θεολογικό διάλογο για το γενικότερο ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών με την διδακτορική του διατριβή για τις διακόνισσες.

Μέρος της μαγνητοσκοπημένης εισήγησής του παρουσιάστηκε από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
Αγαπητά μέλη του σεμιναρίου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που μελετά τη θέση της γυναίκας στην Εκκλησία. Πρώτα-πρώτα θέλω να ευχαριστήσω τον παλαιό μαθητή μου, και τώρα διακεκριμένο συνάδελφό μου, τον κ. Πέτρο Βασιλειάδη, που μου έκανε την τιμή να με καλέσει να βρίσκομαι απόψε, νοερώς έστω,  μαζί σας. Τον συγχαίρω για την πρωτοβουλία του να οργανώσει το σεμινάριο αυτό, μαζί με την εκλεκτή καθηγήτρια κ. Νίκη Παπαγεωργίου. Και θα ήθελα να εκφράσω την λύπη μου, και ότι είμαι απαρηγόρητος, γιατί δεν δύναμαι απόψε να είμαι μαζί σας σωματικά.
Ξεκινώντας  το θέμα μου υπενθυμίζω μερικά από τα στοιχεία που συνδέονται με την χειροτονία των διακονισσών. Διακόνισσες υπάρχουν από την αποστολική εποχή. Είναι γνωστό το χωρίο της προς Ρωμαίους επιστολής , που ο Παύλος γράφει στους Ρωμαίους: «συνίστημι δὲ ὑμῖν Φοίβην τὴν ἀδελφὴν ἡμῶν, οὖσαν διάκονον τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν Κεγχρεαῖς», δηλαδή κοντά στην Κόρινθο.  Αυτή έγινε, λέγει ο Παύλος «προστάτις πολλῶν (ἐγενήθη) καὶ αὐτοῦ ἐμοῦ». Επίσης στην Α’ προς Τιμόθεον  επιστολή αναφέρονται οι διακόνισσες,και συγκεκριμένα ο Παύλος μνημονεύει τις αρετές που πρέπει να έχει μια διακόνισσα (3:11 «γυναίκας ὡσαύτως σεμνάς, μὴ διαβόλους, νηφαλίας, πιστάς ἐν πᾶσι»). Η διακόνισσα εγκαθίστατο στο λειτούργημά της με ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ! Αυτό είναι βέβαιο.
Μέχρι τον 5ο αι. μ.Χ. υπήρχε η εξής ευχή επί χειροτονία της διακονίσσης. Στις Αποστολικές Διαταγές υπάρχει η επίκληση αυτή επί χειροτονία της διακονίσσης: «Ὤ, ἐπίσκοπε, ἐπιθήσεις αὐτῇ τὰς χείρας, παρεστῶτος τοῦ πρεσβυτερίου καὶ τῶν διακόνων καὶ τῶν διακονισσῶν καὶ ἐρεῖς, και θα πεις: Ὁ Θεὸς ὁ αἰώνιος, ὁ Πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς δημιουργός, ὁ πληρώσας Πνεύματος Μαριὰμ καὶ Δεβώρραν καὶ Ἄνναν καὶ Ὄλδαν, ὁ μὴ ἀπαξιώσας τὸν μονογενῆ Σου Υἱὸν γεννηθῆναι ἐκ γυναικός, ὁ καὶ ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου καὶ ἐν τῷ ναῷ προχειρισάμενος τὰς φρουροὺς τῶν ἁγίων Σου πυλῶν· Αὐτὸς νῦν ἔπιδε ἐπὶ τὴν δούλην Σου τῆνδε, τὴν προχειριζομένην εἰς διακονίαν, καὶ δὸς αὐτῇ Πνεῦμα ἅγιον καὶ καθάρισον αὐτὴν ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, πρὸς τὸ ἐπαξίως ἐπιτελεῖν αὐτὴν τὸ ἐγχειρισθὲν αὐτῇ ἔργον»(46).
Μέχρι τον 5ο μ.Χ. αι. υπήρχε αυτός ο τρόπος της χειροτονίας για όλες τις τάξεις του κλήρου, κατωτέρου και ανωτέρου. Ήταν το «Ὤ, ἐπίσκοπε» μπροστά στην Εκκλησία θα πεις αυτό και αυτό, και έχει ειδική ευχή για την κάθε τάξη των κληρικών.  Από τον 5ο όμως αιώνα και εξής οι χειροτονίες έγιναν πολυτελέστερες, θα έλεγα πανηγυρικότερες, και εκτενέστερες. Λοιπόν, τέτοια ευχή, από τον 8ο αιώνα, υπάρχει στον Βαρβερινό κώδικα, τον Βησσαριανό κώδικα (τῆς Κρυπτοφέρρης), και σε πολλούς άλλους κώδικες της εποχής εκείνης. Το τυπικό αυτό λέγει τα εξής:
«Μετὰ τὸ γενέσθαι τὴν ἁγίαν ἀναφορὰν καὶ ἀνοιγῆναι τὰς θύρας πρὶν ἢ εἰπεῖν τὸν διάκονον· Πάντων τῶν ἁγίων, προσφέρεται ἡ μέλλουσα χειροτονεῖσθαι τῷ ἀρχιερεῖ καὶ ἐκφωνῶν τό, Ἡ θεία Χάρις, κλινούσης αὐτῆς τὴν κεφαλήν, ἐπιτίθησι τὴν χείρα αὐτοῦ ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτῆς, καὶ ποιῶν σταυροὺς τρεῖς ἐπεύχεται ταῦτα».  Μία ευχή έρχεται τώρα: «Ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος, ὁ Παντοδύναμος, ὁ διὰ τῆς ἐκ Παρθένου κατὰ σάρκα γεννήσεως τοῦ μονογενοῦς Σου υἱοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν ἁγιάσας τὸ θήλυ· καὶ οὐκ ἀνδράσι μόνον ἀλλὰ καὶ ταῖς γυναιξὶ δωρησάμενος τὴν χάριν καὶ τὴν ἐπιφοίτησιν τοῦ ἁγίου Σου Πνεύματος· Αὐτὸς καὶ νῦν, Δέσποτα, ἔπιδε ἐπὶ τὴν δούλην σου ταύτην· καὶ προσκάλεσαι αὐτὴν εἰς τὸ ἔργον τῆς διακονίας σου, καὶ κατάπεμψον αὐτῇ τὴν πλουσίαν δωρεὰν τοῦ ἁγίου Σου Πνεύματος» κλπ· «Καὶ μετὰ τὸ ἀμὴν ποιεῖ εἷς τῶν διακόνων εὐχὴν οὕτως (είναι τα ειρηνικά): Ἐν εἰρήνη τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὑπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης…κλπ. «Ὑπὲρ τοῦ ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν» (τάδε), και μετά, «Ὑπὲρ τῆς νῦν προχειριζομένης διακονίσσης τῆσδε καὶ τῆς σωτηρίας αὐτῆς· τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὅπως ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ἄσπιλον καὶ ἀμώμητον αὐτῇ τὴν διακονίαν χαρίσηται· τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὑπὲρ τοῦ βασιλέως …κλπ. Ὑπὲρ τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς…Καὶ ἐν τῷ γενέσθαι ταύτην τὴν εὐχὴν ὑπὸ τοῦ διακόνου, ἔχων ὁμοίως τὴν χείρα ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τῆς χειροτονουμένης ὁ Ἐπίσκοπος, ἐπεύχεται  οὕτως (για δεύτερη φορά, με δεύτερη ευχή):
«Δέσποτα Κύριε, ὁ μηδὲ γυναίκας ἀναθεμένας ἑαυτὰς καὶ βουληθείσας καθ’ ὅ προσῆκε λειτουργεῖν τοῖς ἁγίοις οἴκοις σου ἀποβαλλόμενος, ἀλλὰ ταύτας ἐν τάξει λειτουργῶν προσδεξάμενος· δώρησαι τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος καὶ τῇ δούλη σου ταύτη, βουληθείση ἀναθεῖναι Σοὶ ἑαυτήν, καὶ τὴν διακονίας ἀποπληρῶσαι χάριν, ὡς ἔδωκας χάριν τῆς διακονίας Σου Φοίβη, ἥν ἐκάλεσας εἰς ἔργον τῆς λειτουργίας· παράσχου δὲ αὐτῇ ὁ Θεός, ἀκατακρίτως προσκαρτερεῖν τοῖς ἁγίοις ναοῖς Σου, ἐπιμελεῖσθαι τῆς οἰκείας πολιτείας, σωφροσύνης δὲ μάλιστα, καὶ τελείαν ἀπόδειξον δούλην Σου· κλπ. Καὶ μετὰ τὸ ἀμήν, περιτίθησι τῷ τραχήλω αὐτῆς ὑποκάτωθεν τοῦ μαφωρίου τὸ διακονικὸν ὡράριον, φέρων ἔμπροσθεν τὰς δύο ἀρχάς· καὶ τότε ὁ ἐν τῷ ἄμβωνι διάκονος λέγει: Πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες καὶ τὰ λοιπά. Μετὰ (δὲ) τὸ μεταλαβεῖν αὐτὴν τοῦ ἁγίου σώματος καὶ τοῦ ἁγίου αἵματος, ἐπιδίδωσιν αὐτη· ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τὸ ἅγιον ποτήριον· ὅπερ δεχομένη ἀποτίθεται τὴ ἁγία τραπέζη».
Η προσεκτική μελέτη των χειροτονικών αυτών, τόσο μορφολογικό όσο και ως προς το περιεχόμενο, μας οδηγεί στα κάτωθι συμπεράσματα: Ενώ εις τα ευχολόγια οι περιγραφόμενες χειροθεσίες του λεγομένου κατωτέρου κλήρου, ψάλτου, αναγνώστου υποδιακόνου, τελούνται εκτός του ιερού βήματος και όχι κατά την διάρκεια της ευχαριστιακής Θείας Λειτουργίας, και χωρίς να ακούγεται το «Ἡ θεία Χάρις η πάντοτε τά ασθενή θεραπεύουσα κλπ», η χειροτονία της διακόνισσας έχει απόλυτη ομοιότητα με τις χειροτονίες της τάξεως του ανωτέρου κλήρου, δηλαδή του επισκόπου, του πρεσβυτέρου και του διακόνου, διότι γίνεται η χειροτονία αυτή, όπως είδαμε, μέσα στο  ιερό βήμα και μπροστά στην Αγία Τράπεζα, κατά την Θεία Λειτουργία, και μάλιστα μετά την Αγία Αναφορά, δηλαδή ευθύς μετά τον ασπασμό της ειρήνης, πριν από το «Πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες» κλπ.

Εκείνη που θα χειροτονηθεί στέκεται μπροστά στη Σολέα, μπροστά στην Ωραία Πύλη, έχει το κεφάλι της σκεπασμένο με ένα μαφώριο, και όταν έρθει η ώρα προσάγεται στην Αγία Τράπεζα, όπου ο Επίσκοπος χειροτονούσε με επιθέσεις των χειρών, απαγγέλλων, όπως είδαμε, όχι μόνο μία ευχή, όπως συμβαίνει στις χειροθεσίες του κατώτερου κλήρου, αλλά δύο ευχές, πράγμα που είναι γνώρισμα των ανωτέρων χειροτονιών. Και οι δύο αυτές ευχές ακολουθούν την εξαγγελλομένη εκφώνηση «Ἡ θεία Χάρις η πάντοτε τά ασθενή θεραπεύουσα κλπ», Η λειτουργική μας διδάσκει ότι η εκφώνηση «Ἡ θεία Χάρις η πάντοτε τά ασθενή θεραπεύουσα κλπ», η οποία ακούγεται στην χειροτονία των διακονισσών, αποτελεί γνώρισμα μόνον της χειροτονίας των ανωτέρων κληρικών, δηλαδή του επισκόπου, του πρεσβυτέρου και του διακόνου. Καθόσον η ευχή αυτή ουδέποτε ακούγεται στις χειροθεσίες των κατωτέρων κληρικών, ούτε και αυτού του υποδιακόνου.
Εκ των στοιχείων τούτων γίνεται φανερό, ότι και κατά την χειροτονία της διακόνισσας τελούνται όλα τα ουσιώδη, όσα τελούνταν και στη χειροτονία του διακόνου. Η χειροτονημένη διακόνισσα περιβαλλόταν, όπως και ο διάκονος, με το διακονικό ωράριο, και κατά την ώρα της Θείας Κοινωνίας κοινωνούσε όπως και ο διάκονος: ελάμβανε το Άγιο Ποτήριο από τα χέρια του αρχιερέως και το απέθετε δίπλα στην Αγία Τράπεζα.
Θα νόμιζε κανείς ότι όταν έγινε έτσι εκτενέστερη και πανηγυρικότερη η χειροτονία της διακόνισσας, όπως και όλων των κληρικών, ότι η διακόνισσα θα κατετάσσετο μαζί με τους κατωτέρους κληρικούς, η Εκκλησία όμως, όπως είδαμε, την πήρε και έβαλε την χειροτονία της μαζί με τις ανώτερες χειροτονίες του ανωτέρου κλήρου. Αυτά όλα εξηγούν γιατί μέσα στην κανονική διάταξη της Εκκλησίας οι διακόνισσες είχανε πολλά καθήκοντα που δείχνουν την διακονική ιερωσύνη τους. Δεν είχε βέβαια τα καθήκοντα του πρεσβυτέρου, αλλά μην ξεχνάμε ότι αυτά δεν τα είχε ούτε ο διάκονος. Δεν μπορούσε ο διάκονος να τελέσει μυστήρια, το ίδιο κι η διακόνισσα. Όπως φανερώνει το αρχαίο κείμενο του τρίτου αιώνος της Διδασκαλίας, της Συριακής λεγομένης Διδασκαλίας, και όπως φανερώνουν οι Αποστολικές Διαταγές, στην ιεράρχηση των διαφόρων βαθμών της ιερωσύνης η διακόνισσα είχε εξαιρετική θέση. Οι δύο αυτές αρχαίες κανονικές πηγές δείχνουν, ότι ο επίσκοπος εθεωρείτο το σύμβολο του Ουρανίου Πατρός, του Θεού, ο διάκονος ήταν σύμβολο του Χριστού και η διακόνισσα ήταν σύμβολο του Αγίου Πνεύματος. Οι δε πρεσβύτεροι ήταν σύμβολα των Αποστόλων.  Δηλαδή πήγαινε στην ιεράρχηση ανώτερα από τους Αποστόλους.
Μετά έχουμε τον κώδικα του Ιουστινιανού, τη νομοθεσία η οποία, όπως ξέρουμε, απεικονίζει την εκκλησιαστική πράξη της εποχής.  Λοιπόν, ο Ιουστινιάνειος Κώδικας αναφέρει ότι πρόκειται περί κατατάξεώς της στον κλήρο. Και έχει την επιγραφή ο κώδικας αυτός "Περί επισκόπων και κληρικών" και εκεί μέσα αναφέρεται και η διακόνισσα. Η έκτη Ιουστινιάνεια Νεαρά, που έχει τον χαρακτηριστικό θα έλεγα τίτλο «Περί του πως δει», πως πρέπει δηλαδή, «χειροτονήσθαι τους επισκόπους και πρεσβύτερους και τους διακόνους άρρενας και θηλείας». Η τρίτη Ιουστινιάνειος Νεαρά καθορίζει τον αριθμό των κληρικών σε κάθε εκκλησία. Λέγει ότι στο ναό της Αγίας Σοφίας υπηρετούσανν εξήντα ιερείς, εκατό διάκονοι και σαράντα διακόνισσες: «Διακόνους δέ ἄρρενας ἐκατό και τεσσαράκοντα θηλείας», λέγει το κείμενο.

Είναι  ελπιδοφόρο ότι σήμερα μέσα σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες υπάρχει έντονη επιθυμία για αναβίωση της καθιέρωσης των διακονισσών, έστω και αν μερικοί επίσκοποι, θεολόγοι, μονάχες αμφισβητούν τον μυστηριακό χαρακτήρα της χειροτονίας, και αρνούνται την ύπαρξη ανωτέρας ιερωσύνης στις χειροτονημένες διακόνισσες. Αλλά αυτό είναι απαράδεκτο, διότι παραβλέπουν τι λένε όλα τα χειροτονικά, για την χειροτονία της διακόνισσας.
Ο  γράφων, ο ομιλών δηλαδή, που έγραφα το χειρόγραφο μου αυτό, φρονεί και επαναλαμβάνει ότι για την άρση των διαφωνιών και τον ορθό χαρακτηρισμό της παραδομένης λειτουργικής τάξεως καθιέρωσης διακονισσών δεν πρέπει να παραθεωρείται, αλλά να λαμβάνεται υπόψη, ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία, έναντι εκείνων που εκ των υστέρων διατύπωσαν διάφορες δογματικές εκφράσεις, το πρωτείο ανήκει στην εκ των προτέρων διαμορφωθείσα μακραίωνα πρωτογενή λειτουργική εμπειρία και πράξη της εκκλησίας, η οποία όπως θα έλεγε ο αείμνηστος καθηγητής FriedrichHeidel η εκκλησία προβάλλειdasgebetensdogma το δόγμα το προσευχόμενο, που συνοδεύεται από λειτουργική προσευχή. Ας θυμηθούμε και την γνωστή λατινικήν έκφρασιν Lex Orandi est Lex Credendi,  δηλαδή ο νόμος του πιστεύειν συνδέεται με το νόμο του λατρεύειν.

Γι' αυτό ακριβώς είναι αδικαιολόγητες οι απόψεις των αρνουμένων την χειροτονία της διακόνισσας. Την μαρτυρούν τα λειτουργικά κείμενα. Οι δε δογματικές εκφράσεις για τους βαθμούς της ιερωσύνης είναι μεταγενέστερες από τα λειτουργικά αυτά κείμενα. Επομένως δεν πρέπει να παραθεωρούνται τα κείμενα αυτά της Εκκλησίας, και οι σύμφωνες προς αυτά ισχύουσες νομοκανονικές διατάξεις. Λόγου χάριν οι Νεαρές του Ιουστινιανού, και αυτονοήτως και οι σχετικοί κανόνες της Πρώτης, της Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου και της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, οι οποίες έχουν κανόνες για την χειροτονία των διακονισσών.
 Από την οπτική αυτή γωνία κανένας δεν είναι δυνατόν να αμφισβητήσει ότι επί αιώνες μέσα στα λειτουργικά πλαίσια, αναδυομένη από καιρό σε καιρό, η ανωτέρα μυστηριακή χειροτονία των διακόνων γυναικών εξακολουθεί να υφίσταται δυνάμει μέχρι σήμερα. Διότι καμία κανονική διάταξη, μεταγενέστερη από τις Οικουμενικές Συνόδους που ανέφερα, δεν αναφέρεται σε κατάργηση του θεσμού των διακονισσών. Άλλωστε, και στην πράξη σε πολλά μοναστήρια  διαμέσου των αιώνων έχουμε χειροτονίες διακονισσών, μέχρι ακόμα και επί της εποχής του αειμνήστου μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, ο οποίος χειροτόνησε μια διακόνισσα σε κάποιο μοναστήρι της Μητροπόλεως Δημητριάδος.

Στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, που εξέταζε κάποτε σε μια ημερίδα το θέμα «Φύλο και Θρησκεία», ο ομιλών είχε κάνει εισήγηση και δεν δίστασε, με κάποια ρητορική  υπερβολή βέβαια, να πει στους παρισταμένους εκεί αρχιερείς: «Χωρίς να ρωτήσετε κανένα έχετε δικαίωμα να χειροτονήσετε διακόνισσες. Είναι τελείως αδικαιολόγητο να υπάρχουν δισταγμοί για την καθιέρωση διακονισσών στην σημερινή εποχή». Ο διάκονος, ο άνδρας διάκονος, έχει και αυτός μόνο την διακονική ιερωσύνη. Δεν έχει την ιερουργική. Αργότερα, αν χειροτονηθεί αποκτά ως άνδρας και την ιερουργική ιερωσύνη και έχει το δικαίωμα να τελεί τα μυστήρια. Η χειροτονημένη διακόνισσα επίσης έχει εξίσου την μυστηριακή και ανώτερη ιερωσύνη, αλλά επειδή είναι γυναίκα, κατά το «τό γε νυν επικρατούν» δεν μπορεί να αποκτήσει την ιερουργική ιερωσύνη.

Εάν γίνει κατανοητή αυτή η σαφής παραδεδομένη διάκριση μεταξύ «διακονικής» και «ιερουργικής» ιερωσύνης, τότε αφενός θα αποφεύγεται ο εσφαλμένος ισχυρισμός ότι οι διακόνισσες δεν έχουν ανώτερη χειροτονία και ιερωσύνη,  και αφετέρου θα έχει ουσιαστικά αρθεί και απομακρυνθεί, η αιτία των θεολογικών διαφωνιών για την ταυτότητα της καθιερώσεως των διακονισσών. Συχνά μου έρχεται στο νου η σκέψη, ότι στο κεφάλαιο της Δογματικής ή του Κανονικού Δικαίου, που εξετάζει την ιερωσύνη, θα έπρεπε να γίνει κάποια σαφέστερη αναδιατύπωση για τα αφορόντα στην διάκριση μεταξύ ιερουργικής και διακονικής ιερωσύνης, που και τα δύο είδη αναμφισβήτητα προϋποθέτουν λειτουργικά ομοιόμορφη τάξη, ανώτερη μυστηριακή χειροτονία, αλλά και επισημαινόμενη δια περιεχομένου των σχετικών ευχών ύπαρξη διαφορετικών χαρισμάτων και χαρίτων, χορηγούμενων από το Άγιο Πνεύμα, ανάλογα με τα χαρίσματα που έχουν οι χειροτονούμενοι.
Η απόφαση της σεπτής Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος περί ενεργοποιήσεως του θεσμού των διακονισσών σημαίνει, ότι δεν μας πρόλαβε το κέντρο του Ρωμαιοκαθολικισμού με παρόμοια απόφαση, και έτσι δεν έχουμε ως τώρα χάσει, τουλάχιστον, θεωρητικά, για μια ακόμη φορά το τρένο. Όμως στην πράξη κινδυνεύουμε να το χάσουμε, και να προηγηθούν οι Ρωμαιοκαθολικοί στην αναβίωση του θεσμού των διακονισσών. Πρέπει να κατανοήσουμε, ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως άλλοθι εφησυχασμού και σχετικής ραστώνης και αμελείας ο ισχυρισμός, ότι υπάρχουν σήμερα στις Ιερές Μητροπόλεις και ενορίες αρκετές ευσεβείς γυναίκες, που έχουν σήμερα σημαντική καρποφόρο προσφορά σε μερικούς τομείς του ιεραποστολικού και ποιμαντικού έργου, και ότι επομένως είναι περιττές οι χειροτονημένες διακόνισσες. Ας θυμηθούμε, ότι η αξιοθαύμαστη άνθηση του ιεραποστολικού έργου του Ιωάννου του Χρυσοστόμου στηριζόταν προ πάντων σε πλήθος αφιερωμένων διακονισσών, που είχαν επικεφαλής τους την Ολυμπιάδα, για την αντιμετώπιση των ποιμαντικών αναγκών του.

Εξ άλλου η έλλειψη καταλλήλων γυναικών προς ένταξη στο γυναικείο διακονικό λειτούργημα, που και αυτό αναφέρεται, πρέπει να θεωρείται ως συμπτωμα αναιμίας και καχεξίας του ποιμαντικού έργου. Και πρέπει να γίνει αφορμή αυτοκριτικής και αφυπνήσεως των στελεχών της Εκκλησίας. Πρέπει να σημάνουμε αληθινό συναγερμό και να προχωρήσουμε σε στρατηγικό σχεδιασμό και προγραμματισμό προς ενίσχυση του ποιμαντικού έργου με επιστράτευση αφιερωμένων στην Εκκλησία μορφωμένων μοναστριών και λαϊκών γυναικών. Ας προστεθεί, ότι η παρουσία στις ενορίες καθιερωμένων εκλεκτών διακονισσών, τόσο λαϊκών δοκίμων όσο και χειροτονημένων, θα ήταν σημαντική απόδειξη όχι μόνον δημιουργίας οικουμενικής γέφυρας προς ετερόδοξες εκκλησίες οι οποίες έχουν διακόνισσες, αλλά και ανυψώσεως της πνευματικής στάθμης της Εκκλησίας, την οποίαν Εκκλησία, όπως και την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, θα πρέπει να προβληματίσουν οι επιγραμματικοί λόγοι του επιφανούς καθηγητού ΚarlRahner, ο οποίος με κάποια ρητορική βέβαια υπερβολή έχει πει: «Η Εκκλησία του αύριο θα είναι διακονική ή δεν θα υπάρχει». Βέβαια, αυτό είναι υπερβολικό, διότι η Εκκλησία δεν έχει μόνο τη διακονία, έχει και την ιερουργία, τη λειτουργία και τη μαρτυρία. Το νόημα, όμως, των λόγων αυτών είναι ότι η Εκκλησία χωρίς ανεπτυγμένο έργο διακόνων αντρών και γυναικών κινδυνεύει να είναι μια απλώς εσωστρεφής και φυτοζωούσα τελετουργική Εκκλησία, που σε μεγάλη έκταση θα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη για τους εντός και εκτός αυτής κατατριχωμένους από ποικίλες πνευματικές, ψυχοσωματικές και υλικές ανάγκες. Εκκλησιαστικός αγιασμός πιστών χωρίς την περίθαλψη από αυτούς του Χριστού στο πρόσωπο των πασχόντων αδελφών του δεν είναι δυνατό να νοηθεί.
Βέβαια υπάρχει κάποια αφύπνιση με την οικονομική κρίση και διάφορες Μητροπόλεις και η Αρχιεπισκοπή οργανώνουν την αλληλεγγύη τους, τα συσσίτιά τους κλπ, αλλά αυτό δε φτάνει, χρειάζεται συστηματικό διακονικό έργο η Εκκλησία. 
Το Διορθόδοξο μοναστικό συνέδριο που έγινε το 1996 στην Αίγινα στα πλαίσιο του εορτασμού της εκατονπεντηκοντα- ετηρίδος από της γεννήσεως του Αγίου Νεκταρίου, έδωσε αφορμή στον ομιλούντα, στην εισήγησή του με θέμα «Ο θεσμός των διακονισσών κατά την Ορθόδοξη παράδοση και ο Άγιος Νεκτάριος», να πει τα εξής: «Ας ευχηθούμε όλα τα γυναικεία μοναστήρια μας και όλες οι ενορίες να αποκτήσουν τις διακόνισσές τους, να δώσουν  ώθηση στη συγχρονισμένη δηλαδή και ανταποκρινόμενη σε σημερινές συνθήκες και ανάγκες αναβίωση και περαιτέρω ανανέωση και διαμόρφωση του όλου θεσμού των διακονισσών, ο οποίος είναι σαρξ εκ της σαρκός και οστούν εκ των οστέων της Ορθόδοξης Ανατολής,  εκ της οποίας μεταδόθηκε στους Προτεστάντες , στους Αγγλικανούς και στους Παλαιοκαθολικούς, και πιθανότατα εις το εγγύς μέλλον εκ νέου για δεύτερη φορά στους Ρωμαιοκαθολικούς». 

Λέγω αυτό για δεύτερη φορά, γιατί στην αρχαία εκκλησία οι Ρωμαιοκαθολικοί μέχρι τον 5ο αιώνα δεν είχαν διακόνισσες όπως στην Ανατολή, αλλά σιγά-σιγά με την επίδραση του Βυζαντίου απέκτησαν και αυτοί αδελφότητες διακονισσών. Και υπάρχει χαρακτηριστικά και στη νομοθεσία του Ρωμαϊκού Δικαίου τάξις χειροτονίας διακονίσσης με τον τίτλο ordo ad diaconem faciendam, δηλαδή τάξη για τη χειροτονία των διακονισσών.
Είναι αυτονόητον ότι η πραγματοποίηση της ευχής αυτής αφ’ ενός προϋποθέτει ειδική σχετική προετοιμασία εκλεκτών μοναστηριών σε πανελλήνιο  σεμινάριο ή σε τοπικά σεμινάρια, και αφ’ ετέρου υπονοεί ότι στους Βυζαντινούς χρόνους το  παράδειγμα των ενοριών επέδρασε στην βραδύτερη είσοδο του θεσμού των διακονισσών  στα μοναστήρια. Σήμερα αντιστρόφως θα είναι ευκολότερο το παράδειγμα εκλεκτών μοναστηριών διακονισσών να γίνει  το εφαλτήριο της εισόδου διακονισσών στις ενορίες κατά τα παλαιοχριστιανικά και Βυζαντινά πρότυπα.  Η συγκριτική αυτή σκέψη ισχύει για όλες τις επιμέρους Ορθόδοξες Εκκλησίες, που πρέπει να συντονίζονται με ευλογίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως και για την όλη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Στη συζήτηση, τώρα, για τη γενικότερη χειροτονία των γυναικών δεν πρέπει η Ορθόδοξη θεολογία να καταφεύγει στην άστοχη χρησιμοποίηση ανθρωπίνων, βιολογικών εννοιών για το φύλο και να αναφέρεται στη δήθεν ανδρική ή θηλυκή υφή εκάστου των προσώπων της Αγίας Τριάδος, και έτσι να αίρει τον αποφατικό χαρακτήρα του απρόσιτου στην ανθρώπινη διάνοια Τριαδικού δόγματος. Πρέπει να χρησιμοποιούνται εκκλησιολογικά κριτήρια που αποβλέπουν στην οικοδομή της Εκκλησίας του Χριστού. Πρέπει επίσης να χρησιμοποιείται η Χριστολογική θεολογία, η οποία διδάσκει για τον Θεάνθρωπο, ότι στο σωτήριό Του έργον ενσωμάτωσε, παρέλαβε όλη την ανθρώπινη φύση, ανδρική και γυναικεία. Και έτσι πρέπει να επιδιώκεται καταμερισμός των αρμοδιοτήτων των λειτουργών της εκκλησίας ανάλογα προς την ποικιλία των χαρισμάτων τους. Αυτή την ποικιλία των χαρισμάτων προέβαλε ιδιαιτέρως η αρχαία Eκκλησία.
Με τέτοια κριτήρια ο ομιλών νομίζει ότι η διαφορά μεταξύ της χειροτονίας της διακόνισσας και της χειροτονίας των ανωτέρων βαθμών της ιερωσύνης είναι διαφορά ποσοτική, θα έλεγα, και διαφορά καταμερισματική, και όχι διαφορά ποιοτική. Γενικά, τα dejurehumano, με το ανθρώπινο δίκαιο, χωροχρονικά και κοινωνιολογικά στοιχεία του εκκλησιαστικού βίου πρέπει να είναι συμβατά με το θείο δίκαιο και να έχουν σε αυτά την αναφορά τους. Νομίζω ότι θα ήταν πολύ χρήσιμο και διαφωτιστικό εάν το αξιέπαινο, πρωτοποριακό σεμινάριό σας φθάσει σε μια διονυχιστική και εμπεριστατωμένη μελέτη του όλου αυτού ζητήματος για να διαπιστωθεί  και να πληροφορηθεί το χριστεπώνυμο πλήρωμα εάν ο αποκλεισμός της γυναίκας από την ανώτερη ιερωσύνη είναι «θείω δικαίω» ή «ανθρωπίνω δικαίω». Dejurehumano ή dejuredivino.
Είναι περιττό να τονίσουμε ότι οποιαδήποτε εξέταση του ζητήματος της γενικότερης χειροτονίας των γυναικών πρέπει να προβλέπει και να αναμένει τον ενδεχόμενο θορυβώδη σκανδαλισμό μερικών, αλλά και την πιθανή διάσπαση του χριστεπωνύμου πληρώματος. Επομένως, θα υπάρξουν και περιπτώσεις, στις οποίες πρέπει να ισχύσει η προτροπή και αυτού του Λουθήρου: «Φειδώ των ασθενών».
Ευχαριστώ που είχατε την καλοσύνη να με ακούσατε και εύχομαι στο σεμινάριό σας καλή πρόοδο για να έχουμε καλά αποτελέσματα για το θέμα που μας απασχολεί.
Ευχαριστώ και πάλι.

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Κιτίου Χρυσόστομος: "Άλλο η ισότητα των φύλων, άλλο η παράδοση της Εκκλησίας"

Εφημερίδα "Σημερινή", της Άντρης Θρασυβούλου

Το θέμα της χειροτονίας γυναικών και το άβατο του Σταυροβουνίου αναλύει στη «Σ» ο Μητροπολίτης Κιτίου Χρυσόστομος. Εξηγεί τους λόγους που εμποδίζουν την Ορθόδοξη Εκκλησία να λάβει απόφαση για χειροτονία γυναικών, αλλά και τις αιτίες που οδήγησαν στην απόφαση του άβατου του Σταυροβουνίου.
Έχετε αναρωτηθεί ποτέ για ποιο λόγο οι ιερείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας ανήκουν μόνο στο ανδρικό φύλο; Γιατί δεν συζητείται καν το ενδεχόμενο της χειροτονίας γυναικών; Ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους μόνο άντρες μπορούν να επισκεφθούν το Άγιον Όρος και όχι γυναίκες; Πώς επικράτησε το άβατο στο Μοναστήρι του Σταυροβουνίου; Απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά δίνει στη «Σ» ο Μητροπολίτης Κιτίου Χρυσόστομος, με αφορμή την πρωτοποριακή πρόταση που έκανε πρόσφατα ο κυπριακής καταγωγής Μητροπολίτης Ιωαννουπόλεως και Πραιτωρίας του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, Σεραφείμ, για διεξαγωγή διαλόγου σε ανώτατο εκκλησιαστικό επίπεδο στο θέμα της χειροτονίας των γυναικών στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ο Μητροπολίτης Κιτίου θέλησε προτού απαντήσει στις ερωτήσεις μας να τονίσει τα εξής: «Επιθυμώ να σας ευχαριστήσω για την ευκαιρία που μου δίνετε, να εκφράσω τη γνώμη μου (κι όχι τη γνώμη της Εκκλησίας), ανεξάρτητα του γεγονότος ότι πιστεύω πως η γνώμη της Εκκλησίας ως συνόλου, ως πληρώματος της αλήθειας, δεν διαφέρει με τα όσα υποστηρίζω για το θέμα της χειροτονίας γυναικών. Μεμονωμένες γνώμες υπέρ της χειροτονίας γυναικών και στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχουν καμία βαρύτητα. Σημασία στην Ορθόδοξη Εκκλησία έχει αυτό που για αιώνες βιώνεται ή αυτό που η ίδια η Εκκλησία εξέφρασε ως αλήθεια με απόφαση Οικουμενικής Συνόδου. Πρέπει να τονίσω σε όλους όσοι ευκαίρως-ακαίρως μιλούν για ισότητα των δύο φύλων στον επαγγελματικό, κοινωνικό, πολιτικό και άλλους τομείς της ζωής, να αντιληφθούν ότι τα θέματα της χριστιανικής πίστεως και της Εκκλησίας κινoύνται σε άλλο, τελείως διαφορετικό, επίπεδο και γι’ αυτό τα κριτήρια είναι τελείως διαφορετικά.
Ποιοι είναι οι θεολογικοί λόγοι που εμποδίζουν την Εκκλησία να λάβει την απόφαση της χειροτονίας γυναικών;
Η Θεία Αποκάλυψη που Εκφράζεται με την Αγία Γραφή και την εν Πνεύματι Αγίω Ζωή της Εκκλησίας δίνει ένα «Oντoλoγικό» πρωτείο στον άνδρα. Ο Απόστολος Παύλος στις προς Κορινθίους και προς Εφεσίους Επιστολές του ονομάζει τον άνδρα ως Κεφαλήν της γυναικός. Το πρωτείο αυτό αποτελεί φυσική συνέπεια του γεγονότος ότι ο άνδρας δημιουργήθηκε πρώτος και ύστερα δημιoυργήθηκε από την πλευρά του η γυναίκα. Γιατί; Δεν υπάρχει γιατί. Μερικά πράγματα είναι δεδομένα και δεν πρέπει να κρίνονται με ανθρώπινα κριτήρια. Το πρωτείο αυτό του άνδρα δεν αδικεί καθόλου τις γυναίκες, γιατί στο τέλος της εν Χριστώ ζωής και σωτηρίας της θέωσης (που για τους ορθόδοξους Χριστιανούς αποτελεί τον πραγματικό και αιώνιο προορισμό) η γυναίκα είναι ίση με τον άνδρα.
Σας θυμίζω αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος στην προς Γαλάτας Επιστολή του, «ουκ ενί άρσεν και θήλυ πάντες γαρ υμείς είς έστε εν Χριστώ Ιησού». Να μην ξεχνούμε ύστερα πως την πρώτη θέση κατέχει μία γυναίκα, η Θεοτόκος.
Όσον αφορά τώρα το θέμα της Ιεροσύνης, η Αγία Γραφή μιλά για δύο είδη Ιεροσύνης. Το πρώτο είδος Ιεροσύνης είναι η γενική Ιεροσύνη, στην οποία μετέχει όλος ο λαός του Θεού, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Για τούτο και ονομάζονται «βασίλειο ιεράτευμα» ή «βασιλείς και ιερείς» (Έξοδος 19,6) (Α' Πέτρου β 5,9 και Αποκάλυψη Ε' 10). Το δεύτερο είδος lεροσύνης είναι η Ειδική Iεροσύνη, την οποία ο Θεός εμπιστεύτηκε μόνο σε άνδρες: Στην μεν Παλαιά Διαθήκη την εμπιστεύτηκε στους άρρενες απογόνους του Ααρών, στη δε Καινή Διαθήκη στους Επισκόπους, Ιερείς και Διακόνους της Εκκλησίας.
Εδώ πρέπει να τονίσουμε πως ο μόνος πραγματικός και απόλυτος Ιερεύς και Αρχιερεύς είναι μόνο ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Οι Ιερείς και Αρχιερείς της Εκκλησίας μας δεν έχουν αφ' εαυτών την Iεροσύνη, αλλά μετέχουν στην απαράβατον (= αμεταβίβαστον) Ιεροσύνη του Χριστού. Οι λειτουργοί του είναι το χέρι του Αρχιερέως Χριστού διά των οποίων τελεί Αυτός τα μυστήρια της Εκκλησίας. Και αφού ο Αρχιερέας Χριστός είναι άνδρας και όχι γυναίκα, έτσι και οι μετέχοντες της Ιεροσύνης Του είναι άνδρες και όχι γυναίκες. Άρα, λέμε ότι ο Επίσκοπος ως Αρχιερέας της Eκκλησίας «είναι τόπος Χριστού». Και αφού ο Χριστός ήταν άνδρας, ο Επίσκοπος και ο Ιερέας δεν μπορούν να είναι γυναίκες, αλλά μόνο άνδρες. Το ίδιο μας διδάσκει και η Παράδοση της Εκκλησίας. Μια Παράδοση δύο χιλιάδες χρόνια τώρα. Τι γίνεται, λοιπόν, στην πράξη εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια; Η Καινή Διαθήκη μαρτυρεί πως οι Πρώτοι Επίσκοποι -δηλαδή Ιερείς που μετέχουν στην Ιεροσύνη του Χριστού- ήταν οι Απόστολοι. Αυτοί με τη σειρά τους χειρoτόνησαν, δηλαδή μετέδωσαν την Iεροσύνη σε άλλους, μόνον άνδρες και αυτοί σε άλλους μέχρι σήμερα. Πουθενά η Αγία Γραφή ή η Παράδοση αναφέρει για χειρoτoνίες γυναικών. Η μόνη χειροτονία που αναφέρει η Παράδοση είναι χειροτονία γυναικών ως διακονισσών. Ένας θεσμός που καταργήθηκε, που μπορεί όμως η Εκκλησία αν επιθυμεί να επαναφέρει. Πρέπει επίσης να παρατηρήσουμε ότι ο Χριστός δεν έδωσε το δικαίωμα να μετέχουν στην Ιεροσύνη Του, ούτε στην Παναγία Μητέρα του, αλλά ούτε στις μυροφόρες γυναίκες. Ο Θεός εμπιστεύτηκε μόνο στους Αποστόλους και στους διαδόχους τους, Επισκόπους, Ιερείς και Διακόνους της Eκκλησίας, που είναι μόνο άνδρες. Πρέπει να τονίσω πως είναι χαρακτηριστικό ότι η Καινή Διαθήκη απαγορεύει στις γυναίκες να διδάσκουν δημόσια τα της Πίστεως.

Τι απαντάτε στις γυναικείες οργανώσεις, οι οποίες απαιτούν ν’ αρθεί το άβατο του Σταυροβουνίου; Οι οργανώσεις αυτές θέτουν, επίσης, το ερώτημα προς την Εκκλησία για το πώς είναι δυνατόν να μην επισκέπτονται οι γυναίκες ένα μοναστήρι που ίδρυσε μια γυναίκα, η Αγία Ελένη…
Το πνεύμα του αβάτου ήταν πάντα συνυφασμένο με τον Ορθόδοξο Μοναχισμό - Αναχωρητισμό. Αυτό τo πνεύμα του αβάτου το διαφύλαξαν για αιώνες οι φυσιολογικές συνθήκες του περιβάλλοντος σε συνδυασμό με την έλλειψη των μεταγενέστερων εξελιγμένων μέσων συγκοινωνίας. Πρέπει να θυμίσουμε σε όλους ότι όλα σχεδόν τα Μοναστήρια ιδρύονται σε απομακρυσμένους τόπους, πολλές φορές μάλιστα σε τελείως άβατες περιοχές. Τα Μοναστήρια είναι χώρος λατρείας και προσευχής. Τα σύγχρονα, όμως, δεδομένα άλλαξαν άρδην την προϋπόθεση του αβάτου. Θυμηθείτε πως το μοναστήρι του Σταυροβουνίου ιδρύθηκε από την Αγία Ελένη τον τέταρτον αιώνα μ.Χ. σε ένα λόφο που μέχρι το 1920 κανένας σχεδόν δεν μπορούσε να προσεγγίσει. Σε ό,τι αφορά στην ίδρυση του Μοναστηριού από την Αγία Ελένη, η ίδια ίδρυσε το Σταυροβούνι με τη χάρη του Τιμίου Σταυρού ως χώρο προσευχής και λατρείας του Θεού από τους μοναχούς και όχι ως χώρο επισκέψεων. Το γεγονός ότι η εξέλιξη κατήργησε το φυσικό άβατο της Μονής δεν μας εμπόδισε να επαναφέρουμε, με την καθιέρωση ενός κανονισμού που κατήργησε, επαναλαμβάνω, η εξέλιξη της εποχής μας.Το άβατο ουδόλως υπονοεί οποιαδήποτε υποτίμηση του γυναικείου φύλου.
Οι πλείστες γυναικείες οργανώσεις κάνουν λόγο για υποτίμηση του γυναικείου φύλου που προκύπτει από την ύπαρξη του άβατου. Υποτιμάτε πράγματι το γυναικείο φύλο;
Θέλω να γνωρίζουν οι ευσεβείς χριστιανοί και ιδιαίτερα οι ευσεβείς γυναίκες ότι το άβατο, και τούτο το λέμε με κάθε σαφήνεια και κατηγορηματικότητα, ουδόλως υπονοεί οποιαδήποτε υποτίμηση του γυναικείου φύλου. Και αγαπούμε και σεβόμαστε τη Γυναίκα γιατί κι αυτή είναι εικόνα του Θεού και ίση με τον άνδρα.
Όπως το άβατο του Ιερού Βήματος και το άβατο της Ιεροσύνης δεν αποτελούν υποτίμηση των γυναικών, όπως εξ άλλου τα άβατα διά τους άνδρες σε γυναικεία μοναστήρια, δεν αποτελούν ύβρη ή υποτίμηση του άνδρα. Το άβατο είναι θεσμός ενταγμένος στο ασκητικό πνεύμα του ορθόδοξου μοναχισμού. Είναι ένας τρόπος και μια μέθοδος διατήρησης της πνευματικής ησυχίας ως απαραίτητος όρος συντήρησης της πνευματικής ζωής στα μοναστήρια.
Το άβατο της Ιεράς Μονής Σταυρoβoυvίoυ δεν ήταν αποτελεσματική μας αυθαίρετη επινόηση και απόφαση. Είναι επαναλαμβανόμενος θεσμός καταξιωμένος μέσα στην ορθόδοξη παράδοση, που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα για χίλια και πλέον χρόνια στο Άγιον όρος και αλλού αποδίδοντας πλούσιους πνευματικούς καρπούς. Λαμβάνοντας υπόψη την Ευσέβεια των γυναικών της Κύπρου, λάβαμε πρόνοια να ανεγερθεί ο Ιερός Ναός παρεκκλήσιον των Αγίων Κυπρίων κοντά στην είσοδο της Μονής. Τοποθετήσαμε κηρόχοτον Σταυρό που περιέχει Τίμιο Ξύλο για να μπορούν οι ευσεβείς γυναίκες να προσκυνούν τον Τίμιο Σταυρό οποιαδήποτε μέρα επιθυμούν, καθώς επίσης εξομολογητήριο για εξομολόγηση.
Σείουν συθέμελα ολόκληρο το βουνό για το λαό του Θεού. Πώς προέκυψε η απόφαση επαναφοράς του αβάτου στη Μονή Σταυροβουνίου;
Ενσυνείδητα πήραμε την απόφαση να επαναφέρουμε το άβατο γιατί η Μονή κινδύνευε τότε να κλείσει. Πολλοί μοναχοί Κύπριοι κατέφευγαν στο Άγιον Όρος. Μια μικρή ομάδα μού ζήτησε το άβατο για να μείνουν στην Κύπρο. Τότε τους είπα: Μην απορρίψετε τη χάρη του Θεού, την κλίση σας και τη δική του κλήση: Γίνετε μοναχοί και εγώ θα φροντίσω να γίνει το θέλημα του Θεού και αποδείχθηκε ότι ήταν θέλημα Θεού γιατί τότε κινδύνευε η Μονή Σταυροβουνίου να ερημωθεί όπως και τόσες άλλες. Είχε τότε πέντε μοναχούς, σήμερα έχει 33 μοναχούς και αξιόλογη πνευματική ζωή. Πριν από 90 χρόνια υπήρχαν στην Κύπρο 82 μοναστήρια που σήμερα ξέπεσαν στη λησμονιά και είναι άβατα και διά άνδρες και διά μοναχούς. Οι μοναχοί που ζουν στην Ιερά Μονή Σταυροβουνίου σήμερα αναβιώνουν με την πνευματική ζωή τους το Μοναστήρι, το συντηρούν με κόπο και ιδρώτα για να μην καταντήσει και αυτό μια ξεχασμένη μονή για όλους. Οι μοναχοί αυτοί με τις προσευχές και τις αγρυπνίες τους σείουν συθέμελα ολόκληρο το βουνό για το λαό του Θεού. Τους ευχαριστώ από τα βάθη της ψυχής μου.
Τέλος, θέλω να τονίσω σ' αυτούς που επικαλούνται τα ανθρώπινα δικαιώματα για να επισκέπτονται τη Μονή ότι ανθρώπινα δικαιώματα έχουν και οι μοναχοί, οι ήρωες αυτοί της Εκκλησίας μας, που συντηρούν το μοναστήρι και αγωνίζονται νύκτα και μέρα να το κρατήσουν στη ζωή.
- See more at: http://www.amen.gr/article490#sthash.xvzoXF0G.UzKDddQQ.dpuf

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Τα Εισόδια της Θεοτόκου και το αδύνατον της «χειροτονίας- ιερωσύνης των γυναικών»


Η είσοδος της Κυρίας Θεοτόκου στό νομικό ναό προξενεί στούς Ορθοδόξους Χριστιανούς εορτή θαυμασία καί παγκόσμια, επειδή αυτή έγινε μέ παράδοξο τρόπο καί είναι ένα προοίμιο του μεγίστου καί φρικτού μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου, τό οποίο διά μέσου της Θεοτόκου επρόκειτο νά γίνει στόν κόσμο. Έλαβε δέ τήν αφορμή η εορτή των Εισοδίων από τήν εξής υπόθεση. Η παναοίδιμος αγία Άννα, επειδή όλη σχεδόν τή ζωή της πέρασε στείρα, χωρίς νά γεννήσει παιδί, παρακαλούσε τόν Δεσπότη της φύσεως μαζί μέ τόν άνδρα της, τόν άγιο Ιωακείμ, νά χαρίσει σ’αυτούς παιδί καί, αν επιτύγχαναν του ποθουμένου, ευθύς θά αφιέρωναν στόν Θεό τό παιδί, πού θά γεννούσαν. Καί, λοιπόν, γέννησε η αγία Άννα παραδόξως, εξ επαγγελίας καί μετά σπέρματος ανδρός, αυτήν πού έγινε πρόξενος της σωτηρίας του γένους των ανθρώπων, τήν καταλλαγή καί συμφιλίωση του Θεού μέ τούς ανθρώπους, τήν αιτία της αναπλάσεως, της εγέρσεως καί της θεώσεως του πεσόντος Αδάμ, δηλ. αυτή τήν Υπεραγία καί Δέσποινα Θεοτόκο Μαρία.

Γι’αυτό, όταν αυτή έγινε τριών χρονών, τήν πήραν οι γονείς της καί, αφού συγκέντρωσαν τίς παρθένες της γειτονιάς, οι οποίες λαμπαδοφορώντας συνόδευαν τήν Παρθένο, τήν προσέφεραν κατά τήν σημερινή ημέρα στό ναό. Καί, εκπληρώνοντας τίς υποσχέσεις τους, αφιέρωσαν τήν κόρη τους στόν Θεό, πού τούς τήν χάρισε. Γι’αυτό τήν παραδίδουν στούς ιερείς καί μάλιστα στόν τότε αρχιερέα προφήτη Ζαχαρία, τόν πατέρα του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος άρχισε νά εγκωμιάζει τόσο τήν Παρθένο όσο καί τούς γονείς της, τόν Ιωακείμ καί τήν Άννα, η οποία, απευθυνομένη στόν προφήτη Ζαχαρία, του είπε˙ «Δέξου, Αρχιερεύ, τήν κόρη μου, μάλλον τήν κόρη του Θεού. Δέξου τήν καθαρά καί αμόλυντη καί υψηλοτέρα του ουρανού. Βάλ’την στό Ναό, επειδή αυτού πρέπει νά κατοικεί. Ναός Θεού είναι, σέ Ναό της ταιριάζει νά κατοικεί. Αγία είναι, σέ καθαρό τόπο βάλ’την. Στά χέρια του Θεού παράδωσέ την. Σέ τόπο άγιο πρόσθεσέ την , γιά ν’αγιάσει. Πάρε, Ζαχαρία, τήν κόρη μου καί αφιέρωσέ την στό Ναό, γιατί έτσι τάξαμε». Σάν άκουσε ο Ζαχαρίας ότι τήν είχαν ταμμένη στόν Θεό, τήν πήρε νά τήν πάει στό Βήμα. Εκεί μέσα ήταν η στάμνος του Μωϋσέως, πού κάποτε είχε τό μάννα, η ράβδος του Ααρών, τό χρυσό θυμιατήριο, οι πλάκες, πού ήταν γραμμένος ο νόμος. Μόλις μπήκε η Παναγία, έπεσαν όλα καί τήν προσκύνησαν. Αφού, λοιπόν, ο Ζαχαρίας τήν παρέλαβε, τήν έβαλε στό ενδότατο του ναού, όπου έμπαινε μόνος του ο αρχιερεύς μία φορά τόν χρόνο. Καί αυτό τό έκανε κατά βούλησιν Θεού, ο οποίος επρόκειτο σέ λίγο νά γεννηθεί από αυτή, γιά τήν διόρθωση καί σωτηρία του κόσμου.
Μερικοί υποστήριξαν λανθασμένως ότι στό ναό υπήρχε χωρισμένος τόπος, όπου έμεναν μόνο οι παρθένες, καί μαζί μ’αυτές έμενε καί η Θεοτόκος. Οι μέν άλλες παρθένες έβγαιναν μετά τήν απόλυση καί πήγαιναν στά σπίτια τους, μόνο δέ η Θεοτόκος προσκαρτερούσε στό ναό. Η άποψη αυτή είναι εσφαλμένη, διότι η Θεοτόκος εισήλθε όχι στόν οίκο των παρθένων, αλλά σ’αυτά τά άγια των αγίων καί εκεί έμεινε τρεφομένη από τόν άγγελο. Καί αν αυτό φαίνεται άτοπο, τό νά εισέλθει δηλ. γυναίκα στό ενδότατο του ναού, αυτό τό φαινομενικά άτοπο τό διόρθωσε ο Ζαχαρίας, λέγοντας στό λαό ότι ο Θεός δείχνει στό Λογείο, πού ήταν κρεμασμένο μπροστά του, ότι θέλει νά μπει η Παρθένος μέσα σ’αυτά τά άγια των αγίων καί έτσι έπεισε τόν λαό νά δεχθεί νά βάλει τήν Παρθένο εκεί. Αφού, όμως, η Κυρία Θεοτόκος γέννησε τόν Κύριο, ο Ζαχαρίας τήν συναρίθμησε μέ τίς παρθένες, πού προσκαρτερούσαν στό ναό, επειδή ήταν Παρθένος καί μετά τόκον, γι’αυτό καί φονεύθηκε.
Εκεί, λοιπόν, η Παρθένος διέμεινε δώδεκα χρόνια, τρεφομένη μέν ξενοπρεπώς από τόν Αρχάγγελο Γαβριήλ μέ ουράνια τροφή, αξιουμένη δέ της εμφανείας του Θεού καί της ομιλίας μέ τούς Αγγέλους, έως ότου πλησίασε ο καιρός του θείου Ευαγγελισμού καί των ουρανίων καί υπερφυσικών εκείνων μηνυμάτων, τά οποία εμήνυαν ότι ο Θεός ευδόκησε νά σαρκωθεί απ’αυτή φιλανθρώπως, γιά ν’αναπλάσει τόν κόσμο, πού είχε φθαρεί από τήν αμαρτία. Τότε η Θεοτόκος, αφού εξήλθε από τά άγια των αγίων, παραδόθηκε στόν μνήστορα άγιο Ιωσήφ, γιά νά υπάρξει εκείνος φύλακας καί μάρτυς της παρθενίας της καί γιά νά υπηρετήσει καί στόν άσπορο τόκο της καί στή φυγή στήν Αίγυπτο καί στήν επάνοδο στή γη του Ισραήλ[1].
Θα θέλαμε να κάνουμε ένα μικρό σχόλιο σχετικά με αυτή την ξενοπρεπή, ουράνια τροφή της Θεοτόκου από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ. 
Στην περίπτωση αυτή έχουμε πρακτική εφαρμογή του λόγου του Κυρίου : «ουκ επ’άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος, αλλ’εν παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού»[2], δηλ. ο άνθρωπος δεν θα ζει με άρτο μόνο, αλλά και με κάθε λόγο, που βγαίνει από το στόμα του Θεού. Εδώ διαφαίνεται η σχέση σωματικής και πνευματικής τροφής. Και οι δύο είναι απαραίτητες και αναγκαίες, για να τραφεί το σώμα και η ψυχή. Την ανωτερότητα, όμως, και την υπεροχή στην ιεράρχηση κατέχει η πνευματική τροφή. Όταν δε ο Θεός πει, ο άνθρωπος ζει και χωρίς σωματική τροφή, όπως αυτό συνέβη και συμβαίνει στη ζωή αγίων ασκητών. Αυτό θα μπορούσε να είναι και μία απάντηση, μία λύση διεξόδου, μπροστά στην παγκόσμια οικονομική κρίση, που μαστίζει τον κόσμο, η οποία ουσιαστικά είναι κρίση βαθύτατα πνευματική και ηθική, που εδράζεται στην απιστία, την αθεΐα, την αποστασία από το θέλημα του Αγίου Τριαδικού Θεού και την αμετανοησία, μέσα στα πλαίσια της οποίας πάρα πολλοί συνάνθρωποί μας στερούνται ακόμη και τα προς το ζην και της σωματικής τροφής. Ότι δηλ. οφείλουμε να επικεντρώσουμε την προσοχή μας και την φροντίδα μας περισσότερο στην πνευματική τροφή της ψυχής. Αν κάποιος είναι τακτοποιημένος κατά το δυνατόν ως προς τα πνευματικά με την ακρόαση, μελέτη και εφαρμογή του θείου λόγου, του θείου θελήματος, με μυστηριακή ζωή δηλ. με συχνή και αδιάλειπτη προσευχή, μετάνοια, εξομολόγηση, εκκλησιασμό και θεία Κοινωνία, τότε δεν έχει να φοβάται σε τίποτε την έλλειψη της σωματικής τροφής. Γιατί η έλλειψη της πνευματικής τροφής, ο πνευματικός λιμός είναι ασυγκρίτως χειρότερος από την έλλειψη της σωματικής τροφής, του σωματικού λιμού. Και ο ίδιος ο Κύριος λέει : «Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι. Φοβήθητε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα απολέσαι εν γεέννη»[3]. Δηλ.  μη φοβηθείτε από τους διώκτες, οι οποίοι θανατώνουν το σώμα, δεν έχουν όμως την δύναμη να θανατώσουν την ψυχή. Αλλά, να φοβηθείτε περισσότερο τον Θεό, ο οποίος μπορεί να καταδικάσει στην απώλεια της κολάσεως και την ψυχή και το σώμα. Αλλά και στην περίπτωση του σωματικού λιμού, της ελλείψεως της σωματικής τροφής, και πάλι ο Χριστός έχει δώσει την λύση στο ερώτημα-απορία πώς θα τρεφόμαστε με θαυματουργικές επεμβάσεις. Στην Π.Δ. έδωσε το μάννα στον Ισραηλιτικό λαό στην Αίγυπτο. Στον προφήτη Ηλία έστειλε το κοράκι, που του μετέφερε κρέας. Στα εισόδια της Θεοτόκου έστειλε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, ο οποίος έτρεφε την Παναγία με ουράνια τροφή. Αλλά και στην Κ.Δ. ο ίδιος Χριστός επετέλεσε το θαύμα πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων. Τα πάντα μπορεί να καταφέρει ο Θεός, φτάνει εμείς να καταφάσκουμε συνεχώς, να συνεργαζόμαστε, να έχουμε απόλυτη πίστη στην θεία πρόνοιά Του.
Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρεται στήν Παναγία ως ησυχάστρια, στηριζόμενος στόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά, σύμφωνα μέ τόν οποίο όλα τά δώδεκα χρόνια, πού πέρασε η Παναγία μέσα στό ναό, από τά Εισόδια μέχρι τόν Ευαγγελισμό, έζησε ησυχαστική καί ασκητική ζωή, ως η πρώτη ησυχάστρια καί ασκήτρια. Ήταν τόσο πολύ αφιερωμένη στό έργο της προσευχής, ώστε βαθούλωσαν τά μάρμαρα του ναού από τίς πολλές γονυκλισίες, πού έκανε.
Επίσης, κατά τόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά, η Θεοτόκος, βρισκομένη δώδεκα χρόνια στά άγια των αγίων, άκουγε τίς θείες Γραφές, δηλ. τήν Π.Δ., πού διαβάζονταν στό ναό κατά τίς ακολουθίες καί από εκείνες έμαθε τήν παράβαση καί τό ολίσθημα των Προπατόρων καί τίς προφητείες περί του εαυτού της καί του Υιού της[4].
Όπως όλες οι Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές έχουν αντίκτυπο και προσφέρουν πολλά διδάγματα εις πνευματικήν ωφέλειαν ημών των Χριστιανών, έτσι και η Θεομητορική εορτή των Εισοδίων. Οι άγιοι Πατέρες κάνουν λόγο για τρία είδη εισόδου του ανθρώπου. Το πρώτο είδος εισόδου είναι η είσοδος του ανθρώπου στην επίγεια ζωή με την φυσική, βιολογική του γέννηση. Αυτή η είσοδος λέγεται νυκτερινή είσοδος, διότι ο άνθρωπος γεννιέται μέσα στην αμαρτία. Ο προφητάναξ Δαβίδ, αναφερόμενος σ’αυτή τη είσοδο, λέει χαρακτηριστικά στον Ν΄ (50ό) ψαλμό : «Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου». Το δεύτερο είδος εισόδου είναι η είσοδος του ανθρώπου στην Ορθόδοξη Εκκλησία και την πνευματική ζωή με την διά του αγίου Βαπτίσματος γέννηση. Η είσοδος αυτή λέγεται φώτισμα. Τέλος, το τρίτο είδος εισόδου είναι η είσοδος του ανθρώπου στα πραγματικά Άγια των Αγίων, δηλ. στην επουράνιο και αιώνιο Βασιλεία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού διά της αξίας μεταλήψεως του Τιμίου Σώματος και Αίματος του Χριστού, με την οποία λαμβάνει την πρόγευση και τον αρραβώνα της Βασιλείας, και διά της καθολικής Αναστάσεως στη Β΄ Παρουσία, με την οποία μετέχει στους γάμους της Βασιλείας.   
Η είσοδος της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων είναι όντως ένα καινοφανές και μη επαναλαμβανόμενο γεγονός στην ιστορία. Καινοφανές μεν γιατί πρώτη φορά επετράπη σε γυναίκα να εισέλθει στα Άγια των Αγίων, μη επαναλαμβανόμενο δε διότι δεν επετράπη έκτοτε να εισέρχεται γυναίκα στο Άγιο Βήμα, το Ιερό. Η απαγόρευση αυτή μάλιστα έχει πάρει άκαμπτο συνοδικό χαρακτήρα με ιεροκανονική επικύρωση.
Στην ακολουθία των Χαιρετισμών των Εισοδίων της Θεοτόκου στον οίκο, που αρχίζει με το γράμμα «Μ», ο ιερός υμνογράφος αναφέρει : «Μη τολμήση γυνή τις, εισελθείν εν Αγίω Βήματι, όπου μόνη εισήλθε, η Αγία εν ταις γυναιξίν, εις τα των Αγίων Άγια, ου μόνος ο Αρχιερεύς εισήρχετο, του ενιαυτού άπαξ». Επίσης, στον οίκο με το γράμμα «Ψ», λέει : «Χαίρε, μόνη η αξία εν τω Βήματι εισελθείν˙ χαίρε, σοι γαρ μόνη έξεστιν εν τω Ιερώ οικείν».
Ο 69ος Ιερός Κανόνας της ΣΤ΄ Οικουμενικής  Συνόδου ορίζει : «Μη εξέστω τινί των απάντων εν λαϊκοίς τελούντι, ένδον του ιερού εισιέναι θυσιαστηρίου». Το άγιον Βήμα είναι αφιερωμένο στους ιερωμένους. Γι’αυτό ο παρών Κανών εμποδίζει την είσοδο σ’αυτό των λαϊκών. Και σημειώνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης : «Γι’αυτό ας παρακινηθούν οι ιερείς και πνευματικοί να αποκόψουν την παράνομη συνήθεια, που επικρατεί σε πολλούς τόπους, το να εισέρχονται λαϊκοί μέσα στο άγιο βήμα, η οποία (συνήθεια), μη διακρίνοντας ιερείς από λαϊκούς, κάνει να πίπτουν οι λαϊκοί στην ποινή του βασιλέως Άχαζ, ο οποίος, λαϊκός όντας, τόλμησε να επιχειρήσει τα έργα των ιερωμένων. Κατά κάποιον τρόπο κι αυτοί, εισερχόμενοι στον διορισμένο τόπο των ιερέων, οικειοποιούνται τα των ιερέων»[5].
Το γεγονός αυτό της εισόδου της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων το εκμεταλλεύονται δυστυχώς οι προοδευτικοί, εκσυγχρονιστές, ανανεωτές, οικουμενιστές κληρικοί και θεολογοι και ομιλούν και ενθέρμως υποστηρίζουν ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία θα πρέπει να σπάσει να ανωτέρω στεγανά και να επιτρέψει την χειροτονία και την μυστηριακή ιερωσύνη των γυναικών, διακηρύσσοντας μάλιστα μέσω συνεδρίων ότι δήθεν η ορθόδοξος παράδοση δεν έχει ισχυρά επιχειρήματα εναντίον της χειροτονίας των γυναικών.  
Η ιερωσύνη, όμως, όπως είναι γνωστό, πηγάζει από τόν Ίδιο τόν Ιησού Χριστό, δηλαδή τό αρχιερατικό Του αξίωμα, γι’αυτό καί ο Ίδιος αποκαλείται ο Μέγας Αρχιερεύς. Η ιερωσύνη του Χριστού προτυπώθηκε στήν Παλαιά Διαθήκη, τόσο από τήν ιερατική φυλή του Λευί, όσο καί από τόν Μελχισεδέκ, γιά τόν οποίο κάνει λόγο ο Απόστολος Παύλος στήν πρός Εβραίους επιστολή. Ο Αρχιερεύς Χριστός παρέδωσε τήν ιερωσύνη, χειροτονώντας τούς αγίους Αποστόλους καί αυτοί μέ τή σειρά τους «επέθηκαν τάς χείρας των επί»[6]άλλους άνδρας αξίους της ιερωσύνης καί όχι γυναίκας, όπως εσφαλμένα συμβαίνει μέ τά απεξηραμμένα φύλλα της αιρετικής παρασυναγωγής του Προτεσταντισμού καί δή των Αγγλικανών, των Λουθηρανών καί των Μεταρρυθμισμένων, οι οποίοι, επηρρεασμένοι από τό ανόητο φεμινιστικό κίνημα, επιτρέπουν τήν συμμετοχή γυναικών στό Μυστήριο της ιερωσύνης, τήν οποία δυστυχώς υιοθετούν ακόμη καί ακαδημαϊκοί οικουμενιστές «θεολόγοι». Αυτή η ακατάπαυστη διαδοχή της ιερωσύνης συνεχίσθηκε ανά τούς αιώνες καί φθάνει μέχρι καί τίς ημέρες μας, αλλά καί έως συντελείας αιώνων. Γι’αυτό καί στήν Ορθόδοξη Εκκλησία ομιλούμε περί αποστολικής διαδοχής.
Ο ομότιμος καθηγητής της Χριστιανικής Ηθικής στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ κ. Γεώργιος Μαντζαρίδηςσημειώνει τα εξής σχετικά με το θέμα : «Το ενδιαφέρον του θέματος από την πλευρά της Χριστιανικής ηθικής συνίσταται κυρίως στην άποψη ότι η άρνηση της χειροτονίας των γυναικών συνδέεται με κάποια γενικότερη υποτίμησή τους στην Εκκλησία. Η άποψη όμως αυτή παραθεωρεί και βασικά στοιχεία, που έχουν σχέση με τη λειτουργική υπεροχή της γυναίκας στη ζωή και τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Και πρίν απ’όλα παραμερίζει την πρόταξη της γυναίκας στη σωτηρία του ανθρώπου και τη συντριβή του διαβόλου. Η έχθρα ανάμεσα στον άνθρωπο και τον διάβολο είναι κυρίως έχθρα ανάμεσα στη γυναίκα και το διάβολο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι γίνεται λόγος και για «σπέρμα» της Εύας, που θα συντρίψει το διάβολο[7]. Η  Εύα έλαβε το πρωτευαγγέλιο της σωτηρίας και η Παναγία δέχθηκε τον Ευαγγελισμό της θείας ενανθρωπήσεως.
Η γυναίκα λοιπόν που πρωτοστάτησε στη πτώση πρωτοστατεί και στην ανόρθωση του ανθρώπου. Ο άνδρας συμπαρασύρεται στη πτώση και συμπορεύεται στην ανόρθωση. Ο πρώτος ρόλος δε βρίσκεται σ’αυτόν, αλλά στη γυναίκα. Και στις δύο περιπτώσεις η γυναίκα πρωτοστατεί και ο άνδρας ακολουθεί. Ειδικότερα η Παναγία γίνεται συναίτιος της θείας ενανθρωπήσεως, μαζί με τον ίδιο τον Θεό. Δανείζει στον Θεό την ανθρώπινη φύση, που γίνεται η απαρχή της καινής κτίσεως. Από την άποψη αυτή η Παναγία είναι «μετά τον πρώτον ιεράρχην Χριστόν, έτερος Ιεράρχης»[8]. Ο αποκλεισμός όμως της γυναίκας από την μυστηριακή ιερωσύνη έχει πραγματικό και συμβολικό νόημα. Η γυναίκα συνεργεί στο μυστήριο της σωτηρίας, ενώ ο άνδρας διακονεί. Οι ιέρειες ήταν ευρύτατα γνωστές στον προχριστιανικό κόσμο εκτός του Ισραήλ. Ειδικότερα υπήρχαν στις θρησκείες των Ελλήνων και των Ρωμαίων, με τις οποίες ήρθε σε άμεση σχέση η Εκκλησία, αλλά και ο Ισραήλ. Γι’ αυτό από κοινωνική άποψη φαίνεται παράδοξη η απουσία ιερειών στον ιουδαιοχριστιανικό κόσμο, όπου μάλιστα η θέση της γυναίκας ήταν υψηλότερη. Επιπλέον σε ολόκληρη τη χριστιανική γραμματεία, όπου παρουσιάζονται πλείστα εκκλησιαστικά ζητήματα, ουδέποτε ανέκυψε ζήτημα ιερειών. Μόνο η γνωστικίζουσα αίρεση του Μοντανισμού δεχόταν γυναίκες στον επισκοπικό και τον πρεσβυτερικό βαθμό, πράγμα που χαρακτήρισε ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου ως «ειδωλοποιόν επιτήδευμα» και «εγχείρημα διαβολικόν»[9].
Οι χαρακτηρισμοί του αγίου Επιφανίου δεν πρέπει να θεωρηθούν τυχαίοι, αλλά δηλωτικοί της στάσεως της Εκκλησίας απέναντι στην μυστηριακή ιερωσύνη των γυναικών. Οι επίσκοποι και οι πρεσβύτεροι είχαν εξαρχής όχι μόνο λειτουργική, αλλά και συμβολική θέση στο σώμα της Εκκλησίας. Αυτοί υπάρχουν «εις τύπον του Πατρός» ή «εις τύπον Θεού»[10]. Ενώ στο «βασίλειον ιεράτευμα»[11] προσέρχονται αδιακρίτως άνδρες και γυναίκες, στην μυστηριακή ιερωσύνη προσλαμβάνονται μόνο άνδρες. Η παρουσία ιερειών θα υποδήλωνε την ύπαρξη γυναικείων θεοτήτων, όπως συνέβαινε στις προχριστιανικές θρησκείες. Η άρνηση δηλ. της ειδωλολατρίας, που συνεπάγεται και την άρνηση θεοτήτων των δύον φύλων, συμβαδίζει με την απουσία ιερειών. Η Εκκλησία είχε μόνο διακόνισσες, που εξυπηρετούσαν πρακτικές λειτουργικές ανάγκες, και όχι ιέρειες με μυστηριακή ιερωσύνη συμβολικού χαρακτήρα, που χαρακτηρίζεται ως «ειδωλοποιόν επιτήδευμα» ή «εγχείρημα διαβολικόν», δηλ. ειδωλολατρία. Και δεν είναι τυχαίο ότι ο Μοντανισμός εκτός από την ιερωσύνη των γυναικών διατήρησε και άλλα ειδωλολατρικά στοιχεία, ενώ ο εισηγητής του Μοντανός ήταν αρχικά ιερέας της θεάς Κυβέλης. Αλλά και σήμερα η προώθηση γυναικών στην ιερωσύνη δεν είναι άσχετη με τη διάδοση νεογνωστικών και νεοπαγανιστικών αντιλήψεων, που χαρακτηρίζουν το γενικότερο πνεύμα της εποχή μας»[12].
Υπάρχουν και άλλα πάμπολλα επιχειρήματα εναντίον της χειροτονίας των γυναικών, τα οποία παραθέτουμε στη συνέχεια, όπως τα καταγράφει ο κ. Χρήστος Λιβανός [13] :
α) Η ρίζα της αληθείας, ότι μόνο άρρενες πρέπει να λαμβάνουν ιερωσύνη βρίσκεται στην εντολή του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη «παν άρσεν διανοίγον μήτραν, άγιον τω Κυρίω κληθήσεται»[14].
β) Η ιερωσύνη κατά την Παλαιά Διαθήκη εδίδετο μόνο σε άνδρες.
γ) Ο Χριστός δεν επέλεξε καμμία γυναίκα ως Απόστολό Του. Και οι δώδεκα Απόστολοί Του ήσαν άνδρες.
δ) Ο προδότης Ιούδας δεν αντικαταστάθηκε από γυναίκα, αλλά από άνδρα, τον Απόστολο Ματθία[15].
ε) Στον Μυστικό Δείπνο ο Χριστός κάλεσε μόνο τους Δώδεκα και σ’αυτούς παρέδωσε το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.
στ) Την εντολή να βαπτίσουν «πάντα τα έθνη» έδωσε ο Χριστός μόνο στους Αποστόλους και όχι στον ευρύτερο κύκλο των μαθητών Του, που αποτελούσαν και γυναίκες[16].
ζ) Την εξουσία του «δεσμείν και λύειν αμαρτίας» έδωσε ο Χριστός μόνο στους Αποστόλους Του και όχι σε γυναίκες[17].
η) Η Παναγία, αν και προερχομένη, κατά τον άγιο Γερμανό Κωνσταντινουπόλεως, «εκ γένους ιερατικού, φυλής Ααρωνείτιδος, ρίζης προφητικής και βασιλικής»[18], δεν έλαβε την ιερωσύνη. Ο ίδιος ο Υιός της δεν την συμπεριέλαβε μεταξύ των Αποστόλων.
θ) Οι Απόστολοι ουδέποτε χειροτόνησαν γυναίκες.
ι) Η Παύλειος διδασκαλία είναι αληθινός καταπέλτης εναντίον της ιερωσύνης των γυναικών. «Αι γυναίκες υμών εν ταις εκκλησίαις σιγάτωσαν», παραγγέλλει στους Κορινθίους[19], «γυναικί δε διδάσκειν ουκ επιτρέπω», γράφει προς τον Απόστολο Τιμόθεο[20]. Πώς λοιπόν θα χειροτονήσουμε γυναίκες, εφ’όσον ο ίδιος ο Κύριος[21] απαγορεύει σ’αυτές το «διδάσκειν», το οποίο είναι αναπόσπαστο μέρος της θείας Λατρείας και από τα βασικότερα καθήκοντα του πρεσβυτέρου και του επισκόπου;
ια) Ο πρεσβύτερος πρέπει να είναι «μιάς γυναικός ανήρ»[22], συμβουλεύει ο Απόστολος, χωρίς όμως να προσθέσει και το αντίστροφο, «ενός ανδρός γυνή».
ιβ) Ο επίσκοπος ίσταται «εις τύπον και τόπον Χριστού». Ο Χριστός είναι άνδρας. Δύναται γυναίκα να σταθεί εις τύπον και τόπον του ανδρός Χριστού;
ιγ) Ο ιερεύς είναι «alter Christus», άλλος Χριστός. Ο Χριστός είναι ο Νυμφίος, η δε Εκκλησία η Νύμφη. Δύναται γυναίκα να θεωρηθεί Νυμφίος; Θα τολμήσουμε να συμβολίσουμε την υπερφυά σχέση Χριστού-Εκκλησίας με τη διεστραμμένη σχέση ομοφυλοφίλου ζεύγους; Αυτό ακριβώς πράττουν όσοι ετερόδοξοι παρέχουν την ιερωσύνη στις γυναίκες.
ιδ) Η Ιερά Παράδοση, την οποία δεν παραδέχονται οι Προτεστάντες, μαρτυρεί κατά της χειροτονίας γυναικών, αφού επί 2012 έτη τώρα όλοι οι φορείς της ιερωσύνης ήταν και είναι άνδρες.
ιε) Πλήθος αγίων γυναικών κοσμεί το νοητό στερέωμα της Εκκλησίας μας. Μεταξύ αυτών οι Μυροφόρες, οι ισαπόστολοι Φωτεινή και Ελένη, καθώς και άγιες μητέρες μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας. Καμμία απ’αυτές δεν υπήρξε ιερουργός των θείων Μυστηρίων. Καμμία από τις αρχαίες διακόνισσες ή τις ανά τους αιώνες μοναχές δεν απαίτησε να λάβει το αξίωμα της ιερωσύνης.
ιστ) Οι Αποστολικές Διαταγές είναι σαφείς και κατηγορηματικές: «Ουκ επιτρέπομεν ουν γυναίκας διδάσκειν εν εκκλησία, αλλά μόνον προσεύχεσθαι και των διδασκάλων επακούειν. Και γαρ και αυτός ο διδάσκαλος ημών Κύριος Ιησούς Χριστός ημάς τους δώδεκα πέμψας μαθητεύσαι τον λαόν και τα έθνη, γυναίκας ουδαμού εξαπέστειλεν εις το κήρυγμα… Ει δε εν τοις προλαβούσι διδάσκειν αυταίς ουκ επιτρέπομεν, πως ιερατεύσαι ταύταις παρά φύσιν τις συγχωρήσει; Τούτο γαρ της των Ελλήνων αθεότητος το αγνόημα θηλείαις θεαίς ιερείας χειροτονείν, αλλ’ ου της του Χριστού διατάξεως»[23].
ιζ) Ο Τερτυλλιανός γράφει : «Δεν επιτρέπεται στη γυναίκα να ομιλεί στην εκκλησία ούτε να διδάσκει ούτε να χρίει ούτε να κάνει την προσκομιδή ούτε να διεκδικεί για τον εαυτό της οποιοδήποτε αξίωμα που έχουν οι άνδρες ή κάποιο ιερατικό λειτούργημα»[24].
ιη) Ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου ρωτά : «τίνι ουν σαφές εστιν ότι των δαιμόνων εστί το δίδαγμα και σχήμα και ηλλιοωμένον το επιχείρημα»; Και προσθέτει : «Θεώ γαρ απ’αιώνος ουδαμώς γυνή ιεράτευσεν»[25].
ιθ) Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμβουλεύει «οι γυναίκες να απομακρύνονται από μια τέτοια υπηρεσία, όπως και το πλείστον των ανθρώπων», προσθέτοντας ότι «ο θείος νόμος απομακρύνει τις γυναίκες από το ιερατικό λειτούργημα, αλλ’αυτές επιζητούν να το κατακτήσουν δυναμικά»[26].
Τέλος, η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν υιοθέτησε και δεν πρέπει να υιοθετήσει ποτέ την χειροτονία-ιερωσύνη των γυναικών, για να διακρίνεται και να μην εξομοιώνεται με την αιρετική παρασυναγωγή του Προτεσταντισμού καί δή των Αγγλικανών, των Λουθηρανών καί των Μεταρρυθμισμένων. Μπροστά στην ανωτέρω ακαταμάχητη θεολογική επιχειρηματολογία εναντίον της χειροτονίας των γυναικών, τί έχουν να απολογηθούν οι Οικουμενιστές, οι οποίοι αδιάντροπα και ανερυθρίαστα συμμετέχουν στο παμπροτεσταντικό Παγκόσμιο Συμβούλιο των δήθεν «Εκκλησιών» ή καλύτερα των Αιρέσεων, αλληλοασπαζόμενοι, συναγελαζόμενοι, συντρώγοντες, συμπίνοντες και κυρίως συμπροσευχόμενοι με παστόρισσες και ιέρειες και αναγνωρίζοντες την «ιερωσύνη» ή μάλλον μιαροσύνη τους;



[1] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, τ. Β΄ (Νοέμβριος-Δεκέμβριος), εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλλη, Θεσ/κη 2003,                                              
   σσ. 148-151.
[2] Ματθ. 4, 4.
[3] Ματθ. 10, 28.
[4] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Η Υπεραγία Θεοτόκος στη ζωή και το έργο του αγίου Νικοδήμου»,Κολλυβαδικά. Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης-Άγιος Αθανάσιος Πάριος, εκδ. Βρυέννιος, Θεσ/κη 2004, σσ. 33-35.
[5] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 280-281.
[6] Πράξ. 6, 6.
[7] Γέν. 3, 15.
[8] Θεοφάνους Νικαίας, Λόγος  εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον  11, εκδ. M. Jugie, Theorhanes Nicaenus (+ 1381), Sermo in Sanctissimam Deiparam,  
  Lateranum Romae 1935, σ. 64.
[9] ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΆΝΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Πανάριον  49, PG 42, 745BC.
[10] ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, Προς Μαγνησιείς 4, Προς Τραλλιανούς 3. 
[11] Α΄ Πέτρου 2, 9.
[12] ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ, Χριστιανική ηθική  ΙΙ, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη, σσ. 384-387.
[13] ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΙΒΑΝΟΣ, «Εμπόδια στόν διάλογο μέ τόν Προτεσταντισμό», εν Οικουμενισμός˙ Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις. Πρακτικά διορθοδόξου επιστημονικού συνεδρίου. Αίθουσα τελετών Α.Π.Θ. 20-24 Σεπτεμβρίου 2004, τ. Β΄, εκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2008, σσ. 627-632.
[14] Λκ. 2, 23.
[15] Πράξ. 1, 21-26.
[16] Μτθ. 28, 16-20.
[17] Ιω. 20, 23.
[18] ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, Εις την Είσοδον της Θεοτόκου Β΄, PG 98, 313A.
[19] Α΄ Κορ. 14, 34.
[20] Α΄ Τιμ. 2, 12.
[21] Α΄ Κορ. 14, 35.
[22] Τίτ. 1, 6.
[23] Αποστολικαί Διαταγαί  ΙΙΙ, 6, 1-2 και 9, 1-4.
[24] ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΣDe Virginibus, IX, 1, C.C. ii, 1218-19.
[25] ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Κατά αιρέσεων  49, 2-3, PG 41, 881.
[26] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Περί Ιερωσύνης  ΙΙ, 1, 2.