Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

Ομιλία μητροπολίτου Ανθίμου εις την Κυριακή της Ορθοδοξίας

Γιορτάζουμε σήμερα στην Όρθόδοξη Εκκλησία την αναστήλωση των εικόνων μας και πανηγυρίζουμε την ανόρθωση του ανθρωπίνου προσώπου. Θα μποροϋσε κάποιος νά απορήσει για τη σημερινή γιορτή, αν έχει παρατηρήσει ότι ή Εκκλησία μας δεν θέσπισε συγκεκριμένη ιδεολογία, ούτε γιορτάζει αόριστες ιδέες. Ή Πίστη μας είναι κήρυγμα γεγονότων και στην Εκκλησία γιορτάζουμε μόνο πρόσωπα και συμβάντα. Εξαίρεση μοναδική είναι ή σημερινή ήμερα, κατά την οποία, αν στ' αλήθεια γιορτάζουμε την "Ορθοδοξία, και δεν τηρούμε απλώς, οι κοσμικοί το Πρωτόκολλο και οι κληρικοί το Τυπικό, θα πρέπει, τουλάχιστον, να διερωτηθούμε: Τί είναι ή Εκκλησία; Ποια είναι αυτή ή μεγάλη άγνωστη; Μη σας φανεί, παρακαλώ, βλάσφημο το ερώτημα. Κανένας δεν μπορεί να καυχηθεί ότι γνωρίζει το Μυστήριο της Εκκλησίας καί πολύ περισσότερο, κανένας δεν τολμά να σκεφθεί ότι μπορεί να παρεμβαίνει στην πορεία της. Υπάρχει καί κάτι πιο περίεργο: Πουθενά στην Εκκλησιαστική Γραμματολογία δεν υπάρχει ένας ορισμός της Εκκλησίας. Ίσως επειδή ή Εκκλησία προύπήρχε της ιστορίας καί θα συνεχίσει να υπάρχει μετά το τέλος αυτού του κόσμου.Ίσως επειδή καί ή εδώ πολιτεία της δεν μπαίνει σε καλούπια, δεν έχει όρια. Ειπώθηκε ότι ή Εκκλησία είναι ή εντελέχεια της Ιστορίας, μα, πιστέψτε με, ελάχιστα μας ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Εμείς σαν ορισμό θα προτιμούσαμε να λέμε ότι ή Εκκλησία είναι ό δρόμος των αμαρτωλών προς τη σωτηρία.

Δεν ιδρύθηκε αλλά αποκαλύφθηκε στο ζεστό ακρογιάλι μιας μεγάλης λίμνης. Ήταν λόγος θεϊκός καί μαζί ανθρώπινος, πού καλούσε έναν κόσμο πεσμένο, «να σηκωθεί», ένα κόσμο πεθαμένο, «να αναστηθεί». Ήταν «πρωτάκουστο σκάνδαλο», πού, καταργώντας κάθε μορφής θρησκειοποίηση, έκανε τον Πέτρο τρομαγμένο να φωνάξει στο Θεό:«Δεν θα μου πλύνεις τα πόδια ποτέ!» (Ίω.13, 8). Ήταν «πρωτόγνωρη ανοησία», ή σύναξη των λαών γύρω από τον άδειο τάφο ενός Θεού, πού ήρθε για να πεθάνει κρεμασμένος σαν κακούργος επιμένοντας ότι ό θάνατος Του θα γίνει ή ζωή μας.
Αυτή ήταν ή μεγάλη καί μοναδική αλήθεια της Εκκλησίας πού δεν είναι δογματική ιδεολογία. "Αν καί για την Εκκλησία «δόγμα» είναι κάθε βεβαιωμένη εμπειρία της, πού ή επανεξέταση της δεν απαγορεύεται αλλά είναι απλώς χάσιμο χρόνου. Ή μεγάλη καί μοναδική αλήθεια της Εκκλησίας δεν είναι θεωρία, είναι πρόσωπο. Είναι το μοναδικό πρόσωπο στην Ιστορία πού είπε με αυτοσυνειδησία «Εγώ είμι ή αλήθεια» (Ίω.14,6).
Μ' αυτήν, λοιπόν, την αλήθεια της ή Εκκλησία, πεπεισμένη από γεγονότα καί πιστεύοντας στα θαύματα, βγήκε στα μαρμαρένια αλώνια των αξιών, ενός «πνευματικού χρηματιστηρίου».
Είχε ήδη εγκαταλείψει την επαφή πού είχαν «δια της ακοής» με το Θεό οι ποιμενικοί λαοί: «άκουε Ισραήλ», «τάδε λέγει Κύριος», «ακούσατε μου της φωνής». Ήταν ό Θεός τον όποιο οί Προφήτες δεν έβλεπαν, μόνο Τον άκουγαν.
Γρήγορα συνάντησε μπροστά της τους σκοτεινούς θρησκευτικούς μυστικισμούς του Όρφέα. Τους απέρριψε. Γι' αυτό καί μέχρι σήμερα αντιστέκεται καί δεν θέλει να γίνει θρησκεία, άλλοίμονό μας αν γίνει!
Δεν αναπαύθηκε ούτε καί με τον αριστοτελικό Θεό πού ήταν «νόησις νοήσεως». Είναι αυτός ό Θεός πού κράτησε σιδηροδέσμια την θεολογική καί επιστημονική σκέψη στην Ευρώπη μέχρι τους δύο Βάκωνες, Ρογηρο (13ος αιών) καί Φραγκίσκο (16ος αιών). Είναι ό Θεός πού γίνεται έννοια, δηλ. παύει να έχει ζωή, υποκαθίσταται από μαθηματικούς τύπους της επιστήμης καί τότε καθίσταται ολοένα καί περισσότερο επικίνδυνος. Ευτυχώς, τον θάνατο αυτού του Θεού εξήγγειλε έντρομος ό Νίτσε.
Όμως, ό θείος Πλάτωνας, κάποιες αρχέτυπες εικόνες ενός «εντελώς άλλου» τις είχε ονομάσει «ιδέες», από το«ίδείν». Οι ιδέες του Πλάτωνα δεν είναι αφηρημένα σχήματα του νου, έχουν εποπτικό χαρακτήρα. Από τότε πού ή Διοτίμα (Συμπ. 211α} δίδασκε στο Σωκράτη «την θέα του κάλλους του απολύτου», ό σοφός μας πρόγονος θεωρούσε ότι φιλόσοφοι είναι «της αλήθειας οι φιλοθεάμονες». Επάνω σ' αυτή την πλατωνική ενόραση, ανταποκρίθηκε τέλεια ό λόγος του Ιησού Χριστού: «ό έωρακώς έμέ έώρακε τον πατέρα» (Ίω. 14, 9). Έτσι στο τραγικό αδιέξοδο του Πλάτωνα πού διεπίστωνε ότι: «Θεός ανθρώποις ου μίγνυται» ή Εκκλησία απάντησε: «ό Θεός έφανερώθη εν σαρκί» και σε λίγα χρόνια, στη νήσο Πάτμο ή αποκαλυπτική φιλολογία: «...εΐδεν επί την δεξιάν του καθήμενου...» «καί εϊδον ότε ήνοιξε την σφραγίδα...» «καί σημεΐον μέγα ώφθη...»
Αυτήν την πρόταση ζωής, της θέας του Θεού, έφερε ή Εκκλησία καί επιδιώκοντας μια παγκοσμιοποίηση της Civitatis Dei αφέθηκε να την σφιχταγκαλιάσουν όξύνοες ισχυροί της γης. Σ' ένα χιλιόχρονο περίπατο μαζί τους, φορώντας την πιο ακριβή της εποχής πορφύρα, γέννησε δόγματα ζωής, πολιτισμό καί τέχνες, στην ανθρωπότητα δώρο. Ή 'ίδια δεν ξέρουμε αν ωφελήθηκε, όμως, έκρινε για πάντα τις δυνατότητες επιβίωσης της ελληνικής φιλοσοφίας μέσα στα όρια του χριστιανικού κόσμου. Δεν είναι τυχαία ή λεπτομέρεια: την εικονομαχία διεξήγαγαν άνδρες Αυτοκράτορες προερχόμενοι από την Ανατολή. Την αποκατάσταση των εικόνων πραγματοποίησαν γυναίκες Αυτοκράτειρες προερχόμενες ή μια από την Αθήνα καί ή άλλη από την Παφλαγονία.
"Αραγε, ή εικονομαχία τελείωσε; Ό Παπαρηγόπουλος εκλαμβάνει τους είκονοκλάστες ως προδρόμους των άρχων του ορθολογισμού καί της Γαλλικής Επαναστάσεως. Ό Ζακυνθινός διαπιστώνει την πνευματική αφετηρία των αντιμαχομένων. Ή Αναγεννησιακή ζωγραφική έκαμε τις εικόνες πιο πιστές προς το πρωτότυπο, άλλ' αυτό ήταν ή αρχή της απιστίας στην Ευρώπη. Ό σύγχρονος άνθρωπος προσπάθησε να τίς εξοστρακίσει.
Γι' αυτό, κατά την άποψη μας, ό πλανήτης βιώνει την πιο δραματική εμπειρία μίας άποπροσωποποιήσεως του ανθρώπου. Κι όταν το πρόσωπο αποψιλωθεί από την θεολογική του ευθύνη, τότε σχετικοποιούνται τραγικά, έννοιες καί αξίες καθώς χάνουν το αυθεντικό τους περιεχόμενο.Τα παραδείγματα πολλά από τα Μ.Μ.Ε. όπου εθιζόμαστε καθημερινά στον εξευτελισμό των ζωντανών καί στη σκύλευση της μνήμης των νεκρών, στον υποκριτικό πουριτανισμό των ηθών, με την αποκλειστικά οικονομοτεχνική προώθηση του πολιτισμού πού απαιτεί αδηφάγα τον εκφυλισμό των αρετών καί οδηγεί στην παραγωγή προσφύγων, στην αγοραπωλησία των λαών καί το κλείσιμο του ισολογισμού των νεκρών στο τέλος των άκήρυχτων πολέμων.
Ή διέξοδος από τις διαπιστώσεις, για μας, είναι απλή καί κατανοητή. Χρειάζεται αναπροσανατολισμός του πολιτισμού. Κι αυτός γίνεται με στροφή σε ό,τι άλλοτε έκανε τον πολιτισμό, σταθμό στην Παγκόσμια Ιστορία.
,- Ή Εκκλησία προτείνει την θεολογία των εικόνων της με την οποία καταξιώνεται απόλυτα ό άνθρωπος με την αιώνια προοπτική του. Οι "Αγιοι των οποίων το πρόσωπο ασπαζόμαστε είναι οι μετανοημενοι αμαρτωλοί
. Πίσω άπ' αυτή τη φράση κρύβεται το μεγαλείο του ανθρώπου πού αξίζει την γαλήνη καί τη σωτηρία, όποιος κι αν είναι, ό,τι κι αν έχει κάνει, όσο κι αν αμαύρωσε την εικόνα του προσώπου του. Για την Πίστη μας δεν υπάρχει τίποτε πού να μη διορθώνεται κάτω από το πρίσμα της Αναστάσεως. Να ενθυμούμεθα, πόσο σκληρές κι απάνθρωπες είναι οι ανεικονικές θρησκείες.
Ή Όρθόδοξη θεολογία, διατηρώντας το πρόσωπο, ακόμα καί σαν λείψανο, μας βεβαιώνει πώς, θέλουμε δε θέλουμε, θ' αναστηθούμε μια ήμερα. Γι' αυτό μας προτρέπει να αποδεχόμαστε ό ένας τον άλλο, μήπως καί τον κατανοήσουμε, μέχρι να τον συμπαθήσουμε, ώστε να φθάσουμε κάποτε καί να τον αγαπήσουμε.
Ό Χριστός ήρθε για να σωθεί καί το ανθρώπινο σώμα. Με την ανάσταση των νεκρών, εϊτε μας αρέσει εϊτε όχι, θα έπανενωθοϋν οι ψυχές με τα σώματα μας κι έτσι θα πραγματοποιηθεί ή μετάβαση από τη σχέση του θανάτου στη σχέση της ζωής.
Ή βεβαιότητα αυτή δεν είναι αμάρτυρη. Είναι ή εμπειρία της Εκκλησίας. Είναι ή έκπληξη μας μπροστά στο Μυστήριο της Εκκλησίας, πού 2000 χρόνια τώρα, δεν σώζεται, σώζει. Δεν καθαρίζεται, καθαρίζει. Ή Εκκλησία δεν φοβάται τη ζωή από τότε πού ό Χριστός φώναξε: «Στόν κόσμο θα συναντήσετε θλίψη, κουράγιο όμως, εγώ τον νίκησα τον κόσμο»! (Ίω.16,33). Ή Εκκλησία δεν σαστίζει από τις αμαρτίες των πιστών της, τίς ξεπλένει όσες καί να είναι: «κι αν είναι κόκκινες σαν το αίμα» λέει ή Αγία Γραφή «θα τίς κάμω λευκές σαν το χιόνι» (Ήσ.1,18). Ή Εκκλησία δεν φοβάται ούτε το θάνατο, μετέβαλε το ανθρώπινο σώμα σε ναό, μετέτρεψε τον θάνατο σε ύπνο καί τα νεκροταφεία σε κοιμητήρια. Καί ό παιάνας της Αναστάσεως διαπερνά τους αιώνες, εύτελίζοντας όλες τίς ανθρώπινες διακηρύξεις καθώς καί τον μηδενισμό της τέφρας.
2000 χρόνια, είναι χρόνια πολλά, πάρα πολλά, για να διατηρηθούν όλ' αυτά, αν δεν είναι αληθινά! Καί ή Εκκλησία συνεχίζει τον ανηφορικό της δρόμο, φορτωμένη με τη σκουριά των φίλων της καί με τη λάσπη των εχθρών της. Συνεχίζει «καταδικασμένη», καθώς είναι από τον Θεμελιωτή της, να μην γνωρίσει θάνατο ποτέ! Να βλέπει κάτω από τα πόδια της λαούς, φυλές καί γλώσσες, πολιτισμούς ολάκερους να περνούν καί να χάνονται πίσω της στο γύρισμα των χρόνων. Όλα ν' αλλάζουν μα, ή ίδια να προχωράει σ' ένα φυσικό τέλος, για το οποίο πάλι μας βεβαιώνει ότι θα 'ναι Αρχή!
Σήμερα γιορτάζουμε την «Κυριακή της Όρθοδοξίας» για (1164} χιλιοστή εκατοστή εξηκοστή τετάρτη φορά. Μα, μου φαίνεται πώς δεν το είπα καλά. Μάλλον ή «Κυριακή της Όρθοδοξίας» είναι πού γιορτάζει μαζί μας εφέτος. "Αρχισε τότε, στις 11 Μαρτίου του 843 με επίσημη Λειτουργία στο Ναό της Αγίας Σοφίας του ένσαρκσυ Λόγου, παρουσία των άοιδήμων αυτοκρατόρων Μιχαήλ καί Θεοδώρας. Καί μέχρι σήμερα, εκείνος ό περίεργος αγώνας ανάμεσα σε είκονομάχους καί είκονολάτρες, μας υποδηλώνει μόνο ένα θαύμα: Ότι ή Εκκλησία, τελικά, νίκησε! Τότε συγκρούσθηκαν δύο τρόποι βιώσεως των οντολογικών θεμελίων του ανθρώπου, ό Ανατολικός καί ό λαϊκός Ελληνικός. Στό τέλος, ή "Ορθοδοξία έθριάμβευσε, δηλαδή ό εδραίος Ελληνισμός
Πρίν από 150 χρόνια στον τόπο μας, κοιμήθηκε ό Κωνσταντίνος Οικονόμος ό εξ Οικονόμων. Σύμβολο της γνήσιας ορθόδοξης λαϊκής εκκλησιαστικής συνείδησης της εποχής του. Κέρδισε φαι-νομενικά, όμως πύρρεια νίκη. Τον 'ίδιο άφυπνιστικό αγώνα της λαϊκής εκκλησιαστικής συνειδήσεως συνεχίζει καί οφείλει να συνεχίσει, χωρίς περιθώρια επιλογής καί με οποιοδήποτε προσωπικό κόστος, ό Σεπτός Προκαθήμενος της Εκκλησίας μας, Αρχιεπίσκοπος Χριστόδούλος, όσο καί ή περί αυτόν Ιερά Σύνοδος των Επισκόπων της, περνώντας κάποτε ανάμεσα από λαιστρυγόνες καί κύκλωπες. Είναι τότε πού ό λαός μας ακούει τίς εντάσεις να κορυβαντιοϋν επειδή κι αυτές είναι ανεκτές από τη δημοκρατική δομή καί λειτουργία της Εκκλησίας της Ελλάδος, προκειμένου να λυτρωθούμε σαν λαός, από την πολωτική αγκύλωση «συντηρητικών» καί «προοδευτικών» όραματιζόμενοι μια ένοείδεια του εκκλησιαστικού γεγονότος, μόνο καί μόνο για να διασωθεί ή πανανθρώπινη ελπίδα πού τροφοδοτεί τη ζωή με νόημα καί έμπνευση καί πετυχαίνει τη νίκη καταπάνω στην πλήξη καί στο θάνατο.

Σήμερα ό λαός μας δείχνει πάλι να κουράστηκε από τη βαριά παρακαταθήκη, από την χρυσοσέλιδη ιστορία, από το άλληθώρισμα προς την εξουσία καί την κοσμική περιπλοκή. Ένα πράγμα μόνο δεν κουράστηκε ό λαός μας: Να προσκυνάει καί να σέβεται το Χριστό, μόνο όταν Τον βλέπει Σταυρωμένο. Είναι καιρός, να βγάλουμε τα βελούδα πάνω από τους γυμνούς ώμους του Ναζωραίου. Βελούδα γλωσσικά, ίεροτελεστικά, κρατικά, εθνικά. Βαρύς ό λόγος μα, συντέμνει ό χρόνος. Έχουμε ανάγκη από μια επανάσταση, μα δεν βρίσκονται επαναστάτες. Κι όμως, τη μόνη επανάσταση την έφερε ό Ιησούς. «Ουκ ήλθον βαλείν είρήνην, είπε, αλλά μάχαιραν» (Ματθ.10, 34). Είναι ή επαναστατική μάχαιρα του πνεύματος πού εξακολουθεί σιωπηλά να ακυρώνει την τάξη αυτού του κόσμου.Καί το σκάφος της Εκκλησίας συνεχίζει την πορεία του ανάμεσα στους αιώνες,διασώζοντας ψυχές από τον "Αδη καί σώματα από τη φθορά. Μόνο στα πλευρικά του πλοίου σκάζουν υπόκωφα
τα κύματα, ενώ ό πλους συνεχίζεται καί ή σιωπή του Θεού συνεχίζεται επίσης,μέχρις ότου μας φέρει στον εϋδιο λιμένα της Βασιλείας Του.

' Όμιλία του Συνοδικού Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως κ. Ανθίμου κατά την Κυριακή της "Ορθοδοξίας 2007 στο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών
-περιοδικό 'Πειραική Εκκλησία''
Μάρτιος 2007
ΠΗΓΗ

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Μεγάλη Σαρακοστή- Μεταξύ χαρμολύπης και του τελευταίου σήριαλ



Πρέπει κανείς να συνειδητοποιήσει ότι είναι αδύνατο να μοι­ράσουμε τη ζωή μας ανάμεσα στη «χαρμολύπη» της Μεγάλης Σαρακοστής και στο τελευταίο σήριαλ. Αυτά τα δυο βιώματα είναι ασυμβίβαστα και το ένα, σίγουρα, θα σκοτώσει το άλλο. Και είναι πολύ πιθανό, εκτός αν γίνεται μια έντονη προσπάθεια,ότι το τελευταίο σήριαλ έχει πολύ μεγαλύτερες ελπίδες σε βάρος της «χαρμολύπης» — παρά το αντίθετο. 
Μια πρώτη «συνήθεια» πού προτείνεται είναι να μειωθεί δραστικά ή παρακολούθηση του ραδιοφώνου καί της τηλεόρασης στην περίοδο της Σαρακοστής. Δεν τολμούμε να ελπίζουμε ότι θα υπάρξει μία «γενική» νηστεία, αλλά μόνο ή «ασκητική» ή όποια, όπως ξέρουμε,σημαίνει, πρώτα άπ' όλα αλλαγή τροφής καί μείωση της. φυσικά τίποτε το κακό δεν υπάρχει, λόγου χάρη, στο να συνεχίσει κανείς να παρακολουθεί στο ραδιόφωνο καί στην τηλεόραση ειδήσεις, εκλεκτές σειρές, ενδιαφέροντα καί πνευματικά ή διανοητικά εμπλουτισμένα προγράμματα. Εκείνο πού πρέπει να σταματήσει στην διάρκεια της Σαρακοστής είναι ή πλήρης «παράδοση» στην τηλεόραση — ή μετατροπή δηλαδή του ανθρώπου σε «λάχανο» πάνω σε μια πολυθρόνα κολλημένο στην οθόνη πού παθητικά δέχεται ό,τι βγαίνει άπ' αυτή.
"Οταν ήμουνα παιδί {ήταν τότε ή προ-τηλεοπτική εποχή) ή μητέρα μου συνήθιζε να κλειδώνει το πιάνο την πρώτη, την τετάρτη καί την έβδομη εβδομάδα της Σαρακοστής. Αυτή ή ανάμνηση είναι μέσα μου ζωηρότερη από τις μακρινές ακολουθίες της Σαρακοστής καί ακόμα καί σήμερα όταν παίζει το ραδιόφωνο αυτές τίς μέρες με ταράζει σχεδόν όσο καί μια βλαστήμια. Αναφέρω αυτή την προσωπική μου ανάμνηση μόνο σαν μια διευκρίνηση της επίδρασης πού μπορούν να έχουν μερικές εξωτερικές ενέργειες στην ψυχή ενός παιδιού. Καί αυτό πού κρύβεται εδώ δεν είναι ένα απλό απομονωμένο έθιμο ή ένας κανόνας αλλά είναι μια εμπειρία της Σαρακοστής σαν μιας ειδικής χρονικής περιόδου, σαν κάποιου πράγματος πού είναι παρόν όλο το χρόνο καί πού δεν πρέπει να χαθεί, να ακρωτηριαστεί, να καταστραφεί. Εδώ ακόμα, όσον άφορα τη νηστεία, μια απλή απουσία ή αποχή από την τροφή δεν είναι επαρκής, πρέπει να έχει το θετικό της συμπλήρωμα.

Ή σιωπή πού δημιουργεί ή απουσία του θορύβου του κόσμου,των θορύβων πού παράγονται από τα μέσα της μαζικής επικοινωνίας, πρέπει να γεμίσει με θετικό περιεχόμενο. 

"Αν ή προσευχή είναι ή τροφή για τίς ψυχές μας, τροφή, επίσης, θέλει καί το μυαλό μας, γιατί ακριβώς αυτό το διανοητικό μέρος του ανθρώπου είναι πού καταστρέφεται σήμερα από το ασταμάτητο σφυροκόπημα της τηλεόρασης καί του ραδιοφώνου, των έφημερίδων, των εικονογραφημένων εκδόσεων κλπ. Αυτό, λοιπόν, πού προτείνουμε, παράλληλα με την πνευματική προσπάθεια, ΕΪναι μια διανοητική, θα λέγαμε, προσπάθεια. Πόσα, αλήθεια," αριστουργήματα, πόσους υπέροχους καρπούς της ανθρώπινης σκέψης, της φαντασίας καί της δημιουργικότητας αρνούμαστε στη ζωή μας μόνο καί μόνο γιατί μας είναι πολύ πιο άνετο, γυρί­ζοντας στο σπίτι από τη δουλειά παραδομένοι στη σωματική καί διανοητική κόπωση, να πιέσουμε το κουμπί της τηλεόρασης ή να βυθιστούμε στο τέλειο κενό ενός εικονογραφημένου περιοδι­κού. Άλλα πώς φανταζόμαστε ότι θα μπορούσαμε να προ­γραμματίσουμε την περίοδο τής Σαρακοστής; Ίσως να κάνουμε ένα κατάλογο βιβλίων για διάβασμα; φυσικά δεν είναι απαραίτη­το όλα αυτά τα βιβλία να είναι οπωσδήποτε θρησκευτικά, δεν μπορούν όλοι να γίνουν θεολόγοι. "Ομως υπάρχει πολλή «Θεο­λογία» κρυμμένη σε μερικά λογοτεχνικά αριστουργήματα καί κα­θετί πού πλουτίζει τη νοημοσύνη μας κάθε καρπός της αληθι­νής ανθρώπινης δημιουργίας είναι ευλογημένος από την Εκ­κλησία καί, όταν χρησιμοποιηθεί κατάλληλα, αποκτάει πνευμα­τική αξία.



Από το βιβλίο του Αλεξάντερ Σμέμαν''Μεγάλη Σαρακοστή''

Λόγος Αγ.Γρηγορίου Νύσσης εις τους Άγ.Σαράντα Μάρτυρες

Στις 9 Μαρτίου ή Εκκλησία τίμα την μνήμη των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, οι οποίοι άθλησαν στην λίμνη της Σεβάστειας στην Αρμενία. Ό Μέγας Βασίλειος αφιερώνει ειδική ομιλία ατούς παραπάνω μάρτυρες, ή οποία εκθέτει το ιστορικό μέρος του εορτασμού.Ο αδελφός του Γρηγόριος Νύσσης αναφέρει σειρά εγκωμίων στους παραπάνω μάρτυρες
Οί τιμώμενοι δεν ήταν τυχαία πρόσωπα,ούτε άποτελούσαν όχλο,αλλά αρχικά ξεχώριζαν για την δύναμη του σώματος,την ομορφιά και την ρώμη,ώστε συμπεριλήφτηκαν στους στρατιωτικούς καταλόγους και στην συνέχεια διέπρεψαν στην αρετή και την σωφροσύνη και αξιώθηκαν να γευτούν την ευλογία του μαρτυρίου για τον Χριστό (πρβλ. ΒΕΠΕΣ τ. 69, σελ. 336, 19-27).
"Οντως οί άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες αποτελούσαν τάγμα του ρωμαϊκού στρατού Κάποτε, όταν έγινε πόλεμος των Ρωμαίων με τους βαρβάρους και βρέθηκαν σε έσχατο κίνδυνο οί πρώτοι,επειδή οί εχθροί είχαν όλο το νερό και πολιορκούσαν και έτσι δεν είχαν καθόλου πίδακα οί πολιορκούμενοι ή άλλη πηγή νερού,οπότε υπήρχε κίνδυνος να υποκύψουν στους εχθρούς λόγω δίψας, τότε οί Σαράντα Μάρτυρες, οί οποίοι άνηκαν στους πολιορκούμενους. αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την βοήθεια των όπλων και αναζήτησαν την συμμαχία, ή οποία είναι ακατανίκητη, δηλαδή άρχισαν να προσεύχονται. Ή προσευχή έφερε αμέσως αποτέλεσμα. Και καθώς γονάτιζαν, ένα σύννεφο στάθηκε πάνω από τους εχθρούς, χτύπησε βροντές και έριξε αστραπές εναντίον τους και έστειλε νερό περισσότερο άφθονο από ποτάμι (πρβλ. ΒΕΠΕΣ τ. 69, σελ. 337, 8-13). Ή συνέπεια της βροχής ήταν ή πλήρης καταστροφή των έχθρων, ή νίκη των πολιορκούμενων και ή ικανοποίηση της δίψας τους, καθώς ή διέλευση του χειμάρρου τους χορηγούσε ό.τι ήταν απαραίτητο για να πιουν. Τέτοιοι άγιοι άνθρωποι κίνησαν την ζήλεια του διαβόλου, ό οποίος είδε την σωφροσύνη τους,τον χορό του Θεού. τον όποιο συναποτελουσαν, την δύναμη τους και την αρετή της ψυχής τους σε όλα τα προτερήματα τους. Είδε ένα σύνολο θεϊκό αποτελούμενο από αληθινούς, δίκαιους και ευσεβείς ανθρώπους και αποπειράθηκε να τους κάνει δικούς του. Και πρώτο μέλημα του υπήρξε το να συμβουλεύσει τον ειδωλολάτρη επί κεφαλής του στρατού ότι δεν θα νικηθούν στο έξης οί εχθροί, εάν προηγουμένως δεν θυσιαστούν όσοι πιστεύουν στον Χριστό (πρβλ. ΒΕΠΕΣ τ. 69. σελ. 337, 38-41). Ή συνέχεια έχει ως εξής: Οί άγιοι ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό και έσπευσαν στο μαρτύριο.Ο διάβολος εγκατέλειψε τον θάνατο με ξίφος για τους μάρτυρες και σκέφτηκε να εμπνεύσει στον άρχοντα του στρατού να τους δέσει με σιδερένιες αλυσίδες. Τα δεσμά υπήρξαν για τους αγίους θέαμα γλαφυρό και ευχάριστο στα μάτια των χριστιανών,νεότητα, ή οποία ήταν υπέροχη στην ομορφιά σε σύγκριση με τους συνομηλίκους. Επειδή ήταν άγιοι, συνεχώς γίνονταν ωραιότεροι.
Οί διώκτες πρότειναν στους μάρτυρες να αρνηθούν την πίστη στον Χριστό, προκειμένου να ζήσουν. Εκείνοι απάντησαν ότι θα παραμείνουν πιστοί μέχρι θανάτου. Στην συνέχεια τους απείλησαν με φωτιά, ξίφος και βάραθρο και ό.τιδήποτε άλλο μέσο τιμωρίας. Ως απάντηση ήλθε ή ομολογία του ονόματος του Χρστού από τους αγίους. Οί άγγελοι είδαν την συμπλοκή του διαβόλου και των ανθρώπων.Ό αγώνας των μαρτύρων εναντίον του δαίμονα ήταν ακριβώς ή αντίθετη περίπτωση της πτώσης του Αδάμ. Ό τελευταίος δεν κατάφερε να αποκρούσει την παγίδα του διαβόλου ή οποία του παρασχέθηκε δελεαστικά.Αντίθετα στους Σαράντα Μάρτυρες όλα τα βέλη του διαβόλου έμειναν άνενέργητα. Μοναδική ανησυχία των αγίων ήταν το να χωριστούν άπό τον Χριστό. Έπειδή ομολογούσαν πίστη στην Άγια Τριάδα. γι' αυτό αποκτούσαν την Χάρη της Άγιας Τριάδος (πρβλ. ΒΕΠΕΣ τ. 69. σελ. 339, 41. σελ. 340, 2).
Για τους Σαράντα Μάρτυρες δεν θα υπήρχε σε φυσιολογικές συνθήκες γλυκύτερο πράγμα από τον ουρανό, τον ήλιο, την γη. την πατρίδα και τους συγγενείς τους. Εν τούτοις όλα τα παραπάνω απέβησαν άνευ σημασίας για τους αγίους, διότι θεωρουσαν ως μοναδικό αγαθό τον Χριστό. Τελικά έφτασε ή στιγμή του θανάτου τους, ή οποία αποτελεί την κορυφή του μαρτυρίου.
Επειδή κήρυξαν το όνομα του Κυρίου δημοσίως, αποφασίστηκε να οδηγηθούν στο μαρτύριο του θανάτου με τον εξής τρόπο: Ό τύραννος αποφάσισε να τιμωρηθούν ριπτόμενοι στην παγωμένη λίμνη (πρβλ. ΒΕΠΕΣ τ. 69. σελ. 341, 23-24).
Ωστόσο ή διαταγή του τυράννου και ή αναμονή της ποινής έκαναν τους αγίους να είναι χαμογελαστοί και χαρούμενοι. Ό δρόμος τους προς το πάθος απέβη ιερός, καθώς μάλιστα φιλονεικούσαν για το ποιος θα κερδήσει το στεφάνι της νίκης."Ολοι οδηγήθηκαν προς τον τόπο της εκτέλεσης,σαν να επρόκειτο να μεταβούν σε δημόσια λουτρά, για να καθαρίσουν και αυτοί τα σώματα τους.Καθώς έδιναν θάρρος ο ένας στον άλλο, παραδόθηκε το σώμα τους στον πάγο (πρβλ. ΒΕΠΕΣ τ. 69, σελ. 341. 38-40). Αποτέλεσμα της παραπάνω πράξης ήταν το να κρατηθεί στον πάγο ή σύσταση του σώματος τους, ενώ το φρόνημα τους παρέμεινε αδούλωτο. Ή φύση τους υπέφερε, άλλα το σθένος τους υπερνικούσε την φύση τους. Ό θάνατος τους παρατάθηκε για τρεις ήμερες. Και σε μία στιγμή, κατά την οποία ένας από τους Σαράντα δείλιασε και έφυγε από τον πάγο και αρνήθηκε την πίστη στον Χριστό, την θέση του κατέλαβε ό δεσμοφύλακας.
"Αξιο επίσης να σημειωθεί είναι το ότι ή μητέρα ενός άπό τους μάρτυρες, τον οποίου ο δήμιος εγκατέλειψε, συμπαραστάθηκε στο παιδί της ζητώντας να υποφέρει γενναία ως το τέλος. Ή μητέρα αυτή είναι άξια επαίνων, διότι εφήρμοσε την παραγγελία του Αποστόλου Παύλου, κατά την οποία ή γυναίκα «σωθήσεται δε δια της τεκνογονίας» (Α' Τιμ. 2, 15). Για το παιδί της ισχύει ό λόγος του Εύαγγελιστοΰ Ιωάννου «όσοι δε ελαβον αυτόν.έδωκεν αύτοίς έξουσίαν τέκνα αυτου γενέσθαι» (Ίω. 1, 12). Λέγοντας αυτά και ενισχυμένη από τον Άγιο Πνεύμα οδήγησε το παιδί στο μαρτύριο προπέμποντάς το με φαιδρό πρόσωπο.Στό τέλος τα σώματα των αγίων ρίχτηκαν στην φωτιά και έγιναν ύλη καύσιμη στην φλόγα. "Ετσι σ' αυτούς επαλήθευσε πλήρως ό Ψαλμικός στίχος «διήλθομεν δια πυρός και ύδατος, και εξήγαγες ημάς εις αναψυχή ν» (Ψαλμ. 65, 12). Όταν οι Πρωτόπλαστοι εξορίστηκαν από τον Παράδεισο, τότε ό Θεός έταξε τα Χερουβίμ και την φλογίνην ρομφαίαν την στρεφομένην φυλάσσειν την όδόν του ξύλου της ζωής» (Γεν. 3. 24). Σκοπός της παραπάνω ενέργειας του Θεού ήταν να μην λάβει ό  άνθρωπος από το ξύλο της ζωής και παραμείνει αθάνατος. Συνεπώς τίθεται το ερώτημα: Εάν ό Παράδεισος είναι κλειστός για τους αγίους, τότε είναι δυνατόν να έχουν ισχύ οι λόγοι του Ίησοϋ Χριστού προς τον ληστή,κατά τους οποίους «αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ' έμού εστι εν τω παραδείσω» (Λουκ. 23, 43);
Οι άγιοι Σαράντα Μάρτυρες πέρασαν την πόρτα του Παραδείσου μετά από τον πνευματικό τους αγώνα. Αυτόν τον Παράδεισο εύχεται ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης καταλήγοντας στο εγκώμιο προς τους Σαράντα Μάρτυρες να αξιωθούμε να κερδήσομε όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί με τις πρεσβείες τους και την ομολογία του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησοΰ Χριστού.
Και ο Μέγας Βασίλειος στο τέλος της Όμιλίας του «εις τους αγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρας» παραθέτει εγκώμιο θαυμάσιο υπέρ αυτών (πρβλ. ΒΕΠΕΣ τ. 54, σελ. 178, 39-41. σελ. 179, 1-12).


του Θεολόγου Νικολάου Δρατσέλλα

Η κλίμακα των 3 βαθμίδων

Η Αγία μας Εκκλησία, για να προετοιμάση τους πιστούς της, ώστε να νοιώσουν βαθειά την Ανάσταση του Θεανθρώπου Κυρίου, έχει ορίσει μία περίοδο περισυλλογής, κατανύξεως και μεταρσιώσεως. Αυτή ή περίοδος λέγεται «Κατανυκτικό Τριώδιο». Σ' αυτήν περιλαμβάνεται ήδη από τον Γ' αιώνα μία περίοδος νηστείας 40 ήμερων (γιατί και ό Κύριος τεσσαράκοντα ήμερες νήστεψε), ή οποία ονομάζεται «Μεγάλη Τεσσαρακοστή».
Ή περίοδος του Τριωδίου αρχίζει από τον Εσπερινό της Κυριακής του Τελώνου και του Φαριοαίου και τελειώνει το Μεγάλο Σάββατο, με τον Εσπερινό του Πάσχα.
Ή κατανυκτική αυτή περίοδος του Τριωδίου, και κυρίως της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, προσφέρεται για μια έντονώτερη άσκηση του πιστού άγωνιστού ανθρώπου,ή οποία θα τον βοηθήση να πορευθή προς την τελείωση, προς την κατά χάριν θέωση.
Ό πιστός αγωνιστής χριστιανός περιμένει το κατανυκτικό Τριώδιο με ιδιαίτερη χαρά.Ή νηστεία, ή εγκράτεια, ή μετάνοια καϊ ή πνευματική χαρμολύπη είναι βιώματα του ορθοδόξου άγωνιστού,που ανανεώνεται με τον λειτουργικό κύκλο των εορτών του κατανυκτικού Τριωδίου. Είναι ό ιδανικότερος χρόνος που μπορεί να μας δώση την ευκαιρία να αποτινάξουμε κάθε τι το φθαρμένο και νεκρό, ακριβώς για να μπορέσουμε να ζήσουμε.
Γϊ αυτό ανεπιφύλακτα πιστεύουμε ότι ίσως να μην ύπάρχη άλλος καταλληλότερος δρόμος πού να όδηγή τον πιστό αγωνιστή χριστιανό σαν ευλαβή προσκυνητή στο Πάσχα,στην συνάντηση του με τον Αγαπημένο Χριστό. Σ' αυτή την κατανυκτική περίοδο καλούμεθα να αφήσουμε την ράθυμη και γεμάτη αμέλεια και άκηόία ζωή μας και να αγωνισθούμε τον καλό αγώνα, πού μας υποδεικνύει ή αγία μας Εκκλησία.
Ό όσιος Ισαάκ ό Σύρος διακρίνει τρεις βαθμίδες,τις όποιες πρέπει να άνέβη ό αγωνιστής ορθόδοξος χριστιανός, για να φθάση στον Θεό: α) την μετάνοια, β) την κάθαρση και γ)την τελείωση.
1. Ή μετάνοια, όπως όλοι μας γνωρίζουμε, είναι αλλαγή πορείας της ζωής μας."Ηθελα ο,τι ήθελα εγώ. Τώρα θέλω ό,τι θέλει ό Θεός. Αυτό είναι μετάνοια.
Ή μετάνοια, αν και είναι ή αρχή της πορείας προς την κατά χάριν ένωοή μας με τον Θεό, εν τούτοις είναι ή θύρα της Χάριτος. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι είναι μία προσωρινή βαθμίδα, αλλά είναι και πρέπει να είναι μία κατάσταση που να διαρκή πάντοτε. Πρέπει να μας γίνη τρόπος ζωής. Για τον λόγο αυτό ό προαναφερθείς όσιος μας λέγει: «Ή μετάνοια, ούτε καιροίς, ούτε πράξεσι περιορίζεται έως θανάτου», γιατί όσο τελειοποιούμαστε, τόσο περισσότερο γνωρίζουμε την δική μας ατέλεια. «Πρέπει να βρισκόμαστε μεταξύ φόβου και ελπίδος», όπως έλεγε ένας Ρώσος στάρετς, ό όσιος Αμβρόσιος.
2. Ή κάθαρση, ή δεύτερη βαθμίδα, κατά τον όσιο Ισαάκ, είναι ή άπελευθέρωση από τα πάθη. Αυτή αποκτάται μέσω του Ίερού Μυστηρίου της 'Εξομολογήσεως, της προσευχής και της συμμετοχής μας στο Ιερό Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Σέ όλα αυτά πρέπει να συμμετέχουν ό νους, ή λογική, ή θέληση,τα συναισθήματα κι αυτό ακόμη το σώμα.Κατ' αυτό τον τρόπο μεταποιούνται οι δυνάμεις της ψυχής και οι επιθυμίες, οι όποιες έχουν δαιμονοπονηθεί με τα πάθη και αρχίζουν να στρέφονται προς τον Θεό Πατέρα.
Τοιουτοτρόπως, με την στροφή των επιθυμιών προς τον Θεό, μέσω της ορθοδόξου εκκλησιαστικής ασκήσεως,και την απομάκρυνση των ενοχών μέσω της Ιεράς Έξομολογήσεως επέρχεται ή κάθαρση, ή οποία οδηγεί στην μεταμόρφωση του πιστού.
3. Ή τελείωση,ή τρίτη βαθμίδα, είναι ή απόκτηση της ουσιαστικής και αληθινής αγάπης προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Ή κατάσταση αυτή είναι το πλήρωμα της Χάριτος.
Ή αγάπη, κατά τον "Αγιο Διάδοχο, είναι «έκκαυσις άπαυστος και κόλλησις της ψυχής προς τον Θεόν δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος»ενεργείας τον Άγίου Πνεύματος». Ό δέ "Οσιος Ιωάννης ό Σιναΐτης λέγει:«Νυν δε μου ψυχήν κεκαρδίωκας και ου δύναμαι κατέχειν σου την φλόγα...».
Αυτή ή αγάπη δεν είναι από αυτόν τον κόσμο, άφού το όνομα της είναι θειο. «Ό Θεός αγάπη εστί», μας λέγει ό Ευαγγελιστής Ιωάννης. Ή ανόθευτη και «εν αλήθεια» αγάπη οδηγεί από την αστάθεια στην σταθερότητα, από την διπροσωπία στην απλότητα, από την ανωριμότητα του φόβου και της υποψίας στην ωριμότητα της άθωότητος και της εμπιστοσύνης. Με άλλους λόγους όδηγεϊ στην ζωή της εσωτερικής ειρήνης και ολοκληρώσεως.
Τοιουτοτρόπως, αυτός ό δρόμος, τον όποιο μας υποδεικνύουν οι "Αγιοι Πατέρες μας, οδηγεί τον αγωνιστή ορθόδοξο πιστό στην κατά χάριν ένωση του με τον Χριστό. Ό άνθρωπος,πλέον, κεκα-θαρμένος, βυθίζεται στην άβυσσο της Θείας αγάπης, χωρίς να εξαφανίζεται. Χριστοποιειται,χωρίς να εκμηδενίζεται. "Ετσι, ενωμένος με τον Χριστό ό άνθρωπος,φθάνει να γίνη αληθινό τέκνο του Θεού Πατρός. Αυτός πλέον είναι ό "Αγιος.
Συμπερασματικώς, μπορούμε να πούμε ότι ό άνθρωπος βρίσκεται σε μια διαρκή πορεία, μια πορεία προς συνάντηση με τον Αναστημένο Χριστό.Αύτη ή κατανυκτική περίοδος του Τριωδίου αυτό ακριβώς κάμνει, βοηθά τον πιστό αγωνιστή να πορευθή μέσα από την σωστή εκκλησιαστική άσκηση και να φθάση στην κατά χάριν ένωση του με τον Χριστό. Ή πορεία αυτή του ανθρώπου προς τον Θεό επιτυγχάνεται μέσω του Παναγίου Πνεύματος και της ανθρωπινής ελευθέρας επιλογής.
Σ' αυτή την επιλογή καλούμαστε όλοι κατά την περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

του Αρχιμανδρίτου Κυρίλλου Κωστόπουλου

Στον εσπερινό της συγχωρήσεως-Διήγημα

῾Ο ᾿Αντώνης ὁ Μητσάκος ἦταν σκληρός ἄνθρωπος. Αὐτό τό ἄκουσα πολλές φορές από πολλούς. Κακός ὅμως δέν ἦταν. Κι αὐτό το άκουσα. Κανέναν ποτέ δέν ἀδίκησε καί ἦταν καί φιλάνθρωπος. ῞Ενα σωρό ἄνθρωποι, κατά πώς λέγανε, εὐεργετήθηκαν ἀπό τόν ᾿Αντώνη καί τοῦ χρωστοῦσαν μεγάλη χάρη.Κι ὅμως, ὁ ᾿Αντώνης ὁ Μητσάκος ἦταν σκληρός, πολύ σκληρός σ᾿ ὅποιον τοῦ ἔφταιγε. «Δέν μπαίνω στά χωράφια κανενός», ἔλεγε στρίβοντας τό μουστάκι του, «καί δέ θέλω νά μπαίνει κανείς στά δικά μου». Κι ὅταν ἔλεγε «χωράφια» ἐννοοῦσε καθετί πού τόν ἀφοροῦσε. Μέ τόν πατέρα μου παλιότερα ἦταν πολύ καλοί φίλοι, μά κάποτε ψυχράθηκαν. Δηλαδή ὁ κυρ-Αντώνης ψυχράθηκε, ἐπειδή ὁ πατέρας μου τόλμησε σάν φίλος νά τόν συμβουλεύσει νά ἀφήσει τόν Μιχάλη, τόν γιό του, νά σπουδάσει δάσκαλος, πού ἦταν τό ὄνειρό του καί ὄχι πολιτικός μηχανικός, πού τόν ἤθελε ὁ πατέρας του. Τέλος πάντων, αὐτός ὁ καλός -κατά τά ἄλλα- ἄνθρωπος βρέθηκε νά εἶναι κακιωμένος μέ τό μισό χωριό. ῎Οχι πού δέν τόν στενοχωροῦσε αὐτό, ὄχι πού δέν ἤθελε νά τά ἔχει μέ ὅλους καλά, μά νά, τό θεωροῦσε θέμα ἀξιοπρέπειας νά κρατᾶ πόζα καί τουπέ σ᾿ ὅποιον θεληματικά ἤ ἀθέλητα τοῦ ἔφταιξε. Στό χωριό μου ἐκεῖνα τά χρόνια δικό μας παπά δέν εἴχαμε. Μᾶς ἔστελναν ὅμως τίς Κυριακές καί τίς μεγάλες γιορτές ἱερέα καί μᾶς λειτουργοῦσε. Καί εἶναι ἀλήθεια πώς ὁ κόσμος τοῦ χωριοῦ μου τήν ἀγαποῦσε τήν ἐκκλησία καί κάθε φορά πού τελείωνε ἡ Λειτουργία, ἐκεῖ στήν αὐλή, οἱ μεγάλοι ἔκαναν πάντα τήν ἴδια συζήτηση. «Νά ᾿χαμε ἕναν δικό μας παπά! Νά ᾿χαμε ἕναν μόνιμο ἱερέα στό χωριό μας!» Καί ἐπειδή τίς ὄμορφες καί εὐσεβεῖς ἐπιθυμίες τίς ἀκούει ὁ Θεός, μᾶς ἔδωσε νά ἔχουμε τόν δικό μας παπά. Τόν θυμᾶμαι τήν πρώτη μέρα πού ἔφτασε μέ τή γυναίκα του καί τά τρία του παιδιά. Τόσο νέο ἱερέα μέ τόσο μαύρη γενειάδα πρώτη φορά ἔβλεπα. ῞Οταν πρωτολειτούργησε στήν ἐκκλησιά μας, ἦταν -τό θυμᾶμαι πολύ καλά- ἀρχή τοῦ Τριωδίου. Κάτι μᾶς εἶπε στό κήρυγμα γιά τόν Τελώνη καί τόν Φαρισαῖο μά, γιά νά εἶμαι εἰλικρινής, δέν θυμᾶμαι οὔτε λέξη. ᾿Εκεῖνο γιά τό ὁποῖο μπορῶ νά μιλήσω μέ σιγουριά εἶναι ὅτι κάθε φορά ἔβγαζε λόγο, πράγμα πρωτόγνωρο γιά τό χωριό μου, καί ὅτι μετά στήν αὐλή ὅλοι μιλοῦσαν μέ θαυμασμό καί εὐχαρίστηση γιά τόν νέο παπά.῾Ο π. Πέτρος σέ λιγότερο ἀπό ἔνα μήνα μᾶς εἶχε ἀγαπήσει καί εἶχε ἀγαπηθεῖ ἀπό μᾶς. Τήν τελευταία Κυριακή πρίν ἀπό τήν Καθαρά Δευτέρα, μόλις τελείωσε τό κήρυγμά του, μᾶς παρακάλεσε νά ξαναμαζευτοῦμε τό ἀπόγευμα στίς 5.00 ἡ ὥρα, γιά νά κάνουμε ὅλοι μαζί τόν ῾Εσπερινό τῆς Συγχωρήσεως. Οἱ χωριανοί μου κοιτάχτηκαν μέ ἀπορία. Πρώτη φορά ἄκουγαν γιά τήν ὕπαρξη ἑνός τέτοιου ῾Εσπερινοῦ. -Θέλω νά σᾶς παρακαλέσω, ἀδελφοί μου, ἱκέτευσε μέ τή θερμή νεανική φωνή του ὁ π. Πέτρος, νά ᾿ρθεῖτε ὅλοι, ἀπό τόν πιό μικρό μέχρι τόν πιό μεγάλο. Δέ θά ἤθελα νά λείπει κανείς. Θές ἡ περιέργεια γιά τήν καινούργια ἀκολουθία πού δέν ξέραμε, θές ἡ ἐπιθυμία νά μή λυπήσουμε μέ τήν ἀπουσία μας τόν νέο μας παπά, μᾶς ἔφεραν ὅλους ἀνεξαιρέτως στόν ῾Εσπερινό. Πολλά πράγματα ἀπό τόν ῾Εσπερινό δέν καταλάβαινα, οὔτε καί τίς εὐχές πού διάβαζε μέ τόση κατάνυξη ὁ ἱερέας καταλάβαινα, ἀφοῦ ἤμουν ἀκόμη παιδί. ῎Ενιωσα ὅμως μέσα σέ κείνη τή γεμάτη θεϊκό θάμπος ἀτμόσφαιρα πώς κάτι ξέχωρο, κάτι συγκλονιστικό ζοῦσαν οἱ μεγάλοι. Μίλησε καί πάλι ὁ π. Πέτρος, κι ἐγώ κρεμάστηκα ἀπό τά χείλη του. Μᾶς διηγήθηκε, θυμᾶμαι, τήν ἱστορία τοῦ ἁγίου Διονυσίου, πού συγχώρεσε τόν φονιά τοῦ ἀδελφοῦ του, καί εἶδα γιά πρώτη φορά δάκρυα ἱερέα νά βρέχουν τά γένια του. -Δέν σᾶς γνωρίζω ἀκόμη καλά, ἀδελφοί μου, κατέληξε ὁ ἱερέας, μά κι ἄν μιά μέρα ἦταν ἡ ζωή μας σέ τούτη τή γῆ σέ κάποιον θά φταίγαμε, κάποιον θά λυπούσαμε. Γι᾿ αὐτό ἀπόψε, σᾶς παρακαλῶ, νά συγχωρεθοῦμε ὅλοι, νά μποῦμε καθαροί, πεντακάθαροι, στήν ἁγία Σαρακοστή. Γύρισα αὐθόρμητα καί κοίταξα τόν κυρ-᾿Αντώνη. Τά δάκρυά του εἶχαν φτάσει ὥς τά μουστάκια του. -Λοιπόν, ἐξακολούθησε ὁ παπάς, θά περάσετε ὅλοι πρῶτα ἀπό μένα κι ὕστερα ἀπ᾿ ὅλους τούς συγχωριανούς σας γιά νά συγχωρεθοῦμε. -Πρῶτος ἐγώ, πάτερ μου, πρῶτος ἐγώ, γιατί ἐγώ ἔχω νά συγχωρεθῶ μέ τούς περισσότερους. Γυρίσαμε ὅλοι ξαφνιασμένοι καί κοιτάξαμε τόν πιό σκληρό ἄνθρωπο τοῦ χωριοῦ, τόν ᾿Αντώνη τόν Μητσάκο, πού ἤδη προχωροῦσε κι ἔφτανε μπροστά στήν ῾Ωραία Πύλη ὅπου στεκόταν ὁ ἱερέας. ῎Εκανε μιά ἐδαφιαία μετάνοια μπροστά στόν παπά καί τοῦ φίλησε τό χέρι. ῞Υστερα γύρισε καί μᾶς κοίταξε ὅλους μέ μάτια δακρυσμένα.- Χωριανοί, συγχωρέστε με γιά ὅλα ὅσα σᾶς ἔφταιξα, μά πιό πολύ γιατί δέν ἤθελα νά συγχωρῶ. ῞Ενας ψίθυρος χαρούμενος ἀκούστηκε καί τότε ἄνοιξαν οἱ ἀγκαλιές. Εἶδα τόν κυρ-᾿Αντώνη στήν ἀγκαλιά τοῦ πατέρα μου κι ὕστερα στήν ἀγκαλιά τοῦ ἀδελφοῦ του. Πέρασε ἀπό ἀγκαλιά σέ ἀγκαλιά, ἔσφιξε χέρια, φίλησε παιδιά καί στό τέλος πῆγε καί στάθηκε μπροστά στή γυναίκα του -Πολύ σέ παίδεψα, γυναίκα, τῆς εἶπε, συγχώρα με κι ἄς μέ συγχωρέσει κι ὁ Θεός.᾿Από κείνη τή χρονιά κι ἀπό κεῖνον τόν ῾Εσπερινό τῆς Συγχωρήσεως, μικροί μεγάλοι ξέραμε πιά πώς στό χωριό μας κάθε ἔχθρα, σοβαρή ἤ ἀσήμαντη, θά ἔσβηνε τό πολύ σ᾿ ἕνα χρόνο. ῾Η ἀλήθεια βέβαια εἶναι πώς ὁ π. Πέτρος, ἄγρυπνος πάντα πάνω στό ποίμνιό του, δέν ἄφηνε τίς καταστάσεις νά χρονίσουν. Μά ἦταν κι ὁ ᾿Αντώνης ὁ Μητσάκος πού πλάι στόν παπά ἔτρεχε νά φιλοτιμήσει, νά παροτρύνει, νά συμβουλεύσει. Κι ἄν κάπου ἔβρισκε ἀντίσταση, δέν τά ἔχανε οὔτε τά παρατοῦσε. «Σκληρότερη πέτρα ἀπ᾿ τήν καρδιά μου», ἔλεγε, «δέν ὑπῆρχε· κι ὅμως ὁ Χριστός τήν ἔσπασε καί τήν ἔκανε πηλό.» Κι ἄκουγα πολλούς νά λένε ἀπό τότε πώς «ὁ ᾿Αντώνης ὁ Μητσάκος μέ φίλιωσε μέ τόν τάδε», κι ὅλο τό χωριό τόν σεβόταν καί τόν ἀγαποῦσε. Μά πιό πολύ, θαρρῶ, πώς τόν ἀγαποῦσε ὁ παπάς.

Ε.Β.
ΠΗΓΗ

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

Μην αναβάλλεις την μετάνοια για αύριο...

Να δοκιμάσουμε να γίνουμε ένα με το Χριστό. Αρχίζοντας σήμερα, αρχίζοντας τώρα. Τώρα να βάλουμε μια αρχή για τη σωτηρία μας, να πάρουμε την απόφαση: «Κύριε εγώ αμάρτησα μέχρι τώρα. Είπα ψέματα, έκανα κακό στους άλλους, κατέκρινα, υπερηφανεύτηκα, πόρνεψα- τώρα Χριστέ βοήθησέ με να κάνω μια νέα αρχή. Πιστεύω σε εσένα και ότι με θέλεις κοντά Σου» Γιατί ο Χριστός λέει: «Κάνε σήμερα το πρώτο βήμα προς Εμένα! «Και ο διάβολος λέει: «Κάνε το, κάνε το αλλά όχι σήμερα! Μετανόησε, μετανόησε αλλά όχι σήμερα! Αύριο!
Κάποιος έλεγε ότι τα πρώτα εκατό χρόνια είναι δύσκολα. Δε θα ζήσουμε αιώνια σ’ αυτόν τον κόσμο. Ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος έλεγε : «Μην αναβάλλεις τη μετάνοια για αύριο! Αυτό το αύριο δεν έχει τελειωμό».Μέχρι το τέλος της ζωής θα υπάρξει ακόμη ένα αύριο, αύριο, αύριο και ίσως χιλιάδες αύριο να έχεις, αλλά ίσως να μην τα πιάσεις. Αλλά τα αύριο δεν τελειώνουν και εσύ ίσως αύριο να πεθάνεις αμετανόητος. Ν’ αφήσουμε το αύριο στα χέρια του Θεού. Εμείς γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε σήμερα, εδώ και τώρα.
Ο Αγ. Γρηγόριος ο Διάλογος, πάπας Ρώμης έλεγε:
«Εκείνος που υποσχέθηκε την άφεση των αμαρτιών, δεν υποσχέθηκε σ’ εκείνον που αμαρτάνει ότι θα ζει μέχρι την επόμενη μέρα». Ο Χριστός δεν μας είπε : «Θα ζήσετε μέχρι αντιμεθαύριο, εξομολογηθείτε σήμερα ή αύριο».
Θυμηθείτε τον Αγ. Ιωάννη τον Πρόδρομο ¨ Μετανοείτε ότι ήγγικεν η Βασιλεία των Ουρανών και αν εμείς μείνουμε μακριά από τη μετάνοια, απομακρυνόμαστε από τη Βασιλεία των Ουρανών. Ο Μέγας Βασίλειος λέει: «Δεν πρέπει ν’ αναβάλουμε την ημέρα που θα διορθωθούμε, επειδή τίποτα δεν είναι σίγουρο για εμάς». Όποιος ζει σκεπτόμενος ότι ίσως την άλλη ημέρα θα πεθάνει, εκμεταλλεύεται στο μέγιστο βαθμό τα τάλαντα που του έδωσε ο Θεός. Να μην πεθάνουμε με τα τάλαντα στην τσέπη. Να μη ζούμε χωρίς ν’ αξιοποιούμε ότι μας δίνει ο Θεός

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

Ας στρώσουμε και πάλι το οικογενειακό τραπέζι

«Ας στρώσουμε και πάλι το τραπέζι». Να και κάτι θετικό στη σημερινή κρίση. Επιστροφή στις παραδοσιακές άξιες. «Όλο και πιο συχνά ακούω γύρω μου ότι θα επιστρέψουμε ως κοινωνία σε κάτι πιο σταθερό. Ή ανάγκη υπάρχει και δεν βλέπω την ώρα να δώ κάποιες αλλαγές στην πράξη. "Εμείς ξαναστρώνουμε το οικογενειακό τραπέζι μια φορά την εβδομάδα", μου έλεγε φίλος πού τα τελευταία χρόνια τα μέλη της οικογένειας του έτρωγαν ό καθένας σε δικό του ωράριο, κυρίως στα γόνατα και μπροστά στην τηλεόραση ή και στον υπολογιστή ακόμα. Στο δικό του σπίτι βρήκε πάλι θέση το τραπεζομάντηλο και σταδιακά επανέρχεται μια σχετική τελετουργία γύρω από το φαγητό...» («Καθημερινή» 15.1.2011). Ενθαρρυντικό το γεγονός και μακάρι να γενικευθεί. Γιατί το σπίτι μας, το σπίτι πού μας μαζεύει, δεν είναι οι άψυχοι τοίχοι. Είναι ή εστία πού μας προσφέρει τη ζεστασιά της καλοσύνης. Ιδιαίτερα για τα παιδιά και τούς νέους πρέπει να είναι το θερμοκήπιο της αγάπης μέσα στη βαρυχειμωνιά της αδιαφορίας, συντελεστής πνευματικής υγείας και ψυχοσωματικής ισορροπίας. Παιδιά χωρίς σπίτι στοργής είναι πουλιά χωρίς φωλιά, εκτεθειμένα στις καταιγίδες των πειρασμών και των παγίδων.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ
Δυστυχώς άλλες επείγουσες ανάγκες της εποχής μας, έχουν στρέψει άλλου την προσοχή μας και γι' αυτό παραμελήσαμε το σπίτι μας, τη σπουδαιότητα του, ως κέντρου της ζωής μας. Αυτό έρχονται τώρα να μας τονίσουν παιδαγωγοί και ψυχολόγοι:«Σύμφωνα με έρευνα Ισπανών επιστημόνων ή ψυχική υγεία των έφηβων συνδέεται άμεσα με την οικογένεια τους, συγκεκριμένα με τον αριθμό των οικογενειακών γευμάτων στα όποια συμμετέχουν. Όσο περισσότερο κάθονται οι έφηβοι στο ίδιο τραπέζι με τούς γονείς τους, τόσο καλύτερη ή κατάσταση της ψυχικής υγείας τους. Το γεγονός αποδίδεται στο ότι ό χρόνος γύρω από το οικογενειακό τραπέζι είναι χρόνος ποιότητος και ηρεμίας, κατά τον όποιο τα παιδιά επικοινωνούν με τούς γονείς και τα αδέλφια τους. Οι ερευνητές ανακάλυψαν ακόμα ότι οι πιο ψυχολογικά υγιείς έφηβοι συμμετείχαν επίσης με μεγαλύτερη συχνότητα στις οικογενειακές γιορτές και εκδρομές καθώς και άλλες δραστηριότητες». Σε παρόμοια συμπεράσματα είχαν καταλήξει και στις Η.Π.Α.:«Επιστροφή στη σπιτική θαλπωρή. Το ιδεώδες της κατοικίας ως χώρου εκφράσεως και αναψυχής κατακτά σιγά-σιγά τον σύγχρονο άνθρωπο» τονιζόταν και στο βιβλίο «Κατοικία: Σύμβολο, Δομή και Τόπος» πού εκδόθηκε από το Μουσείο Κούπερ Χιούιτ
«ΖΩΗ»24/02/2011
Πηγή

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Τα τραγούδια του Θεού-Ο Αλεξ.Παπαδιαμάντη για τον Αγ.Νικολάο Πλανά


Σπύρου Καρδαμάκη Άπό Πειραική Εκκλησία
Εκτοτε απουσίασα από τάς Άθήνας.Είχα ένθυμηθη τούς πτωχούς οΐκείους, είς την μικράν πατρίδα μου, μακράν της όποίας είχα ζήσει, εκ μικρών διαλειμμάτων, υπέρ το ήμισυ τής ζωής μου.Όταν τέλος με είχον βαρυνθη κ' έκεό, έτόλμησα, μετά τρία έτη να επανέλθω είς την πρωτεύουσαν, με την άμυδράν ελπίδα όιι δεν θα έγενόμην και πάλιν βαρετός ε'ΐδ τούς φίλους μου.
Άφοϋ έκρύβην επί εβδομάδα είς ταπεινόν τίνα ξενώνα, επήγα λάθρα μίαν πρωίαν να ανταμώσω τον φίλον μου Νικόλαν τον Μπούκην. Φευ! τί έμαθα;Ή μικρά Κούλα, ήτΐς ήγε τώρα το ένδέκατον έτος τής ήλικίας τη, ήτον άρρωστη βαριά! Είχε δέκα ήμέρας στο κρεβάτι, κι ό ΐατρός είπεν ότι ήτο κακός πυρετός, ίσως τυφοειδοϋς φύσεως.
Επήγα  κατ' εύθείαν από το όπωροπωλείον, όπως με προέτρεψεν ό Νικό­λαε, δια να βοηθήσω με λόγια και ενθαρ­ρύνω την μητέρα. Ή πτωχή, ήτις την ήγάπα ώς να ήτο γέννημα των σπλάγχνων της, ϊσως και περισσότερον, έχάρη άμα με εϊδεν, είτα μου έδειξε την κλίνην. Ή μικρά Κούλα ήτο ισχνή, κάτωχρος, πυρέσσουσα, κ' εκείτο σχεδόν αναίσθητος επί τής κλίνης. Είπα εϊς την μητέρα τα συνήθη λόγια της παρηγορίας και της ένθαρρύνσεως, έμεινα δύο ώρας έκεί, είτα επανήλθα πάλιν το δειλινόν, και την νύκτα, καΐ την άλλην πρωίαν.Ή Κούλα έβαινε χειρότερα. Είτα, την τρίτην ήμέραν, έφάνη να είχε βελτιωθη κάπως, και ησθάνετο.Ή μητέρα της μου είπε να πλησιάσω καΐ να της ομιλήσω.
— Περαστικά, Κούλα. Δεν έχείς τίποτα, κορίτσι μου.
—Ά! μπάρμπ'Αλέξανδρε, έψέλλισεν άσθενώς. Πότε θα μου πής πάλι τα θεία... τραγούδια;
—Όποτε θέλεΐς. Κούλα μου. "Αμα γίνη αγρυπνία εΐς τον "Αγιον Έλισσαίον να έλθης, να σου τα πω.
Να μου τα πής. Μα θα τ' ακούσω;
"Αμα προσέχης, θα τ' άκούσης... "Ωχ!
Έστέναξεν, έκλεισε τα όμματα, και δεν μου ώμίλησε πλέον. Έφαίνετο ότι είχε πολΰ κουρασθη (έφερεν άσθενώς την ΐσχνήν χείρα πρός το ούς ενώ έψέλλιζε.
Φαίνεται ότι είχε πάθει βαρυηκοΐαν ένεκα της νόσου). Της έφεραν χρίσμα, έλαιον από την κανδήλαν.Αύτη ανέλαβε προς στιγμήν τάς αίσθήσεΐς της, κ' έψιθύρισε:
Μοσχοβολά ή ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ηρεμία, θα πλέψω καλά.
Μετά τρεις ήμέρας την προεπέμπομεν εϊς τον τάφον. Οί επαγγελματικοί ίερεΪς κ' οί ψάλται έψαλλον τα κατά συνθήκην, από την «Άμωμον όδόν» έως τον «Τελευταίον άοπασμόν». Μόνος ό παπα-Νικόλας άπ' τον ΆιΓιάννη του Άγροϋ, ό Ναξιώτης, έφαίνετο ότι έκανε χωριστήν άκολουθίαν, έμορμύριζε μέσα του, και τα όμματα του έφαίνοντο δακρυσμένα.
Τί μουρμουρίζεις, παπά; του είπα, από το όπισθεν του στασιδίου, οπού είχεν άκουμβήσει.
;Λέγω την άκολουθίαν των Νηπίων μέσα μου, είπεν ό παπα-Νικόλας. Εΐς αυτό το άκακον αρμόζει ή κηδεία των νηπίων.
Τω όντι κ' εγώ, με όλον τον πόνον και τα δάκρυα μου,είχα άναλσγισθη έκείνην την στιγμήν την άκολουθίαν των Νη­πίων. Και άκουσίως έλεγα μέσα μου τα τραγούδια του Θεοϋ: «Των του κόσμου ηδέων άναρπασθέν άγευστον» και «ώς καθαρόν. Δέσποτα, στρουθίον πρός καλιάς έπουρανίους εσωσας» και «του Αβραάμ, εν κόλποΐς, εν τόποις άνέσεως,
ένθα το ΰδωρ εστί το ζών, τάξαι σε Χριστός ό δι' ήμας νηπιάσας» και «οΐδ άριθμοίς το πλάσμα σου,νήπιον φοιτήσαν τανΰν πρός σε».
Και αντί του «Δεύτε τελευταϊον», «Ω τΐς μη θρηνήσει, τέκνον μου, ότι βρέφος άωρον εκ μητρικών άγκαλών νυν, ώσπερ στρουθίον τάχος έπέτασας». Και άκροτελεύτιον,ύστερον από τόσα και τόσα τραγούδια του Θεού, τα όποία προ τριών ήμερων είχε προφητεύσει ότι δεν θα ήδύνατο να τ' άκούση, το: «Άλγος τω Αδάμ έχρημάτισεν, ή του ξύλου άπόγευσίς πάλαι έν Έδέμ, ότε όφις ιόν έξηρεύξατο». Αλλά τα ήκουε τάχα ή αγνή ψυχή, αν ό άγγελός της της επέτρεπε να περιίπταται έκεί γύρω; ·


Από το βιβλίο «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης-Άπαντα''(τόμος Δ)εκδ.Δομός