Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελεημοσύνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελεημοσύνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Από τη συμπεριφορά μας στο τέλος μένει η σκληρότης μας

Συχνά ερωτούσαν τον Γέροντα με ενδιαφέρον να μας εξηγήση πώς ενεργούσε κατά τις περιπτώσεις εκείνες, όπου μικροαπατεώνες προσεπάθουν να αποσπάσουν διάφορα ποσά χρησιμοποιώντας πονηρά τεχνάσματα. Εκείνος φυσικά πολύ εύκολα με την οξύνοιά του αντελαμβάνετο τις πλεκτάνες, αλλά έπραττε το δέον.
- Φυσικά παιδί μου δίδω το βοήθημα, διότι δεν δύνασαι να παίζης με τη δυστυχία των πτωχών ανθρώπων. Δίδω ό,τι πρέπει ακόμη και εάν πρόκειται για επαγγελματία επαίτη. Εγώ κάνω το χρέος μου και ας κάνει εκείνος καλά με τον Θεό. Πόση δυστυχία πρέπει να έχη κανείς για να ζητά και να απλώνη το χέρι; Μόνο ο Θεός το γνωρίζει.
- Η σκληρότητά μας μένει σε αυτές τις περιπτώσεις σαν μια πικρή γεύσι εις τόσους φτωχούς αδελφούς μας.
Να ενθυμηθούμε τα λόγια του ιερού Χρυσοστόμου , ο οποίος μας παρατηρεί: «Άνθρωπε, για να δώσης μία μικρή βοήθεια θα πρέπει, άραγε, να αναζητήσης όλο το γενεαλογικό δένδρο του πτωχού και να μάθης όλα τα αίτια της δυστυχίας του;».
Πόσες φορές άραγε και εμείς δεν υποπίπτουμε εις αυτό το σκληρό και αδιάκριτο παράπτωμα! Ας παρέχουμε λοιπόν αυτό που πρέπει και ας αφήνουμε τις ανακριτικές διαδικασίες και τις αγένειες. Σίγουρα δεν θα επιθυμούσαμε να ευρεθούμε ποτέ εις την ίδια κατάστασι με τον συγκεκριμένο αδελφό μας.


Από το βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ του π. Επιφάνιου»
Αρχιμ. Ιεροθέου Αργύρη
Ιεροκήρυκος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΥΠΑΚΟΗ”

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Πώς να μοιράσω το ψωμί;Αληθινή ιστορία

Τούτες τις μέρες που την πατρίδα μας τη δέρνει η φτώχεια και η πείνα, η Χρυσούλα, μεγάλη ώριμη γυναίκα με δική της τώρα οικογένεια, φέρνει στο νου της τη συγχωρεμένη τη γιαγιά της. Χρυσούλα την έλεγαν κι εκείνη, με παππού ιερέα ευλαβικότον ονομαστό παπα-Γιώργη τον Διακουμάτο στην περιοχή της Οιτύλου στη Λακωνία. 

Απ' το στόμα του παπα-Γιώργη έβγαινε πάντα χρυσάφι ο θείος λόγος του Ευαγγελίου. Αυτόν έσπερνε παντού και γλύκαινε τους πονεμένους. Στη μικρή του τη Χρυσούλα έκανε μαθήματα μέσα από την Αγία Γραφή, το Οκτωήχι και το Ψαλτήρι. Τι στιγμές ήταν εκείνες! Σμίλευε ο ακούραστος λευΐτης με τη σμίλη του Πνεύματος την άκακη και αθώα ψυχή της εγγονούλας του, την μάθαινε να αγαπά τον Θεό, να συγχωρεί τους ανθρώπους, να σκορπίζει καλοσύνες σε εχθρούς και φίλους.Ποτέ δεν ξεχνούσε -η μακαρίτισσα τώρα- γιαγιά τη μεγάλη μορφή του ιερέα παππού της που για το χωριό δεν ήταν μόνο παπάς αλλά και δάσκαλος και συμφιλιωτής και παρηγορητής, άγγελος ήταν για όλο το χωριό τους ο παπα-Γιώργης.


Μεγάλωσε κάποτε η μικρή Χρυσούλα. Έκανε τη δική της οικογένεια, και έμενε στο Ελαιοχώρι. Τέσσερα κορίτσια και ένα αγόρι της είχε χαρίσει ο Πανάγαθος. Μικρά ήταν όλα τότε. Πού να τ' αφήσει; Τα χωράφια τους είχαν απαιτήσεις. Ήθελαν χέρια δυνατά και σκληρά να τα δουλεύουν. Και κείνα άμειβαν. Και δίναν πλούσιο τον καρπό τους για να τρέφουν τη φτωχή οικογένειά τους.
Η Χρυσούλα ήταν πρώτη στο νοικοκυριό. Δεν υστερούσε όμως και στα αγροτικά. Ποτέ δεν ήθελε ν' αφήνει τον άνδρα της μόνο του. Έτρεχε και αυτή από κοντά του. Πρωί-πρωί, πριν ακόμη καλά-καλά φέξει ο ήλιος, ξεκινούσε με τη δροσιά. Από κοντά και τα παιδιά τους, μικρούλια τότε. Τ' άφηνε ξένοιαστα να παίζουν με τα χώματα ή να κυνηγάνε πεταλούδες ή άλλοτε να παίζουν κρυφτό στα χαλάσματα του φράχτη του κτήματος.
Και κατά το μεσημεράκι όταν έφθανε η ώρα του φαγητού, μάζευε γύρω τα μικρά της. Έκαναν όλοι μαζί το σταυρό τους κι έλεγαν το «Πάτερ ημών».

 Σε κάποιο γεύμα έβγαλε από το ταγάρι της το καλοζυμωμένο καρβέλι και κοίταξε τα παιδιά της στα μάτια. Πάντα είχε ένα μικρό λόγο σοφό να τους πει την ώρα εκείνη. Αυτή τη φορά όμως τους είπε κάτι άλλο: «Αυτό το καρβέλι είναι δικό σας! Πώς θέλετε, παιδιά μου, να σας το μοιράσω το ψωμί, σαν Θεός ή σαν άνθρωπος;».
Και κείνα μ' ένα στόμα είπαν: «Μαμά, σαν Θεός!». Γιατί ήξεραν, το 'χαν μάθει καλά το μάθημα, ότι ο Θεός είναι Πατέρας καλοκάγαθος που όλα τα μοιράζει δίκαια. Και ήθελαν να απολαύσουν τη δίκαιη μοιρασιά του Θεού. Πήρε λοιπόν το καρβέλι η μάννα, το σταύρωσε, το ασπάστηκε με ευλάβεια (έτσι έκανε πάντα) και άρχισε μετά να κόβει με το χέρι της και να δίνει στο καθένα το μερίδιό του. Τα μικρά πεινασμένα άρπαξαν με λαχτάρα το ψωμάκι και έβαλαν την πρώτη μπουκιά κιόλας στο στόμα. Όμως η μάννα φρόντισε ν' αφήσει εκείνη την ημέρα περίσσευμα το μισό καρβέλι.
Τα μικρά τρώγοντας λοξοκοιτούσαν το ένα το άλλο αν κρατούσαν όλα την ίδια μερίδα. Είδαν μετά τη μητέρα τους που καλοδίπλωσε πίσω τους το υπόλοιπο μισό καρβέλι και το 'βαλε βιαστικά πάλι μέσα στο ταγάρι. Και εκείνα απορημένα ρώτησαν: «Μαμά, γιατί μας στέρησες τη δίκαιη μοιρασιά; Εμείς σου είπαμε να μας μοιράσεις το ψωμί σαν Θεός, όχι σαν άνθρωπος».
Κι εκείνη με σοβαρότητα απάντησε: «Καλά μου παιδιά, σαν Θεός σας το μοίρασα. Ο Θεός φροντίζει για όλα τα παιδιά του κόσμου, και για κείνα που δεν έχουν να φάνε. Το υπόλοιπο καρβέλι ο Θεός θέλει να το πάμε στα φτωχά παιδάκια».
Έκπληκτα άκουσαν τα μικρά το μεγάλο μάθημα για την αγάπη. Και έτρεξαν αμέσως με χαρά να βοηθήσουν στις φτωχογειτονιές του χωριού όσα παιδάκια δεν είχαν να φάνε. Κι αυτό δεν το 'καναν μόνο μία φορά...
Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια. Δεν ζουν κείνες οι αγιασμένες μορφές που έζησαν στη φτώχεια αλλά ήταν τόσο πλούσιες.
Έφυγαν! Έφυγαν και μας άφησαν κληρονομιά βαριά, ατίμητη σε αξία, παράδειγμα ψυχής αρχοντικής, που ξέρει να αγαπά και να σκορπίζει όπως ο Θεός δώρα και καλοσύνες με δικαιοσύνη σε όλο τον κόσμο.

Τούτες τις μέρες πού την πατρίδα μας τη δέρνει η φτώχεια και η πείνα, η Χρυσούλα, η ώριμη γυναίκα, τα θυμήθηκε όλα. Και τα λέει στις φίλες της όλα όσα ζούσαν και έκαναν τότε οι παλιοί, οι φτωχοί οι δικοί μας πρόγονοι και... η δική της γιαγιά.
Σήμερα τα θυμήθηκε όλα ξανά καθώς είδε κάτω από την πόρτα του σπιτιού της προσκλητήριο αγάπης, τυπωμένο χαρτί από τον εφημέριο της ενορίας της, που έλεγε:
«Σήμερα κανένας να μη μείνει πεινασμένος στην ενορία μας. Βοήθησε και συ όσο μπορείς».
Βούρκωσε!... Είναι και αυτή πνιγμένη στα χρέη, όμως το ψωμί στο φτωχό θα το δίνει και αυτή. Ζυμωμένο από τα δικά της τα χέρια. Κάθε μέρα θα το πηγαίνει στον καλό τους ιερέα πού γνωρίζει καλά τα ανήμπορα σπίτια!...

Περιοδικό «ο Σωτήρ»,
katixitikoinois

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Σκόρπισε,λοιπόν,για να μη ζημιωθείς(Αγ.Ιωάννης Χρυσόστομος).


Όταν είπε· «Κάνετε φίλους για τον εαυτό σας», δε σταμάτησε μέχρις εδώ, αλλά πρόσθεσε· «από τον άδικο μαμμωνά» (Λουκ. 16,9), για να είναι δικό σου το κατόρθωμα. Και εδώ δεν εννοεί τίποτε άλλο, παρά την ελεημοσύνη. Το περίεργο είναι ότι δεν ομιλεί καθαρά για την περίπτωση, που δεν θα αδικήσουμε. Διότι λέει περίπου τα εξής: Απέκτησες άδικα κέρδη; Ξόδεψέ τα καλά. Συγκέντρωσες χρήματα από αδικίες; Σκόρπισέ τα δίκαια.
Τί αρετή, όμως, είναι αυτή, να δίνεις από τα άδικα κέρδη; Ο Θεός, που είναι φιλάνθρωπος, φθάνει και σε αυτό το σημείο της επιεικείας ακόμη. Κι αν κάνουμε έτσι, μας υπόσχεται πολλά αγαθά. Αλλ’ εμείς έχουμε σκληρυνθεί τόσο πολύ, ώστε να μην ελεούμε, ούτε και από τα άδικα κέρδη μας, αλλά ενώ αρπάζουμε πάρα πολλά, νομίζουμε ότι τα ξοφλήσαμε όλα, αν δώσουμε ένα μικρό μέρος.
Δεν άκουσες τον Παύλο, που λέει· «Αυτός που σπέρνει με φειδώ, με φειδώ και θα θερίσει;» (Β΄ Κορ. 9,6). Γιατί, λοιπόν, λυπάσαι να δώσεις; Μήπως είναι έξοδο; Μήπως είναι δαπάνη; Εισόδημα είναι και κερδοσκοπική ενέργεια. Και όπου έχουμε κερδοσκοπικές ενέργειες, εκεί έχουμε και περισσεύματα. Όπου έχουμε σπορά, εκεί έχουμε και συγκομιδή.
Εσύ, αν πρόκειται να σπείρεις γόνιμο και παχύ χωράφι, που μπορεί να φιλοξενήσει πολύ σπόρο, θα διέθετες όσα είχες και θα δανειζόσουν και από άλλους, γιατί θα έκρινες σαν ζημία στη περίπτωση αυτή την οικονομία. Όταν, όμως, πρόκειται να σπείρεις τον ουρανό, που δεν επηρεάζεται από τις ανώμαλες καιρικές συνθήκες, και που είναι σίγουρο ότι θα σου επιστρέψει πολύ περισσότερα από όσα θα σπείρεις, διστάζεις και οπισθοχωρείς και δε σκέπτεσαι ότι μπορεί να ζημιωθείς με την οικονομία και να κερδίσεις με τη σπατάλη!

Σκόρπισε, λοιπόν, για να μη ζημιωθείς. Μη κάνεις οικονομία, για να κάνεις οικονομία. Δώσε, για να κρατήσεις. Ξόδεψε, για να κερδίσεις. Και αν χρειαστείς να τα φυλάξεις, μη τα φυλάξεις εσύ. Διότι θα τα χάσεις, οπωσδήποτε. Να τα εμπιστευθείς στο Θεό. Διότι από εκείνον δεν θα τα κλέψει κανένας. Μη τα διαχειρίζεσαι εσύ. Διότι δε γνωρίζεις να κερδίζεις. Δάνεισέ τα σ’ εκείνον, που δίνει τόκο μεγαλύτερο από το κεφάλαιο. Δάνεισέ τα εκεί, που δεν υπάρχει φθόνος, ούτε κατηγορία, ούτε σκευωρία, ούτε φόβος. Δάνεισέ τα σ’ εκείνον, που δεν τα χρειάζεται και θα τα χρησιμοποιήσει για σένα. Σ’ εκείνον, που τρέφει όλους και πεινά, για να μην πεινάσεις εσύ. Σ’ εκείνον που ζητιανεύει, για να πλουτίσεις εσύ. Δάνεισέ τα σ’ εκείνον, από όπου δεν μπορεί να οδηγηθείς στο θάνατο, αλλά θα κερδίσεις τη ζωή, αντί για το θάνατο. Διότι, οι τόκοι αυτών των χρημάτων, θα σου χαρίσουν τη βασιλεία των ουρανών, ενώ οι άλλοι θα έχουν ως αποτέλεσμα την αιώνια κόλαση. Οι δεύτεροι είναι αποτέλεσμα φιλαργυρίας, οι πρώτοι σωστής εκτιμήσεως των πραγμάτων. Οι δεύτεροι απανθρωπιάς, οι πρώτοι φιλανθρωπίας.

Ποιά δικαιολογία θα έχουμε, λοιπόν, αν αγωνιζόμαστε για εκείνα τα ανήθικα και τιποτένια και πρόσκαιρα και αίτια μεγάλης πυρκαγιάς για τον εαυτό μας, ενώ μπορούμε να κερδίσουμε περισσότερα και χωρίς κινδύνους και στον κατάλληλο καιρό και με πολλή ελευθερία και χωρίς επικρίσεις και φόβους και κινδύνους;

(Αγ. Ι. Χρυσοστόμου, Κατά Ματθαίον, Ε΄ ΕΠΕ 9,182-184.).

 πηγή