Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Στον εσπερινό της συγχωρήσεως-Διήγημα

῾Ο ᾿Αντώνης ὁ Μητσάκος ἦταν σκληρός ἄνθρωπος. Αὐτό τό ἄκουσα πολλές φορές από πολλούς. Κακός ὅμως δέν ἦταν. Κι αὐτό το άκουσα. Κανέναν ποτέ δέν ἀδίκησε καί ἦταν καί φιλάνθρωπος. ῞Ενα σωρό ἄνθρωποι, κατά πώς λέγανε, εὐεργετήθηκαν ἀπό τόν ᾿Αντώνη καί τοῦ χρωστοῦσαν μεγάλη χάρη.Κι ὅμως, ὁ ᾿Αντώνης ὁ Μητσάκος ἦταν σκληρός, πολύ σκληρός σ᾿ ὅποιον τοῦ ἔφταιγε. «Δέν μπαίνω στά χωράφια κανενός», ἔλεγε στρίβοντας τό μουστάκι του, «καί δέ θέλω νά μπαίνει κανείς στά δικά μου». Κι ὅταν ἔλεγε «χωράφια» ἐννοοῦσε καθετί πού τόν ἀφοροῦσε. Μέ τόν πατέρα μου παλιότερα ἦταν πολύ καλοί φίλοι, μά κάποτε ψυχράθηκαν. Δηλαδή ὁ κυρ-Αντώνης ψυχράθηκε, ἐπειδή ὁ πατέρας μου τόλμησε σάν φίλος νά τόν συμβουλεύσει νά ἀφήσει τόν Μιχάλη, τόν γιό του, νά σπουδάσει δάσκαλος, πού ἦταν τό ὄνειρό του καί ὄχι πολιτικός μηχανικός, πού τόν ἤθελε ὁ πατέρας του. Τέλος πάντων, αὐτός ὁ καλός -κατά τά ἄλλα- ἄνθρωπος βρέθηκε νά εἶναι κακιωμένος μέ τό μισό χωριό. ῎Οχι πού δέν τόν στενοχωροῦσε αὐτό, ὄχι πού δέν ἤθελε νά τά ἔχει μέ ὅλους καλά, μά νά, τό θεωροῦσε θέμα ἀξιοπρέπειας νά κρατᾶ πόζα καί τουπέ σ᾿ ὅποιον θεληματικά ἤ ἀθέλητα τοῦ ἔφταιξε. Στό χωριό μου ἐκεῖνα τά χρόνια δικό μας παπά δέν εἴχαμε. Μᾶς ἔστελναν ὅμως τίς Κυριακές καί τίς μεγάλες γιορτές ἱερέα καί μᾶς λειτουργοῦσε. Καί εἶναι ἀλήθεια πώς ὁ κόσμος τοῦ χωριοῦ μου τήν ἀγαποῦσε τήν ἐκκλησία καί κάθε φορά πού τελείωνε ἡ Λειτουργία, ἐκεῖ στήν αὐλή, οἱ μεγάλοι ἔκαναν πάντα τήν ἴδια συζήτηση. «Νά ᾿χαμε ἕναν δικό μας παπά! Νά ᾿χαμε ἕναν μόνιμο ἱερέα στό χωριό μας!» Καί ἐπειδή τίς ὄμορφες καί εὐσεβεῖς ἐπιθυμίες τίς ἀκούει ὁ Θεός, μᾶς ἔδωσε νά ἔχουμε τόν δικό μας παπά. Τόν θυμᾶμαι τήν πρώτη μέρα πού ἔφτασε μέ τή γυναίκα του καί τά τρία του παιδιά. Τόσο νέο ἱερέα μέ τόσο μαύρη γενειάδα πρώτη φορά ἔβλεπα. ῞Οταν πρωτολειτούργησε στήν ἐκκλησιά μας, ἦταν -τό θυμᾶμαι πολύ καλά- ἀρχή τοῦ Τριωδίου. Κάτι μᾶς εἶπε στό κήρυγμα γιά τόν Τελώνη καί τόν Φαρισαῖο μά, γιά νά εἶμαι εἰλικρινής, δέν θυμᾶμαι οὔτε λέξη. ᾿Εκεῖνο γιά τό ὁποῖο μπορῶ νά μιλήσω μέ σιγουριά εἶναι ὅτι κάθε φορά ἔβγαζε λόγο, πράγμα πρωτόγνωρο γιά τό χωριό μου, καί ὅτι μετά στήν αὐλή ὅλοι μιλοῦσαν μέ θαυμασμό καί εὐχαρίστηση γιά τόν νέο παπά.῾Ο π. Πέτρος σέ λιγότερο ἀπό ἔνα μήνα μᾶς εἶχε ἀγαπήσει καί εἶχε ἀγαπηθεῖ ἀπό μᾶς. Τήν τελευταία Κυριακή πρίν ἀπό τήν Καθαρά Δευτέρα, μόλις τελείωσε τό κήρυγμά του, μᾶς παρακάλεσε νά ξαναμαζευτοῦμε τό ἀπόγευμα στίς 5.00 ἡ ὥρα, γιά νά κάνουμε ὅλοι μαζί τόν ῾Εσπερινό τῆς Συγχωρήσεως. Οἱ χωριανοί μου κοιτάχτηκαν μέ ἀπορία. Πρώτη φορά ἄκουγαν γιά τήν ὕπαρξη ἑνός τέτοιου ῾Εσπερινοῦ. -Θέλω νά σᾶς παρακαλέσω, ἀδελφοί μου, ἱκέτευσε μέ τή θερμή νεανική φωνή του ὁ π. Πέτρος, νά ᾿ρθεῖτε ὅλοι, ἀπό τόν πιό μικρό μέχρι τόν πιό μεγάλο. Δέ θά ἤθελα νά λείπει κανείς. Θές ἡ περιέργεια γιά τήν καινούργια ἀκολουθία πού δέν ξέραμε, θές ἡ ἐπιθυμία νά μή λυπήσουμε μέ τήν ἀπουσία μας τόν νέο μας παπά, μᾶς ἔφεραν ὅλους ἀνεξαιρέτως στόν ῾Εσπερινό. Πολλά πράγματα ἀπό τόν ῾Εσπερινό δέν καταλάβαινα, οὔτε καί τίς εὐχές πού διάβαζε μέ τόση κατάνυξη ὁ ἱερέας καταλάβαινα, ἀφοῦ ἤμουν ἀκόμη παιδί. ῎Ενιωσα ὅμως μέσα σέ κείνη τή γεμάτη θεϊκό θάμπος ἀτμόσφαιρα πώς κάτι ξέχωρο, κάτι συγκλονιστικό ζοῦσαν οἱ μεγάλοι. Μίλησε καί πάλι ὁ π. Πέτρος, κι ἐγώ κρεμάστηκα ἀπό τά χείλη του. Μᾶς διηγήθηκε, θυμᾶμαι, τήν ἱστορία τοῦ ἁγίου Διονυσίου, πού συγχώρεσε τόν φονιά τοῦ ἀδελφοῦ του, καί εἶδα γιά πρώτη φορά δάκρυα ἱερέα νά βρέχουν τά γένια του. -Δέν σᾶς γνωρίζω ἀκόμη καλά, ἀδελφοί μου, κατέληξε ὁ ἱερέας, μά κι ἄν μιά μέρα ἦταν ἡ ζωή μας σέ τούτη τή γῆ σέ κάποιον θά φταίγαμε, κάποιον θά λυπούσαμε. Γι᾿ αὐτό ἀπόψε, σᾶς παρακαλῶ, νά συγχωρεθοῦμε ὅλοι, νά μποῦμε καθαροί, πεντακάθαροι, στήν ἁγία Σαρακοστή. Γύρισα αὐθόρμητα καί κοίταξα τόν κυρ-᾿Αντώνη. Τά δάκρυά του εἶχαν φτάσει ὥς τά μουστάκια του. -Λοιπόν, ἐξακολούθησε ὁ παπάς, θά περάσετε ὅλοι πρῶτα ἀπό μένα κι ὕστερα ἀπ᾿ ὅλους τούς συγχωριανούς σας γιά νά συγχωρεθοῦμε. -Πρῶτος ἐγώ, πάτερ μου, πρῶτος ἐγώ, γιατί ἐγώ ἔχω νά συγχωρεθῶ μέ τούς περισσότερους. Γυρίσαμε ὅλοι ξαφνιασμένοι καί κοιτάξαμε τόν πιό σκληρό ἄνθρωπο τοῦ χωριοῦ, τόν ᾿Αντώνη τόν Μητσάκο, πού ἤδη προχωροῦσε κι ἔφτανε μπροστά στήν ῾Ωραία Πύλη ὅπου στεκόταν ὁ ἱερέας. ῎Εκανε μιά ἐδαφιαία μετάνοια μπροστά στόν παπά καί τοῦ φίλησε τό χέρι. ῞Υστερα γύρισε καί μᾶς κοίταξε ὅλους μέ μάτια δακρυσμένα.- Χωριανοί, συγχωρέστε με γιά ὅλα ὅσα σᾶς ἔφταιξα, μά πιό πολύ γιατί δέν ἤθελα νά συγχωρῶ. ῞Ενας ψίθυρος χαρούμενος ἀκούστηκε καί τότε ἄνοιξαν οἱ ἀγκαλιές. Εἶδα τόν κυρ-᾿Αντώνη στήν ἀγκαλιά τοῦ πατέρα μου κι ὕστερα στήν ἀγκαλιά τοῦ ἀδελφοῦ του. Πέρασε ἀπό ἀγκαλιά σέ ἀγκαλιά, ἔσφιξε χέρια, φίλησε παιδιά καί στό τέλος πῆγε καί στάθηκε μπροστά στή γυναίκα του -Πολύ σέ παίδεψα, γυναίκα, τῆς εἶπε, συγχώρα με κι ἄς μέ συγχωρέσει κι ὁ Θεός.᾿Από κείνη τή χρονιά κι ἀπό κεῖνον τόν ῾Εσπερινό τῆς Συγχωρήσεως, μικροί μεγάλοι ξέραμε πιά πώς στό χωριό μας κάθε ἔχθρα, σοβαρή ἤ ἀσήμαντη, θά ἔσβηνε τό πολύ σ᾿ ἕνα χρόνο. ῾Η ἀλήθεια βέβαια εἶναι πώς ὁ π. Πέτρος, ἄγρυπνος πάντα πάνω στό ποίμνιό του, δέν ἄφηνε τίς καταστάσεις νά χρονίσουν. Μά ἦταν κι ὁ ᾿Αντώνης ὁ Μητσάκος πού πλάι στόν παπά ἔτρεχε νά φιλοτιμήσει, νά παροτρύνει, νά συμβουλεύσει. Κι ἄν κάπου ἔβρισκε ἀντίσταση, δέν τά ἔχανε οὔτε τά παρατοῦσε. «Σκληρότερη πέτρα ἀπ᾿ τήν καρδιά μου», ἔλεγε, «δέν ὑπῆρχε· κι ὅμως ὁ Χριστός τήν ἔσπασε καί τήν ἔκανε πηλό.» Κι ἄκουγα πολλούς νά λένε ἀπό τότε πώς «ὁ ᾿Αντώνης ὁ Μητσάκος μέ φίλιωσε μέ τόν τάδε», κι ὅλο τό χωριό τόν σεβόταν καί τόν ἀγαποῦσε. Μά πιό πολύ, θαρρῶ, πώς τόν ἀγαποῦσε ὁ παπάς.

Ε.Β.
ΠΗΓΗ

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

Μην αναβάλλεις την μετάνοια για αύριο...

Να δοκιμάσουμε να γίνουμε ένα με το Χριστό. Αρχίζοντας σήμερα, αρχίζοντας τώρα. Τώρα να βάλουμε μια αρχή για τη σωτηρία μας, να πάρουμε την απόφαση: «Κύριε εγώ αμάρτησα μέχρι τώρα. Είπα ψέματα, έκανα κακό στους άλλους, κατέκρινα, υπερηφανεύτηκα, πόρνεψα- τώρα Χριστέ βοήθησέ με να κάνω μια νέα αρχή. Πιστεύω σε εσένα και ότι με θέλεις κοντά Σου» Γιατί ο Χριστός λέει: «Κάνε σήμερα το πρώτο βήμα προς Εμένα! «Και ο διάβολος λέει: «Κάνε το, κάνε το αλλά όχι σήμερα! Μετανόησε, μετανόησε αλλά όχι σήμερα! Αύριο!
Κάποιος έλεγε ότι τα πρώτα εκατό χρόνια είναι δύσκολα. Δε θα ζήσουμε αιώνια σ’ αυτόν τον κόσμο. Ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος έλεγε : «Μην αναβάλλεις τη μετάνοια για αύριο! Αυτό το αύριο δεν έχει τελειωμό».Μέχρι το τέλος της ζωής θα υπάρξει ακόμη ένα αύριο, αύριο, αύριο και ίσως χιλιάδες αύριο να έχεις, αλλά ίσως να μην τα πιάσεις. Αλλά τα αύριο δεν τελειώνουν και εσύ ίσως αύριο να πεθάνεις αμετανόητος. Ν’ αφήσουμε το αύριο στα χέρια του Θεού. Εμείς γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε σήμερα, εδώ και τώρα.
Ο Αγ. Γρηγόριος ο Διάλογος, πάπας Ρώμης έλεγε:
«Εκείνος που υποσχέθηκε την άφεση των αμαρτιών, δεν υποσχέθηκε σ’ εκείνον που αμαρτάνει ότι θα ζει μέχρι την επόμενη μέρα». Ο Χριστός δεν μας είπε : «Θα ζήσετε μέχρι αντιμεθαύριο, εξομολογηθείτε σήμερα ή αύριο».
Θυμηθείτε τον Αγ. Ιωάννη τον Πρόδρομο ¨ Μετανοείτε ότι ήγγικεν η Βασιλεία των Ουρανών και αν εμείς μείνουμε μακριά από τη μετάνοια, απομακρυνόμαστε από τη Βασιλεία των Ουρανών. Ο Μέγας Βασίλειος λέει: «Δεν πρέπει ν’ αναβάλουμε την ημέρα που θα διορθωθούμε, επειδή τίποτα δεν είναι σίγουρο για εμάς». Όποιος ζει σκεπτόμενος ότι ίσως την άλλη ημέρα θα πεθάνει, εκμεταλλεύεται στο μέγιστο βαθμό τα τάλαντα που του έδωσε ο Θεός. Να μην πεθάνουμε με τα τάλαντα στην τσέπη. Να μη ζούμε χωρίς ν’ αξιοποιούμε ότι μας δίνει ο Θεός

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

Ας στρώσουμε και πάλι το οικογενειακό τραπέζι

«Ας στρώσουμε και πάλι το τραπέζι». Να και κάτι θετικό στη σημερινή κρίση. Επιστροφή στις παραδοσιακές άξιες. «Όλο και πιο συχνά ακούω γύρω μου ότι θα επιστρέψουμε ως κοινωνία σε κάτι πιο σταθερό. Ή ανάγκη υπάρχει και δεν βλέπω την ώρα να δώ κάποιες αλλαγές στην πράξη. "Εμείς ξαναστρώνουμε το οικογενειακό τραπέζι μια φορά την εβδομάδα", μου έλεγε φίλος πού τα τελευταία χρόνια τα μέλη της οικογένειας του έτρωγαν ό καθένας σε δικό του ωράριο, κυρίως στα γόνατα και μπροστά στην τηλεόραση ή και στον υπολογιστή ακόμα. Στο δικό του σπίτι βρήκε πάλι θέση το τραπεζομάντηλο και σταδιακά επανέρχεται μια σχετική τελετουργία γύρω από το φαγητό...» («Καθημερινή» 15.1.2011). Ενθαρρυντικό το γεγονός και μακάρι να γενικευθεί. Γιατί το σπίτι μας, το σπίτι πού μας μαζεύει, δεν είναι οι άψυχοι τοίχοι. Είναι ή εστία πού μας προσφέρει τη ζεστασιά της καλοσύνης. Ιδιαίτερα για τα παιδιά και τούς νέους πρέπει να είναι το θερμοκήπιο της αγάπης μέσα στη βαρυχειμωνιά της αδιαφορίας, συντελεστής πνευματικής υγείας και ψυχοσωματικής ισορροπίας. Παιδιά χωρίς σπίτι στοργής είναι πουλιά χωρίς φωλιά, εκτεθειμένα στις καταιγίδες των πειρασμών και των παγίδων.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ
Δυστυχώς άλλες επείγουσες ανάγκες της εποχής μας, έχουν στρέψει άλλου την προσοχή μας και γι' αυτό παραμελήσαμε το σπίτι μας, τη σπουδαιότητα του, ως κέντρου της ζωής μας. Αυτό έρχονται τώρα να μας τονίσουν παιδαγωγοί και ψυχολόγοι:«Σύμφωνα με έρευνα Ισπανών επιστημόνων ή ψυχική υγεία των έφηβων συνδέεται άμεσα με την οικογένεια τους, συγκεκριμένα με τον αριθμό των οικογενειακών γευμάτων στα όποια συμμετέχουν. Όσο περισσότερο κάθονται οι έφηβοι στο ίδιο τραπέζι με τούς γονείς τους, τόσο καλύτερη ή κατάσταση της ψυχικής υγείας τους. Το γεγονός αποδίδεται στο ότι ό χρόνος γύρω από το οικογενειακό τραπέζι είναι χρόνος ποιότητος και ηρεμίας, κατά τον όποιο τα παιδιά επικοινωνούν με τούς γονείς και τα αδέλφια τους. Οι ερευνητές ανακάλυψαν ακόμα ότι οι πιο ψυχολογικά υγιείς έφηβοι συμμετείχαν επίσης με μεγαλύτερη συχνότητα στις οικογενειακές γιορτές και εκδρομές καθώς και άλλες δραστηριότητες». Σε παρόμοια συμπεράσματα είχαν καταλήξει και στις Η.Π.Α.:«Επιστροφή στη σπιτική θαλπωρή. Το ιδεώδες της κατοικίας ως χώρου εκφράσεως και αναψυχής κατακτά σιγά-σιγά τον σύγχρονο άνθρωπο» τονιζόταν και στο βιβλίο «Κατοικία: Σύμβολο, Δομή και Τόπος» πού εκδόθηκε από το Μουσείο Κούπερ Χιούιτ
«ΖΩΗ»24/02/2011
Πηγή

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Τα τραγούδια του Θεού-Ο Αλεξ.Παπαδιαμάντη για τον Αγ.Νικολάο Πλανά


Σπύρου Καρδαμάκη Άπό Πειραική Εκκλησία
Εκτοτε απουσίασα από τάς Άθήνας.Είχα ένθυμηθη τούς πτωχούς οΐκείους, είς την μικράν πατρίδα μου, μακράν της όποίας είχα ζήσει, εκ μικρών διαλειμμάτων, υπέρ το ήμισυ τής ζωής μου.Όταν τέλος με είχον βαρυνθη κ' έκεό, έτόλμησα, μετά τρία έτη να επανέλθω είς την πρωτεύουσαν, με την άμυδράν ελπίδα όιι δεν θα έγενόμην και πάλιν βαρετός ε'ΐδ τούς φίλους μου.
Άφοϋ έκρύβην επί εβδομάδα είς ταπεινόν τίνα ξενώνα, επήγα λάθρα μίαν πρωίαν να ανταμώσω τον φίλον μου Νικόλαν τον Μπούκην. Φευ! τί έμαθα;Ή μικρά Κούλα, ήτΐς ήγε τώρα το ένδέκατον έτος τής ήλικίας τη, ήτον άρρωστη βαριά! Είχε δέκα ήμέρας στο κρεβάτι, κι ό ΐατρός είπεν ότι ήτο κακός πυρετός, ίσως τυφοειδοϋς φύσεως.
Επήγα  κατ' εύθείαν από το όπωροπωλείον, όπως με προέτρεψεν ό Νικό­λαε, δια να βοηθήσω με λόγια και ενθαρ­ρύνω την μητέρα. Ή πτωχή, ήτις την ήγάπα ώς να ήτο γέννημα των σπλάγχνων της, ϊσως και περισσότερον, έχάρη άμα με εϊδεν, είτα μου έδειξε την κλίνην. Ή μικρά Κούλα ήτο ισχνή, κάτωχρος, πυρέσσουσα, κ' εκείτο σχεδόν αναίσθητος επί τής κλίνης. Είπα εϊς την μητέρα τα συνήθη λόγια της παρηγορίας και της ένθαρρύνσεως, έμεινα δύο ώρας έκεί, είτα επανήλθα πάλιν το δειλινόν, και την νύκτα, καΐ την άλλην πρωίαν.Ή Κούλα έβαινε χειρότερα. Είτα, την τρίτην ήμέραν, έφάνη να είχε βελτιωθη κάπως, και ησθάνετο.Ή μητέρα της μου είπε να πλησιάσω καΐ να της ομιλήσω.
— Περαστικά, Κούλα. Δεν έχείς τίποτα, κορίτσι μου.
—Ά! μπάρμπ'Αλέξανδρε, έψέλλισεν άσθενώς. Πότε θα μου πής πάλι τα θεία... τραγούδια;
—Όποτε θέλεΐς. Κούλα μου. "Αμα γίνη αγρυπνία εΐς τον "Αγιον Έλισσαίον να έλθης, να σου τα πω.
Να μου τα πής. Μα θα τ' ακούσω;
"Αμα προσέχης, θα τ' άκούσης... "Ωχ!
Έστέναξεν, έκλεισε τα όμματα, και δεν μου ώμίλησε πλέον. Έφαίνετο ότι είχε πολΰ κουρασθη (έφερεν άσθενώς την ΐσχνήν χείρα πρός το ούς ενώ έψέλλιζε.
Φαίνεται ότι είχε πάθει βαρυηκοΐαν ένεκα της νόσου). Της έφεραν χρίσμα, έλαιον από την κανδήλαν.Αύτη ανέλαβε προς στιγμήν τάς αίσθήσεΐς της, κ' έψιθύρισε:
Μοσχοβολά ή ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ηρεμία, θα πλέψω καλά.
Μετά τρεις ήμέρας την προεπέμπομεν εϊς τον τάφον. Οί επαγγελματικοί ίερεΪς κ' οί ψάλται έψαλλον τα κατά συνθήκην, από την «Άμωμον όδόν» έως τον «Τελευταίον άοπασμόν». Μόνος ό παπα-Νικόλας άπ' τον ΆιΓιάννη του Άγροϋ, ό Ναξιώτης, έφαίνετο ότι έκανε χωριστήν άκολουθίαν, έμορμύριζε μέσα του, και τα όμματα του έφαίνοντο δακρυσμένα.
Τί μουρμουρίζεις, παπά; του είπα, από το όπισθεν του στασιδίου, οπού είχεν άκουμβήσει.
;Λέγω την άκολουθίαν των Νηπίων μέσα μου, είπεν ό παπα-Νικόλας. Εΐς αυτό το άκακον αρμόζει ή κηδεία των νηπίων.
Τω όντι κ' εγώ, με όλον τον πόνον και τα δάκρυα μου,είχα άναλσγισθη έκείνην την στιγμήν την άκολουθίαν των Νη­πίων. Και άκουσίως έλεγα μέσα μου τα τραγούδια του Θεοϋ: «Των του κόσμου ηδέων άναρπασθέν άγευστον» και «ώς καθαρόν. Δέσποτα, στρουθίον πρός καλιάς έπουρανίους εσωσας» και «του Αβραάμ, εν κόλποΐς, εν τόποις άνέσεως,
ένθα το ΰδωρ εστί το ζών, τάξαι σε Χριστός ό δι' ήμας νηπιάσας» και «οΐδ άριθμοίς το πλάσμα σου,νήπιον φοιτήσαν τανΰν πρός σε».
Και αντί του «Δεύτε τελευταϊον», «Ω τΐς μη θρηνήσει, τέκνον μου, ότι βρέφος άωρον εκ μητρικών άγκαλών νυν, ώσπερ στρουθίον τάχος έπέτασας». Και άκροτελεύτιον,ύστερον από τόσα και τόσα τραγούδια του Θεού, τα όποία προ τριών ήμερων είχε προφητεύσει ότι δεν θα ήδύνατο να τ' άκούση, το: «Άλγος τω Αδάμ έχρημάτισεν, ή του ξύλου άπόγευσίς πάλαι έν Έδέμ, ότε όφις ιόν έξηρεύξατο». Αλλά τα ήκουε τάχα ή αγνή ψυχή, αν ό άγγελός της της επέτρεπε να περιίπταται έκεί γύρω; ·


Από το βιβλίο «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης-Άπαντα''(τόμος Δ)εκδ.Δομός

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Η ιστορία της Ναντέζντα-Ακροβατώντας μεταξύ Ισλάμ και Χριστιανισμού

Η Ναντέζντα γεννήθηκε στη Μόσχα το 1976. Είναι παντρεμένη έχει δύο παιδιά και ασχολείται με τη ψυχολογία της οικογένειας τον τουρισμό και την αραβική κουλτούρα.


«Γεννήθηκα στη Μόσχα , η μαμά μου είναι Μοσχοβίτίσσα και ο πατέρας μου είναι Λιβανέζος. Όταν ήμουν τριών χρονών και έμενα και με τον αδερφό μου μας έστειλαν στο Λίβανο επειδή ήμασταν συχνά άρρωστοι και το να μας φροντίζουν ξεπερνούσε τις δυνάμεις τους επειδή οι γονείς μας ήταν φοιτητές, ενώ στο Λίβανο μας περίμεναν φρούτα και ήλιος.
Έζησα με τους παππούδες μου. Η γιαγιά μου Ασμάτ ήταν μια αφοσιωμένη μουσουλμάνα και μια υπάκουη σύζυγος. Είχε παντρευτεί με το παππού όχι από αγάπη αλλά επειδή έτσι το θέλησαν οι γονείς της και γέννησε τέσσερις κόρες και ένα γιο. Συνήθιζε να ξυπνάει πολύ πρωί για να ετοιμάζει πρωινό στο σύζυγο της και έπειτα καθάριζε το εκατό τετραγωνικά σπίτι εκατοστό με εκατοστό. Τη ίδια στιγμή κατάφερνε να μαγειρεύει τεράστιες κατσαρόλες κι ποτέ δεν έκαιγε το φαγητό
Η γιαγιά προσευχόταν πέντε φορές την ημέρα αφού πρώτα έπλενε τα πόδια της, το πρόσωπο της και με ένα ξεχωριστό τρόπο τα χέρια της Ήξερα πως δεν έπρεπε να την ενοχλώ και μόνο τη κοίταζα.
Όταν το βράδυ έρχονταν ο παππούς στο σπίτι έπρεπε να ξεκουραστεί. Τρέχαμε προς αυτόν και του φιλούσαμε το χέρι που μας φέρνει ψωμί, το χέρι του γηραιοτέρου άνδρα της οικογένειας. Μου άρεσε αυτό το τελετουργικό και ακόμη φιλώ το χέρι του πατέρα μου ως ένδειξη σεβασμού
Η μάνα μου με βάφτισε όταν ήμουν έξι χρονών. Θυμάμαι την εκκλησία στο κέντρο της Μόσχας. Υπήρχε πολύς κόσμος εκεί. Ο ιερέας διάβαζε μια ευχή και εγώ αισθάνθηκα ειρήνη στη ψυχή μου .Η μητέρα μας ζήτησε μα μη πούμε τίποτα στον πατέρα. Στα δώδεκά μου η μητέρα μας πήγε στη Μονή Νοβοντεβίτσι. Ήταν η ώρα της Θείας Λειτουργίας. Όλα γύρω μου ήταν τόσο μεγαλειώδη και φωτεινά. Σε αυτό το μέρος αισθανόμουν πολύ καλά και δεν ήθελα να φύγω. Έπειτα η μητέρα συναντήθηκε με τον π.Μιχαήλ ο οποίος άρχισε να μας μαθαίνει την οδό της Αλήθειας. Αρχίσαμε να προσευχόμαστε να νηστεύουμε και να πηγαίνουμε στις ακολουθίες. Το πιο δύσκολο ήταν να κρύψουμε τις σκέψεις μας και τους σταυρούς μας από τον πατέρα.
Όταν το έμαθε ο πατέρας θύμωσε πολύ και φώναζε ότι αυτός ποτέ δεν μας είχε μιλήσει για το Ισλάμ για να αποφασίσουμε μόνοι μας όταν θα μεγαλώσουμε. Τότε εμείς αρχίσαμε να προσευχόμαστε και να πηγαίνουμε στην Εκκλησία φανερά. Ο πατέρας άρχισε να διαβάζει το κοράνι με δυνατή φωνή και να κυρήττει το Ισλάμ. Σταδιακά όχι μόνο υποχώρησε αλλά άρχισε να έρχεται μαζί μας στην εκκλησία.
Στα 17 μου άρχισα να φοιτώ στο Θεολογικό Ινστιτούτο Μπαγκοσλόβσκι. Ο πατέρας με ρωτούσε για τη πίστη, τη διδασκαλία και τα διδάγματα της Ορθοδοξίας ενώ εγώ προσπαθούσα να του μεταδώσω όσα μάθαινα. Όσο πιο πολύ μελετούσα τόσο καταλάβαινα ότι τα πάντα στην Ορθοδοξία έχουν μια βαθιά σημασία.
Ο πατέρας ήρθε προς τον Κύριο σαν τον άπιστο Θωμά! 
Πρώτα συνέβη ένα θαύμα στη μονή Ντιβειεβσκι:
Εγώ και η αδερφή μου η Νατάσα επήγαμε στο αρχονταρίκι που μας περίμενε ο πατέρας. Τον είχε πείσει η μητέρα να έρθει μαζί μας. Τότε άρχισε να μας ειρωνεύεται και να λέει ότι αν όλα αυτά είναι αληθινά θα έβλεπε κάποιο όνειρο! Το πρωί μας ξύπνησε με τις φωνές του «Γιατί δεν ήρθατε όταν σας φώναζα;» Του είπαμε ότι δεν ακούσαμε τίποτα. Τότε μας είπε ότι είδε στο όνειρο του τη Παναγία και του έστειλε από τον ουρανό μια εικόνα. Αυτή ερχόταν σιγά- σιγά προς εκείνον. Ο πατέρας φώναζε αλλά κανείς δεν τον άκουσε. Άνοιξε τα μάτια του μόλις η εικόνα ακούμπησε το μέτωπο του. Αμέσως κατάλαβα ότι γινόταν λόγος για την πολυαγαπημένη εικόνα του Αγ. Σεραφείμ του Σαρώφ, “Umilenie”, αλλά είπα στο πατέρα μου να ψάξει στην εκκλησία μήπως τη δει. Μετά τη λειτουργία τον άκουσα να φωνάζει: «Νάτη ! Παναγία ελέησε με». Γονάτισε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας έκανε το σταυρό του και προσκύνησε! Σύντομα ο πατέρας μου βαπτίστηκε.
Μου αρέσει πως απάντησε σε εκείνους που τον κατηγόρησαν για αυτό «Πείτε μου ποιος είναι πιο καθαρός . Ο Χριστός ο οποίος προσευχήθηκε και δίδαξε ή ο Μωάμεθ ο οποίος είχε 14 γυναίκες και η νεότερη ήταν 9 ετών;» Οι συγγενείς του πιστοί μουσουλμάνοι έμειναν άφωνοι!
Ένα άλλο θαύμα έγινε στα Ιεροσόλυμα. Το καλοκαίρι του 1995 επήγαμε στους Αγίους Τόπους. Ήταν ένα αξέχαστο ταξίδι! Θυμάμαι που επήγαμε μαζί με το πατέρα μου και κάποιες καλόγριες στο στυλό που μαστίγωσαν το Χριστό. Εάν κολλήσεις το αυτί σου σε αυτό το στύλο μπορείς να ακούσεις τα μαστίγια και τις φωνές πόνου. Εγώ και ο πατέρας τις ακούσαμε ενώ οι μοναχές μας κοιτούσαν απορημένες προσπάθησαν πιο πολλές φορές αλλά δεν κατάφεραν να ακούσουν. Έτσι μας αξίωσε ο Θεός να ζήσουμε ένα θαύμα!
Στο Λίβανο έχω θείες, θείους και ξαδέρφια τους οποίους αγαπώ πολύ. Όλοι είναι μουσουλμάνοι. Ποτέ δεν έκρυψα την Ορθόδοξη πίστη μου. Στην αρχή κοίταζαν έκπληκτοι και τρομαγμένοι. Ένας μουσουλμάνος πατέρας έπρεπε να έχει παιδιά και σύζυγο μουσουλμάνους. Τους μιλούσα στα αραβικά στα αγγλικά και στα γαλλικά προσπαθώντας να τους εξηγήσω τις βασικές αρχές της πίστεως μου. Επέμενα στο γεγονός ότι όντας Ρωσίδα και διαβάζοντας την ιστορία της Ρωσίας,μπορούσα ξεκάθαρα να δω ότι χωρίς τη βοήθεια της Παναγίας και την ευλογία του Αγ. Σέργιου του Ράντονεζ και άλλων αγίων δεν θα μπορούσαμε να αντέξουμε τις επιθέσεις των επίδοξων κατακτητών. Αυτό το επιχείρημα φαινόταν να τους έχει πείσει και έτσι με άφησαν ήσυχη. Συνήθιζαν μόνο σιωπηλά να μου βάζουν το σταυρό μέσα από τη μπλούζα. Εγώ πάντως ξέρω ότι προσευχόμασταν οι μεν για τους δε με πολλή αγάπη»



http://proskynitis.blogspot.com

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Ανατολική Διδακτική Διήγηση...

Οταν βρισκόμουνα στην Γερμανία, άκουσα σ’ένα κήρυγμα διασήμου γερμανού ιεραποστόλου και ιεροκήρυκα μια βαθυστόχαστη και συμβολική διήγηση, παρμένη από συλλογή σοφών θρύλων και μύθων της Ανατολής. Τη διήγηση αυτή διάβασα αργότερα και σ' ένα από τα εποικοδομητικά βιβλία, που ό ίδιος ιεραπόστολος έχει γράψει, και στη συνέχεια την παρέθεσα σε νεοελληνική μετάφραση σ' ένα από τα δημοσιεύματα μου. Κρίνω σκόπιμο να την υπενθυμίσω στους αναγνώστες του «Εφημερίου», διότι είναι ωφέλιμη τόοον για την προσωπική ζωή τους, όσον και για το συμβουλευτικό τους έργο. Τι λέγει, λοιπόν, ή διήγηση αύτη;

Ήταν κάποτε ένας καλός βασιληάς. Ό γιός του είχε πάρει τον κακό δρόμο. Οι συμβουλές και τα φιλικά λόγια του πατέρα του, όπως κι οι διάφορες τιμωρίες, δεν ωφελούσαν σε τίποτε. Ό γιός εξακολουθούσε να ζή μέσα στην αμαρτία. Τέλος ό πατέρας, καθώς ήταν απελπισμένος, απεφάσισε να χρησιμοποίηση και το έξης μέσο, για να διόρθωση το παιδί του.
Μια Κυριακή προσκάλεσε το γιό του στην αίθουσα τον θρόνου. Έκεϊ πάνω σ' ένα τραπέζι είχε τοποθετήσει ένα κύπελλο, γεμάτο από πολύτιμο αρωματικό λάδι. Το λάδι αυτό είχε παλαιότερα μεγάλη αξία στην Ανατολή. Τέτοιο λάδι ειχεν ύπ' όψιν του κι ό Ψαλμωδός, όταν έλεγε: «Έλίπανας εν έλαίφ την κεφαλήν μου» (Ψαλμ.χβ 5). Μπροστά στο τραπέζι στέκονταν μόνο στρατιώτες της σωματοφυλακής του βασιλέως με τα ξίφη τραβηγμένα έξω άπ' τη θήκη. Δίπλα στο κύπελλο με το λάδι βρισκόταν ένας χάρτης με το σχεδιάγραμμα των οδών της πόλεως.
Τότε ό πατέρας είπε στον γιό του: «θα κάμης μια μικρή περιοδεία μέσα στην πόλη. Μέσα στον χάρτη αυτόν σου σημείωσα ένα δρόμο, πού θα άκολουθήσης. Θα ξεκινήσης τώρα αμέσως, κρατώντας μπροστά σου αυτό το γεμάτο κύπελλο. 'Αλλοίμονό σον, αν στο δρόμο σου χυθή έστω και μια μόνο σταγόνα .απ’ το πολύτιμο αυτό λάδι. Οι δυό στρατιώτες έχουν αυστηρή διαταγή να σε αποκεφαλίσουν αμέσως. Γνωρίζεις δε, πώς οι διαταγές μου είναι γι' αυτούς απολύτως δεσμευτικές».
Ό γιός ξεκινάει κάνοντας ο,τι τον διέταξε ό πατέρας τον, Άφοϋ πέρασε αρκετός χρόνος, ξαναγυρίζει πίσω. Δεν τον είχε χυθή ούτε μια σταγόνα λαδιού.
«Τϊ είδες, παιδί μου, στον δρόμο;», έρώτησε ό πατέρας. «Τίποτα!», ήταν ή άπάντηση του γιού.
«Τι; Δέν είδες τίποτα; Μα σήμερα είναι ή έμποροπανήγυρις της χρονιάς! Παντου υπάρχουν χρωματιστές ρεκλάμες, πού προσκαλούν στους τόπους της διασκεδάσεως. Παντου στους δρόμους ύπάρχουν διάφορα θεάματα, γελωτοποιοί και θαυματοποιοί. Δεν είδες τίποτα από όλα αυτά;».«"Οχι, πατέρα! 'Απ' όλα αυτά δεν είδα τίποτα».
«Μα αν δεν είδες τίποτα, τότε τί άκουσες στο δρόμο;», ρώτησε πάλιν ό πατέρας.
«Τΐποτα», ήταν πάλιν ή άπάντησις του γιου.
«Τι; Δεν άκουσες τις φλογέρες; Δεν άκουσες τις τρομπέττες και τόσα άλλα μουσικά όργανα; Δεν άκουσες όλους αυτούς, πού διαφήμιζαν τα κέντρα της διασκεδάσεως; Δεν άκουσες όλα αυτά, πού άλλοτε τόσον πολύ σου τραβούσαν την προσοχή;»,
«Πατέρα μου, μόνον ένα πράγμα αντηχούσε στ' αυτιά μου, ό σοβαρός λόγος σου: «'Αλλοίμονό σου, αν στον δρόμο σου χυθή έστω κάί μια σταγόνα άπ' το πολύτιμο αυτό λάδι». Γι' αυτό ένα μόνο πράγμα έβλεπα: το λαδί αυτό. "Ολη μου ή προσοχή ήταν συγκεντρωμένη σ' αυτό. Έτρεμα μήπως μου χυθή μια σταγόνα. Πατέρα μου, σ΄ ευχαριστώ για αυτό το μάθημα, πού μου έκαμες. Τώρα ξεύρω πια τι πρέπει να κάμω, για να μη με αίχμαλωτίζη το κακό. Πατέρα μου, με έσωσες».
Αλήθεια, πολύ διδακτική είναι ή ωραία αυτή διήγηοις. Ιδιαίτερα χρήσιμη είναι για τους ιερείς. "Οταν ένα πνευματικό τους τέκνο λέγη σ' αυτούς πώς δεν μπορεί ν' απαλλαγή άπ' τις κακές συνήθειες και τα πάθη του, ίσως θα μπορούσαν να του διηγηθούν τον ανατολικό αυτό συμβολικό μϋθο, που μπορεί να υπενθύμιση πολλές χριστιανικές αλήθειες: "Ολοι μας είμαστε παιδιά του Υψίστου Βασιλέως και κληρονόμοι του Θεοϋ. Ό Χριστός σταυρώθηκε και αναστήθηκε για μας. Πρέπει λοιπόν να στρέφωμε διαρκώς τη σκέψη μας στο σωτηριώδες έργο του Χρίστου και στο αίμα Του, πού έτρεξε από τις άγιες πληγές Του πάνω στον Σταυρό. Ούτε μια σταγόνα από το πολύτιμο αυτό αίμα δεν πρέπει για μας να είναι χαμένη. Ή σκέψη αυτή θα μας βοηθή να έχωμε μάτια κι αυτιά όχι για τα απατηλά θέλγητρα της αμαρτίας, αλλά μόνο για την όμορφη και αληθινά ευτυχισμένη ζωή, την οποία μας χαρίζει ό Χριστός.
"Ας χρησιμοποιούν λοιπόν οι ιερείς μας -ιδίως οι έξομολόγοι- τη σοφή διήγηση της Ανατολής στο συμβουλευτικό τους έργο για εκείνους, πού παρασύρονται εύκολα στην αμαρτία. Άλλα ας ενθυμούνται και οι ίδιοι για την προσωπική τους ζωή τη βαθυστόχαστη αλήθεια της αποστολής τους όταν έχουν συνείδησι, ότι τα χέρια τους κρατάνε συχνά το Σώμα και Αίμα του Κυρίου, όταν ενθυμούνται διαρκώς, ότι είναι διάκονοι του Επουρανίου Βασιλέως και φρουροί ουρανίων θησαυρών, τότε θα είναι προσεκτικοί σε όλες τους τις εκδηλώσεις.


Β.Τραλλιανού περιοδικό ''Εφημέριος''

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Αγία Γοργονία-Ένας πρότυπος βίος για όλες τις γυναίκες


Η μακαρία Γοργονία [23 Φεβ.] ήταν αδελφή του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου[25 Ιαν.] και θυγατέρα του Γρηγορίου Ναζιανζηνού του Πρεσβυτέρου [1η Ιαν.] και της αγίας Νόννας [5 Αυγ.]. Από το υποδειγματικό αυτό ζευγάρι δεν έλαβε μόνο την ύπαρξη, άλλα και τον ζήλο για την πίστη. Μεγάλωσε στην Ναζιανζό, αλλά πάντα θεωρούσε ως αληθινή πατρίδα της την ουράνια Ιερουσαλήμ και ότι η πραγματική ευγένειά της ήταν εκείνη της εικόνος του Θεού που από νεαρή ηλικία προσπαθούσε να καλλύνει με τα στολίδια των αρετών, ιδιαιτέρως δε την αγνεία στην οποία διέπρεπε. Νυμφευμένη με έναν κάτοικο του Ικονίου, τον Αλύπιο, με τον οποίο έκανε τρεις κόρες, επεδείκνυε στον γάμο την διάθεση των παρθένων αποκλειστικά προς τον Θεό και συμπαρέσυρε πίσω της τον σύζυγό της ως συναθλητήστους αγώνες Ατης αρετής.Διαφυλάσσοντας το βλέμμα της από κάθε άσεμνο θέαμα, κλείνοντας τα αυτιά της στις μάταιες συζητήσεις ώστε να ακούν μονάχα τα θεία και σωτήρια λόγια, έλεγχε τα ανάρμοστα γέλια μεταμορφώνοντάς τα σε ένα χαμόγελο που φώτιζε ειρηνικά την όψη της και γνώριζε, όπως κανείς άλλος, να συγκρατεί την γλώσσα της και να νοστιμεύει με άλας τα λόγια της ώστε να αποτελούν αίνους στον Κύριο. Αντίθετα με τόσες άλλες γυναίκες, δεν έχανε τον καιρό της σε επιπολαιότητεςούτε αντενεργούσε στην φυσική τάξη των πραγμάτων που θέλησε ο Θεός, φροντίζοντας για ενδύματα και στολίδια και παραμορφώνοντας το πρόσωπο της, εικόνα του Θεού, με πούδρες και ψιμύθια. Ένα καλλώπισμα μόνο γνώριζε, εκείνο της ψυχής από τις άγιες αρετές και το μόνο κοκκινάδι που έβαζε στο ωχρό από την νηστεία πρόσωπο της ήταν το ερυθρίασμα της αιδημοσύνης.Πρότυπο χριστιανής συζύγου, με την σοφία και την ευλάβειά της, ήταν για τους συγγενείς της, τους συμπολίτες αλλά και πολλούς ξένους, σύμβουλος εμβριθής σε πολλά λεπτά ζητήματα που αφορούν την συμ­περιφορά των χριστιανών στον κόσμο. Κανείς άλλος τα χρόνια εκείνα δεν μεριμνούσε τόσο για τους ναούς του Θεού, κανείς δεν απέτινε τόση τιμή στους ιερείς και στους κληρικούς, έχοντας πάντα γι’ αυτούς ορθάνοιχτη την θύρα της κατοικίας της. Δεν είχε εξάλλου τον όμοιό της στις ελεημοσύνες και στην συμπόνια για τους τεθλιμμένους, σε σημείο μάλιστα που θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν σαν τον δίκαιο Ιώβ: «οφθαλμός τυφλών, πους χωλών, η μητέρα των ορφανών...» (πρβλ. Ιώβ 29, 15). Μοίραζε όλα τα αγαθά της σε ελεημοσύνες κι έτσι όταν εξεδήμησε από την ζωή αυτή δεν άφησε πίσω της παρά μόνο το σώμα της· φρόντιζε, ωστόσο, πάντοτε να κρατά μυστικές τις αγαθοεργίες τηςΜία ημέρα είχε ένα τρομερό ατύχημα: ανατράπηκε η άμαξά της που την έσυρε στο χώμα για πολύ μεγάλη απόσταση· παρά ταύτα η αγία αρνήθηκε από αιδώ να δείξει το καταμωλωπισμένο σώμα της στον γιατρό, εναποθέτοντας την ελπίδα της στον Θεό ο οποίος την θεράπευσε τότε θαυματουργικώςΜιαν άλλη φορά που υπέφερε από μια αρρώστια μπροστά στην οποία οι γιατροί έμεναν ανίσχυροι, σηκώθηκε την νύχτα και πήγε στην εκκλησία να προσπέσει στην αγία Τράπεζα, υπενθυμίζοντας στον Θεό τα προηγούμενα θαύματά Του προς όφελος των δούλων Του. Σαν την γυναίκα του Ευαγγελίου που έλουσε με τα δάκρυα της τα πόδια του Κυρίου, η Γοργονία πότισε με τα δικά της δάκρυα το ιερό θυσιαστήριο και βρήκε την ιατρειά της.Όταν έλαβε όψιμα, όπως συνηθιζόταν τα χρόνια εκείνα, το άγιο Βάπτισμα, τίποτε πια δεν την κρατούσε στην ζωή αυτή και παρακαλούσε για νύκτες τον Χριστό να πορευθεί προς συνάντησή Του χωρίς άλλη χρονοτριβή. Κατά την διάρκεια μιας τέτοιας αγρυπνίας της αποκαλύφθηκε η ημέρα του θανάτου της και το μόνο που της απέμενε πια ήταν να φροντίσει να βαπτισθεί ο σύζυγός της, έτσι ώστε να ολοκληρωθεί το έργο της ως μαθήτριας του Χριστούκαι εφάμιλλης των αγίων Αποστόλων. Όταν έφθασε η ημέρα, έπεσε άρρωστη και αφού συγκέντρωσε γύρω της συγγενείς και φίλους για να τους μεταδώσει την τελευταία διδαχή της για την αιώνια ζωή, εξεδήμησε προς τον χορό των αγίων ψιθυρίζοντας ανεπαίσθητα σχεδόν τον στίχο του ψαλμού: Εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω (Ψαλμ. 4, 9).
Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας                                                                                                                      
Υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου
Εκδόσεις «Ίνδικτος», 2006
www.ixthis.gr

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Η γλώσσα μας-Ιστορία 3500 ετών (21-2-Παγκόσμια Ημέρα Μητρικής Γλώσσας)

Η 21η Φεβρουαρίου έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμια Ημέρα Μητρικής Γλώσσας.Η επέτειος αυτή είναι ευκαιρία να κάνουμε μια σύντομη ιστορική διαδρομή στην εξελικτική πορεία της ελληνικής γλώσσας, προτού φτάσουμε στο σήμερα, προκειμένου να δούμε τη σημερινή της κατάσταση. Ο κορυφαίος Ισπανός ελληνιστής Francisco R.Adrados, στο βιβλίο του με τίτλο «Ιστορία της ελληνικής γλώσσης από τις απαρχές ως τις μέρες μας», σημειώνει ότι «η ελληνική μαζί με την κινεζική είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία και πορεία στον ίδιο περίπου γεωγραφικό χώρο, από τους ίδιους λαούς επί 4.000 έτη και γραπτή παράδοση 3.500 ετων». «Υπό αυτήν την άποψη η ελληνική είναι για το δυτικό πρωτίστως κόσμο η γλώσσα μητέρα, με τα πλούσια δάνεια προς τις άλλες γλώσσες, οι οποίες θεωρούνται κρυφοελληνικές... Η ελληνική γλώσσα από τον Ομηρο μέχρι σήμερα με τις διάφορες εκφάνσεις της είναι μία, αποτελούσα ένα αλληλοσυμπληρούμενο και διαχρονικά εξελισσόμενο, με τη δική του δυναμική, σύνολο.Αυτός είναι ο θησαυρός και η αστείρευτη πηγή της ελληνικής γλώσσας, η "Τράπεζα όρων" για την επιστήμη και την τεχνολογία» (Αντώνης Κουνάδης, «Το Βήμα», 21/6/2003). Στην πορεία του χρόνου η ελληνική γλώσσα έγινε «το όργανο της πίστεως, ο ιμάντας διακινήσεως των μηνυμάτων της διδασκαλίας του Χριστού και των Αποστόλων» το όχημα που μετέφερε σε ολόκληρο τον κόσμο τη σοφία και τον πλούτο της σκέψης των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Η γλώσσα υπήρξε ο καθοριστικός παράγοντας εξελληνισμού του ρωμαϊκού κράτους, την πρωτεύουσα του οποίου μετέφερε ο Μέγας Κωνσταντίνος οτην ανατολική πλευρά της αυτοκρατορίας, ενώ κατέστη ουσιαστικά το μοναδικό μέσο της έκφρασης της σε όλους τους τομείς και όλα τα επίπεδα. Μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατίας διασώθηκε και διαφυλάχθηκε χάρις στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία την προστάτευσε και την κληροδότησε ως ιερή παρακαταθήκη και συστατικό στοιχείο της εθνικής μας ταυτότητας.
Τι γίνεται, όμως, σήμερα, ποια η κατάσταση της ελληνικής γλώσσας στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα; Οι Νεοέλληνες διδάσκονται όπως πρέπει τη γλώσσα μας, νιώθουν την αξία της, αναλογίζονται την ιστορία της και την επίδραση της στους αιώνες; Ως γνωστόν, στη διάρκεια του 20ού αιώνα,παρατηρήθηκε μια συστηματική προσπάθεια απλούστευσης και εκλαΐκευσης της γλώσσας μας με σκοπό να γίνει πιο εύπεπτη και πιο εύχρηστη στα χέρια και στο στόμα των Νεοελλήνων. Προς αυτήν την κατεύθυνση κινήθηκε τόσο η μετάβαση από την καθαρεύουσα στη δημοτική όσο και από το πολυτονικό στο μονοτονικό, ενώ τα πράγματα ίσως και να μην ήταν τόσο τραγικά αν η δημοτική δεν καταντούσε «δημοτικιά» και το μονοτονικό «ατονικό» με μαθηματική πορεία προς τη λατινική ισοπέδωση, στο πλαίσιο της ασταμάτητης παγκοσμιοποίησης.
Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι οι μαθητές των σύγχρονων ελληνικών σχολείων να διακρίνονται από χαρακτηριστική και ανησυχητική ένδεια γλωσσικών όρων, ανικανότητα γλωσσικής ευελιξίας και από σαφή ποσοτικό και ποιοτικό περιορισμό των λέξεων που χρησιμοποιούν στην καθημερινότητα τους. Αυτό οφείλεται αφενός μεν στη μονοδιάστατη πορεία στην οποία κατευθύνει το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα τους μαθητές,αποκλείοντας τους από τη δεξαμενή των γενικών γνώοεων που πρέπει να διδαχθούν για να αποκτηθούν σφαιρική ανάληψη των πραγμάτων και αφετέρου στη συστηματική πολεμική που οδήγησε στην ουσιαστική έξωση της αρχαίας ελληνικής από τα σχολεία, της αρχαίας που αποτέλεσε την απαρχή της γλώσσας μας στους αιώνες. Οφείλεται, όμως,επίσης και στην ανεξέλεγκτη εισδοχή ξενικών όρων, οι οποίοι, συμπλεκόμενοι και συνδυαζόμενοι με τους ελληνικούς όρους — λέξεις, δημιούργησαν το σύγχρονο απίστευτο γλωσσικό «αχταρμά».
Μπροστά αε αυτήν την κατάσταση η Ελλαδική Εκκλησία επιμένει και διατηρεί στη λειτουργική της πρακτική τη γλώσσα του Ευαγγελίου και της υμνολογίας, ασκώντας ένα είδος πνευματικής αντίστασης στις δυνάμεις της γλωσσικής ισοπέδωσης. Και αυτό το κάνει ξέροντας ότι υφίσταται το κόστος που συνεπάγεται η δυσκολία αποδοχής και κατανόησης του λειτουργικού της λόγου, κυρίως από τα νέα παιδιά, επιλέγοντας να αγωνιστεί για τη διάσωση όχι ενός πνευματικού κειμηλίου του παρελθόντος αλλά του παρόντος και του μέλλοντος μας. «Ετσι σωθήκαμε ως έθνος. Με σωτήρα τη γλώσσα μας. Σήμερα, αν θέλουμε να μείνουμε Ελληνες, να ζήσουμε ως εθνική και πολιτισμική οντότητα, αναγνωριζόμενη μέσα από την Ιστορία, ως συνέχεια αξιακού συστήματος που προτείνει αενάως στην ανθρωπότητα προτάσεις ποιότητας και νοήματος ζωής, πρέπει να σώσουμε τη γλώσσα μας. Ετσι θα σώσουμε την ταυτότητα μας» (Βύρων Πολύδωρος, «Απογευματινή της Κυριακής» 2/6/2002).


Αρχιμανδρίτου Επιφανίου Οικονόμου ''Ορθοδοξία και Ελληνισμός'' Φεβρουάριος 2004

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Ο αδελφός του Ασώτου...

Πόσα χρόνια να 'ταν αλήθεια πού ζούσε μακριά άπ' το σπίτι του Πατέρα! Πόσα χρόνια Θέ μου... πεθαμένος. Πόσα χρόνια να 'ταν αλήθεια πού τρεφόταν με τα ξυλοκέρατα της αμαρτίας! Πόσα χρόνια Θέ μου... πεινασμένος.
Μια φωνή από τα περασμένα του θύμισε κείνη την παλιά ιστορία... Πόσα χρόνια να 'ταν αλήθεια πού την είχε επιμελώς θαμμένη στα βάθη της καρδιάς του!
Να 'ταν τάχα παραμύθι ή να 'γινε στ' αλήθεια;
Είχε κάτι άπ' τη μαγεία του παραμυθιού... κάτι άπ' τη δύναμη της αλήθειας...
Μιλούσε για έναν «νεκρό πού άνέζησε».
Για έναν πεινασμένο πού χόρτασε με «τον μόσχον τον σιτευτόν».
Πώς έγινε αλήθεια το θάμα;
«...και άναστάς ήλθε προς τον πατέρα αύτοϋ...», ψιθύρισε ή φωνή άπ' τα περασμένα, «...είδεν αυτόν ό πατήρ αύτοϋ και έσπλαγχνίσθη, και δρα-μών ένέπεσεν επί τον τράχηλον αύτοϋ καί κατεφίλησεν αυτόν».
Να γίνονταν τάχα καί στις μέρες μας τέτοια θαύματα;
Καί άναστάς έπορεύθη με την ελπίδα να υπάρχει καί γι' αυτόν σε κάποιο σταυροδρόμι ένας πατέρας με ανοιχτή αγκάλη.
Τα βήματα του τον έφεραν σέ μια εκκλησιά.
Ένιωσε το δακρυσμένο βλέμμα του Πατέρα να τον αγκαλιάζει.
Γονάτισε κι απόθεσε όλα αυτά τα χρόνια της πίκρας, της πείνας, του θανάτου πάνω σ' ένα πετραχήλι.
«Μετά φόβου Θεού, πίστεως καί αγάπης...». Ή φωνή του Πατέρα τον καλούσε.
Καί πάνω στην Τράπεζα «ό μόσχος ό σιτευτός»... «το άρνίον το έσφαγμένον».
Κίνησαν κι άλλοι μαζί του στην πρόσκληση του Πατέρα.
Καί τότε συνειδητοποίησε πώς έχει αδερφούς.
Γύρεψε να βρει στη ματιά τους κάτι άπ' τη στοργή του Πατέρα.
Πόσα παγωμένα βλέμματα συνάντησε το δικό του, πόσες άδειες καρδιές!
Πόσα κεφάλια κουνήθηκαν στο αντίκρισμα του!
Πόσα χείλη ψιθύρισαν «ιδού τοσαυτα έτη δουλεύω σοι καί ουδέποτε έντολήν σου παρήλθον... ό δε υιός σου ούτος, καταφαγών σου τον βίον μετά πόρνων...».
Ήταν αλήθεια άνθρωποι σοβαροί, δίκαιοι οι αδερφοί του. Μα τόσο μακριά άπ' τη σφαίρα της μετάνοιας, της αγάπης, του ελέους...
Είχα τόσες φορές ακούσει εκείνη την παλιά ιστορία.
Την είχα τόσες φορές διαβάσει.
Είχα ζήσει τόσες φορές κι εκείνη τη σημερινή, με τον σύγχρονο άσωτο.
Την είχα δεϊ τόσες φορές να επαναλαμβάνεται μπρος στα μάτια μου.
«Πόσο πλήθυναν οι άσωτοι στην εποχή μας!», συλλογίστηκα.
«Πόσο πλήθυναν... οι αδερφοί του ασώτου στην εποχή μας!», αισθάνθηκα να απαντούν τα δακρυσμένα μάτια του Πατέρα.
Εκείνου του Πατέρα, πού αιώνες τώρα στέκεται σ' ένα σταυροδρόμι με την αγκαλιά ανοιχτή για κάθε άσωτο.
Του δικού μου Πατέρα...
Κι άλλοίμονο, πρώτη φορά κατάλαβα πώς ήμουνα κι εγώ ένας άπ' τους αδερφούς του ασώτου!
Είχα τόσες φορές ακούσει καί ζήσει την επιστροφή του ασώτου.
Δώσε, Θέ μου, να ζήσω καί την επιστροφή του αδερφού του ασώτου.
Τη δική μου επιστροφή... 

Της Δασκάλας ΣΟΦΙΑΣ ΒΑΛΜΑ ΓΙΑΝΝΙΣΗ