Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγιασμένες μορφές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγιασμένες μορφές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2021

Η κυρά Μαρία η Προσφορού



 Σήμερα κηδεύτηκε η κυρά Μαρία η Προσφορού από την Αγία Παρασκευή. Είχα την ευλογία να την γνωρίσω. Μία Αγία των Αθηνών. Μέρα νύχτα προσευχή στο μικρό καλυβακι της που ήταν πνιγμένο από πολυκατοικίες. Είχε στο δωμάτιό της την παμπάλαια εικόνα της Παναγίας της Οικονόμισσας.
Σήμερα την πήραν για πάντα στην Αγία Άννα στο Άγιον Όρος οι πατέρες. Ήρθαν Αγιορείτες, Ιερομοναχοι, Ιερείς έως και από την Κρήτη.
Στο προαύλιο του ναού 500 άτομα.
Αν δεν ήταν ο κόβιντ θα ήταν χιλιάδες. Αυτή η γυναίκα όλη τη νύχτα κομποσχοίνι και όλη την ημέρα ζυμωνε πρόσφορα. 2 και 3 σακιά πρόσφορα τη βδομάδα. Έστελνε παντού. Αμέτρητες Λειτουργίες από τα χεράκια της. Σκέφτομαι.
Αυτό το χρόνο πέθαναν περίπου 7 δεσποτάδες. Πήγαν στην κηδεία 5 παπάδες δικοί τους και άλλοι 5 φίλοι τους.
Σε κανέναν ο λαός δεν πήγε αυθόρμητα να γεμίσει τον περίβολο του ναού.
Σημάδια του ουρανού!
Μία γυναικούλα που παντρεύτηκε ανήλικη ένα κτήνος που την κακοποιουσε και έμεινε νεότατη χήρα, έλαμψε πάνω από Αρχιερείς γιατί αγάπησε πολύ τον Ιησού Χριστό και έγινε Διακόνισσα Του να φτιάχνει μια ζωή πρόσφορα για τις Θείες Λειτουργίες Του.
π. Χρήστος Ιωαννίδης

Την ἔχω γνωρίσει !Ἔφτιαχνε πρόσφορα, μεγάλα, προζυμένια ἐννοεῖται... Καί φουσκωτά, σάν... πολίτικες βασιλόπιτες!

Γεώργιος Αναγνώστ..
Καλη Ανάσταση!!

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Η ευλάβεια απλών γυναικών μέσα από διαφορετικές ιστορίες

Μου διηγείτο ο αιδεσιμολογιώτατος πρεσβύτερος πατήρ Παναγιώτης Κοντόπουλος για κάποιες ευλαβείς γυναίκες, οι όποιες δεν προσεβλήθησαν από τα μικρόβια του τύφου = εγωισμού της ορθολογιστικής Δύσεως.



Υπήρχε μία γριούλα κατάκοιτος. Δεν ήδύνατο να εκκλησιάζεται την Κυριακή. Όταν όμως άκουε τον γλυκύτατο ήχο της καμπάνας ανασηκωνόταν και καθόταν στο κρεβατάκι της. «Δεν είναι καλόν η εκκλησία να διαβάζει —έλεγε — και εγώ να είμαι ξαπλωμένη».


Ή κυρία Αικατερίνα, άλλη ηλικιωμένη γυναίκα, είχε τούς εξής λογισμούς: Άραγε τελείται κανονικά η Θεία Λειτουργία όταν δύο ιερείς μεταξύ τους είναι ψυχραμένοι και ολίγον πριν αντάλλαξαν ψυχρούς λόγους; Τότε, την ώρα καθ' ην ο ιερεύς εκφωνούσε το «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός...», είδε ένα φωτεινό σύννεφο να σκεπάζει την Αγία Τράπεζα και τούς ιερείς... Βεβαιώθηκε έτσι για την εγκυρότητα και κανονικότητα των μυστηρίων, παρά την οποιαδήποτε πνευματική κατάσταση των λειτουργών ιερέων.


Ή γριούλα Χαρίκλεια ήτο εντελώς αγράμματη, αλλά πιστή και ευλαβής. Σέ μίαν εγχείρηση κατά την νάρκωση της, φώναζε δυνατά τα ονόματα διαφόρων ιερέων Πνευματικών: 

«Πάτερ Λεόντιε, πάτερ Βασίλειε, πάτερ Ιωάννη, ο Θεός να σάς έχει καλά να σώζετε ψυχές». 
Ενθυμείτο όταν ήταν μικρή κοπελίτσα τον πατέρα Λεόντιον στον άγιο Χαράλαμπο Θεσσαλονίκης και έλεγε πώς όταν λειτουργούσε μιλούσε μέσα στον Ιερόν Βήμα με τούς αγίους. 
Για τον ίδιο ιερέα αναφέρει και ο Σεβασμιότατος άγιος Νικοπόλεως Μελέτιος σ' ένα τεύχος αναφερόμενο στον π. Αγαθάγγελο Μιχαηλίδη με πόση μέθεξη ψυχής διάβαζε τις ευχές της Θείας Λειτουργίας. Ενθυμείτο και τον λαϊκόν ιεροκήρυκα, πρώην στρατιωτικό, ονόματι Νικόλαο Ρέγκο, πνευματικόν τέκνον της συνοδείας των Δανιηλαίων από τα Κατουνάκια του Αγίου Όρους. Αυτή η κατανυκτική ψυχή, ο Ν. Ρέγκος, οσάκις έψαλλε το «Άξιον εστίν...» στην Θεία Λειτουργία δάκρυζε. Κάποιοι μιλούσαν με πολύν σεβασμό για το πρόσωπον του και για θαυματουργικές επεμβάσεις της πυριπνόου προσευχής του.


Μία άλλη ευλαβής γυναίκα, φιλόξενη απειλεί τον άγιο Σπυρίδωνα ότι εάν δεν της στείλει κάποιον άνθρωπο στην οικία της να τον φιλοξενήσει, θα ανοίξει την τηλεόραση!


Μία άλλη Σμυρναία φιλόξενη ψυχή έπρεπε κάθε Σάββατο να μαγειρεύσει ένα περιποιημένο φαγητό σέ μεγάλη ποσότητα και να έπισκεφθή τούς φυλακισμένους των φυλακών της Σμύρνης. Αυτή η γυναίκα, παρ' ότι είχε πέντε κορίτσια, μεγάλωνε την ορφανή από μητέρα κόρη του αδελφού της. Δεν ξεχώρισε το ορφανό σέ τίποτα. Το προίκισε και το υπάνδρευσε, όπως ακριβώς και τις κόρες της. Όταν εύρίσκετο στην επιθανάτια κλίνη της σηκώθηκε λίγο πριν εκπνεύσει και έλαβε μία στάση σαν να επρόκειτο να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων. Όσοι ήσαν γύρω της είπαν ότι κάποιος άγγελος είχε έλθει να την μεταλάβει.


Υπήρχε μία αγράμματη, αλλά πιστή γυναίκα, η οποία γνώριζε ποιό Ευαγγέλιο έχει το τυπικό της Εκκλησίας μας κατά την επομένη Κυριακή.


Ένας ευλαβέστατος ιερεύς, ο όποιος χαρακτηρίζεται διά την απλότητα του, έλεγε εμπιστευτικώς σέ μία ψυχούλα.
—Όταν αρχίζω την Θεία Λειτουργία και λέγω το «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός...» αισθάνομαι ότι όλα φωτίζονται, όλα λάμπουν και αστράπτουν. Το ίδιο γίνεται όταν λέω το «Πρόσχωμεν τα άγια τοις άγίοις».

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΕΩΣ

Ή Ευγενία Ζάκα του Σταύρου (ή Ζάκαινα) είχε καταγωγή Βορειοηπειρωτική από το χωριό Λόγγοι. Έζησε 78 έτη και εκοιμήθη το 1952. Κατωκησε στην Γέφυρα του νομού Θεσσαλονίκης, πλησίον στον Άξιον. Ό εγγονός της είναι ό καλός Σαμαρείτης Σταυρός Νάτσιος, πού μου διηγήθη ταύτα. 
Ή Ζάκαινα είχε πάντα το σπίτι της ανοικτό για φιλοξενία φαγητού και ύπνου. Ειδικά είχε αδυναμία στους αναπήρους, ορφανούς και πτωχούς. Το 1949 ένα άρρωστο παιδί το έδιωξαν από το σπίτι του. Έπασχε από μεγάλη ασθένεια, (πιθανόν φυματίωση). Αυτή, ως άνθρωπος της θυσίας και της αυταπαρνήσεως, συμμάζεψε το άρρωστο στο σπίτι της. Δεν λογάριασε ότι είχε δώδεκα παιδιά και είκοσι περίπου εγγόνια. Επί πέντε χρόνια περιποιόταν το άρρωστο με ειδική φροντίδα. Με ειδικά φαγητά, παρ' όλες τις δυσκολίες της εποχής εκείνης. Μέχρις ότου εκοιμήθη μέσα στην μητρική αγκαλιά της. Ή Ζάκαινα υπήρξε γι' αυτό δεύτερη μάνα.
Ποτέ κακή κουβέντα δεν έβγαλε από το στόμα της. Πάντα έλεγε «έχει ό καλός Θεός. Μη στενοχωρήσθε».

Ένα παιδί της τραυματίσθηκε στον πόλεμο και έμεινε μονόχειρ. Ή μάνα Ζάκαινα έλεγε: Το χαλάλησα για την Πατρίδα. Και ό ήρωας γιός της έλεγε στον Στρατηγό του: Στρατηγέ μου προσέφερα το χέρι μου για την Πατρίδα.

Από το βιβλίο του Αρχιμ. Ιωαννίκιου Κοτσώνη-«Απλοί και άπλαστοι και αληθινοί άνθρωποι» 2000

Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Μοναχή Ναντέζντα-Αυτή που γνώρισε τον Άγιο Λουκά

Ήταν 10 Ιουνίου του 2000, παραμονή της εορτής του αγίου Λουκά του ιατρού, Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Βρισκόμουν στον ναό της Αγίας Τριάδος Συμφερουπόλεως για τον πανηγυρικό εσπερινό και τον όρθρο. 

Ανάμεσα στους χιλιάδες προσκυνητές διέκρινα μία ηλικιωμένη μεγαλόσχημη μοναχή.Ήταν ή Γερόντισσα Ναντιέζντα (Ελπίδα) από την Σεβαστούπολη. 
Από την πρώτη στιγμή με εντυπωσίασε ή μορφή της και ή καλοσύνη της. Οι συγγενείς της, πού την συνόδευαν, μου είπαν ότι ή γερόντισσα ήταν πνευματικό παιδί του αγίου Λουκά. Την ξαναείδα την επόμενη χρονιά στην Σεβαστούπολη.
Μιλήσαμε λίγο περισσότερο και κατάλαβα ότι πρόκειται για πνευματικό 
θησαυρό. 

Δυστυχώς ό χρόνος με πίεζε και δεν είχα την δυνατότητα να μείνω περισσότερο. Την αποχαιρέτισα λέγοντας ότι, αν θέλει ό Θεός, την επόμενη χρονιά θα την επισκεφθώ στο σπίτι της.
Πράγματι τον Ιούνιο του 2002 την επισκέφθηκα στην κατοικία της. Μένει στο ισόγειο μιας παλιάς πολυκατοικίας. Το μικρό διαμέρισμα της αποτελείται από ένα δωμάτιο, ένα στενό διάδρομο και μία μικρή κουζίνα, ανήλιο και απεριποίητο, σε άθλια κατάσταση, όπως άλλωστε και όλη ή πολυκατοικία. Ή γερόντισσα μένει με την κόρη της και την εγγονή της. Ό τοίχος πάνω από το κρεβάτι της είναι καλυμμένος από εικόνες και στην γωνία υπάρχει ένα τραπεζάκι με ακοίμητο καντήλι.
Μας υποδέχθηκε όλο χαρά: «Καλώς ορίσατε! Τι μεγάλη ευλογία είναι αυτή, να έρθετε σε μένα την αμαρτωλή...». Πήρε από το τραπέζι ένα και μοναδικό πορτοκάλι και μου το έδωσε.
«Το φύλαγα για σένα», συνέχισε.
«Ξέρεις πριν από ένα μήνα ήμουν πολύ άσχημα. Άρχισαν να με εγκαταλείπουν οι δυνάμεις μου, έπεσε ή πίεση μου και κατάλαβα ότι σύντομα θα φύγω για το μεγάλο ταξίδι. Ήρθε ό ιερέας και με κοινώνησε, αποχαιρέτισα τους δικούς μου και περίμενα. Κάποια στιγμή όμως θυμήθηκα τα λόγια σου και την υπόσχεση σου.
Παρακάλεσα τότε τον άγιο Λουκά και του είπα: «γυιέ μου Λουκά, ό π. Νεκτάριος μου είπε ότι σε ένα μήνα θα έρθει να με δει.
Αν θέλεις, άφησε με να ζήσω μέχρι τότε και μετά ας φύγω. Πράγματι ό άγιος με άκουσε, οί δυνάμεις μου επανήλθαν, ή πίεση ανέβηκε και τώρα είμαι καλά». 
Την άκουσα με έκπληξη και κάπως αμήχανα της είπα: «Μα και εγώ ήθελα να σε δω ζωντανή». Πολύ χαριτωμένα απάντησε. «Και εγώ προσπαθούσα να ζήσω».

Την ρωτήσαμε για την ζωή της.
«Γεννήθηκα το 1906. Έζησα πάρα πολλά στην ζωή μου. Φτώχεια, πείνα, δυστυχία, επαναστάσεις, πολέμους...».
Να σημειώσουμε εδώ ότι ή Σεβαστούπολη ανήκει σε εκείνες τις πόλεις πού έχουν ταλαιπωρηθεί ιδιαίτερα. Λίγο μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, ξέσπασε ό εμφύλιος πόλεμος μεταξύ «Λευκών» και «Κόκκινων», ό όποιος κράτησε σχεδόν τέσσερα χρόνια. Εκατομμύρια οί νεκροί και περισσότερα τα άλλα θύματα και οί τραυματίες.
Ή πλέον αιματηρή φάση αυτού του πολέμου έλαβε χώρα στην Κριμαία.
 Μετά την αποχώρηση των «Λευκών», οί σφαγές έφτασαν στο απόγειο τους. Μέσα σε ενάμισι μήνα εκτελέστηκαν περίπου 50.000 άνθρωποι. Ειδικά ή Σεβαστούπολη έζησε ημέρες φρίκης και γι' αυτό ονομάστηκε «πόλη των κρεμασμένων». Ή κεντρική λεωφόρος ήταν γεμάτη πτώματα. Όσους συνελάμβαναν τους κρεμούσαν στους δρόμους, για να τρομοκρατήσουν τον πληθυσμό, ενώ σε όλη την πόλη κυριαρχούσαν αφίσες με το σύνθημα «θάνατος στους προδότες».
Στον Β' Παγκόσμιο πόλεμο ή Σεβαστούπολη δοκίμασε και πάλι την φρίκη του πολέμου. Το μέρος είναι στρατηγικής σημασίας και οί δυο αντίπαλοι πολέμησαν λυσσαλέα και είχαν αμέτρητους νεκρούς. Ή Σεβαστούπολη κράτησε για 249 ήμερες και όλο αυτό το διάστημα βομβαρδίστηκε ανελέητα. Όταν σταμάτησαν οί μάχες, μόνον επτά κτήρια είχαν μείνει όρθια, ή υπόλοιπη πόλη είχε ισοπεδωθεί.
Ή γερόντισσα συνέχισε: 
«Πρώτα ζήσαμε την φρίκη του εμφυλίου πολέμου. Ήμουν μικρό κορίτσι τότε και ή πόλη μας έζησε πολλές δυστυχίες. Χύθηκε πολύ αίμα τότε. 
Στην δεκαετία του '30 παντρεύτηκα και απέκτησα δυο κορίτσια. Σε λίγο ξέσπασε ό Β' Παγκόσμιος πόλεμος και ό άνδρας μου έφυγε για το μέτωπο. Οί Γερμανοί τον συνέλαβαν αιχμάλωτο και έμεινε αρκετό καιρό στα γερμανικά στρατόπεδα.
Μετά τον πόλεμο οί αιχμάλωτοι επέστρεψαν αλλά όχι στα σπίτια τους, τους έστειλαν στην Σιβηρία.
 Πράγματι αυτή ήταν ή παράλογη πολιτική του Στάλιν. Οί ταλαίπωροι Ρώσοι αιχμάλωτοι, όσοι βέβαια επέζησαν από τις κακουχίες των γερμανικών στρατοπέδων, θεωρήθηκαν από τον Στάλιν μολυσμένοι από το «μίασμα του καπιταλισμού» και γι' αυτό θα έπρεπε να υποβληθούν σε «αποτοξίνωση» και αντικαπιταλιστική θεραπεία.
Έτσι λοιπόν οδηγήθηκαν όλοι στα στρατόπεδα του Γκουλάγκ! 
Τον άνδρα μου δεν τον ξαναείδα. Δεν άντεξε στις κακουχίες και πέθανε εκεί. Με μεγάλες δυσκολίες μεγάλωσα τα δυο μου παιδιά. Μόνη μου παρηγοριά και ελπίδα ήταν ή πίστη στον Θεό. Από μικρή ήμουν στην εκκλησία και αυτό με στήριξε. Ας είναι δοξασμένο το όνομα Του».

Γνωριμία με τον άγιο Λουκά
Γνώρισα τον άγιο Λουκά το 1951 και αυτή ή γνωριμία ήταν ή μεγαλύτερη ευλογία στην ζωή μου. Για δέκα χρόνια του έφτιαχνα τα πρόσφορα της Θ. Λειτουργίας και δεν έχανα τα κηρύγματα του. Τον επισκεπτόμουν στο γραφείο του, μιλούσαμε συχνά και πολλές φορές φάγαμε μαζί.
Μας βοήθησε πολύ αλλά και όλο τον κόσμο.
Ό ίδιος πολλές φορές έμεινε νηστικός για να ταΐζει τους άλλους. Ό άγιος Λουκάς φαινόταν αυστηρός, όμως δεν ήταν. Όταν τον πλησίαζα έβλεπα έναν γλυκύτατο άνθρωπο, γεμάτο αγάπη.
Όλοι τον αγαπούσαμε και τον θεωρούσαμε πατέρα μας. Παρόλο πού ή κατάσταση ήταν δύσκολη - ή Εκκλησία ήταν υπό διωγμό και κινδυνεύαμε να χάσουμε τις δουλειές μας - τρέχαμε κοντά του για να ακούσουμε τα κηρύγματα του. Αλλά και όταν τελείωνε ή Θ. Λειτουργία δεν φεύγαμε, τον περιμέναμε και τον ακολουθούσαμε μέχρι το σπίτι του.
Όταν φτάναμε, εκείνος γύριζε όλο αγάπη και μας ευλογούσε. 
Όταν ή κόρη μου ήταν μικρή, είχε πρόβλημα με την σκωληκοειδίτιδα και οι γιατροί συνέστησαν εγχείριση. Την πήγα στον άγιο Λουκά, την εξέτασε και μας είπε: «Όχι, να μην κάνει εγχείριση, δεν είναι τίποτα».Πράγματι από τότε δεν την ξαναενόχλησε.
Θυμάμαι ότι τον είχα δει λίγες μέρες πριν από την κοίμηση του. 
Ήταν στο κρεβάτι του, πολύ αδύναμος, δεν μπορούσε καλά - καλά να μιλήσει.
Μόνο κάτι μου ψιθύρισε και πήρα την ευχή του.
Στην κηδεία του ήμουν παρούσα.
Τα δυο βράδια πού παρέμεινε το σκήνωμα του στο ναό ήμουν εκεί και του διάβαζα το ψαλτήρι.
Το δεύτερο βράδυ, καθώς διάβαζα το ψαλτήρι, τον είδα μπροστά μου ολοζώντανο. Καθόταν λίγο πιο πέρα κοντά σε ένα τραπέζι. Έμεινα άφωνη.
Την ημέρα της κηδείας του έγινε μεγάλη μάχη με τους αστυνομικούς, πού δεν μας επέτρεπαν ούτε να μεταφέρουμε το λείψανο του από τον κεντρικό δρόμο ούτε να ψάλλουμε.
Δεν θα ξεχάσω το έξης καταπληκτικό γεγονός: Όταν δίναμε την μάχη με τους αστυνομικούς πάνω από το φέρετρο του, εμφανίστηκαν στον ουρανό χιλιάδες περιστέρια πού έκαναν κύκλους και τιτίβιζαν. Ακολούθησαν όλη την εκφορά του αγίου Λουκά στον κεντρικό δρόμο μέχρι το κοιμητήριο.
Ή διάρκεια ήταν περίπου τρεισήμισι ώρες. Όλη αυτή την ώρα ψάλλαμε το «Αγιος ό Θεός» και τα περιστέρια μας ακολουθούσαν.
 Όταν φτάσαμε στο κοιμητήριο, τα περιστέρια κάθισαν πάνω στην στέγη της εκκλησίας. Σαν τελειώσαμε και αρχίσαμε να αποχωρούμε, τα περιστέρια πέταξαν τιτιβίζοντας και κανείς ποτέ δεν τα ξαναείδε. 
Ήταν χιλιάδες περιστέρια και το γεγονός αυτό προκάλεσε μεγάλη εντύπωση. Ακόμη και οι «άθεοι» προβληματίστηκαν.
Όλα τα πνευματικά του παιδιά είχαν πεισθεί ότι επρόκειτο περί αγίου. Δεν είχαμε καμιά αμφιβολία και ό,τι του ζητούσαμε στην προσευχή μας, μας το έδινε. Από τότε με επισκέφθηκε κάποιες φορές. Την τελευταία φορά πού ήρθε πρόσεξα ότι το ράσο του είχε λίγες λάσπες. Το καθάρισα και του είπα: «Δεσπότη μου, πού λερώθηκες; Αλλη φορά να προσέχεις...».
Μας ήλθε στο μυαλό ή προτροπή του Χριστού να γίνουμε σαν τα παιδιά και θαυμάσαμε την απλότητα και την αμεσότητα της.

Ή κουρά
«Ή κουρά μου έγινε το 1997. Ήθελα από πολύ καιρό να γίνω μοναχή, αλλά δεν δινόταν ή ευκαιρία. Τελικά, αυτή μου την επιθυμία την πληροφορήθηκε ό Μητροπολίτης μας κ. Λάζαρος, ό όποιος έδωσε και την ευλογία να γίνει ή κουρά. Δεν πήγα σε μοναστήρι, γιατί δεν υπάρχει κάποιο εδώ κοντά. Επιπλέον είμαι πολύ μεγάλη σε ηλικία και γι' αυτό αποφάσισα να μείνω εδώ. Χωρίσαμε το δωμάτιο στην μέση με την κόρη μου (και δείχνοντας το κρεβάτι και τις εικόνες συνέχισε) από εδώ είναι το μοναστήρι και (δείχνοντας το κρεβάτι της κόρης της απέναντι) από εκεί είναι ό κόσμος.
Η μέρα μου περνάει με προσευχή. Τί άλλο να κάνω; Μοναχή είμαι.
Παλιότερα διάβαζα όλη την ημέρα πολλές παρακλήσεις και τους χαιρετισμούς στην Παναγία. Τώρα δεν βλέπω σχεδόν καθόλου, ούτε ακούω καλά.
Μου διαβάζει ή κόρη μου και τις υπόλοιπες ώρες κάνω κομποσχοίνι. Το ίδιο και την νύχτα, γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ πολύ. Λέω την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με την αμαρτωλή».
Προσεύχομαι για τον Δεσπότη μας, για τους ιερείς, για τους μοναχούς μας αλλά και για όλο τον κόσμο.  Προσεύχομαι και για εσένα να σε έχει ό Θεός καλά.
Σταμάτησε για λίγο και μετά συνέχισε: «Ξέρεις σήμερα είμαι πολύ χαρούμενη, αλλά και πολύ λυπημένη. Αύριο είναι της Αναλήψεως και ό Χριστός μας θα φύγει. Χαίρομαι πού θα αναληφθεί στους ουρανούς, αλλά πάλι λυπάμαι πού θα φύγει... Εγώ ήθελα να μείνει!.
Αλλά όπου να 'ναι θα φύγω κι εγώ, είμαι πλέον άχρηστη. Να μην τους κουράζω και τους ενοχλώ».
Στο σημείο αυτό επενέβη ή κόρη της: «Ή μητέρα μου όλο αυτό μου λέει. Όμως είναι ένας άνθρωπος πού ποτέ δε με κούρασε. Δεν είναι καθόλου απαιτητική, ούτε πού μας ενοχλεί. Για ποιο λόγο να φύγει; Είμαστε τόσο αγαπημένες και περνάμε τόσο όμορφα μαζί. Κάνουμε την προσευχή μας, διαβάζουμε τους βίους των αγίων. Τι άλλο θέλουμε;».
Πέρασε αρκετός καιρός
Τον Οκτώβριο του 2003 την επισκεφθήκαμε και πάλι με μία ομάδα νέων παιδιών από την Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας.
 Το μικρό δωμάτιο γέμισε ασφυκτικά, οί περισσότεροι δεν χωρούσαν και έμειναν στον διάδρομο. Ή χαρά της γερόντισσας ήταν πολύ μεγάλη.
«Μεγάλη χαρά μου δίνετε. Ήρθατε τόσοι άνθρωποι σε μένα! Ευχαριστώ πού με θυμηθήκατε. Σαν πουλάκια από τον ουρανό ήρθατε, σαν άγγελοι».
Μεταξύ των άλλων, μας διηγήθηκε και δυο περιστατικά από αυτά πού συναντάει κανείς μόνο στα παλιά συναξάρια, πού δείχνουν την μεγάλη της καρδιά. 
«Πριν από μερικά χρόνια πήγαινα με την κόρη μου στην εκκλησία. Στον δρόμο βρήκαμε ένα μικρό παιδί ρακένδυτο. Το ρωτήσαμε από που είναι και που μένει. Το παιδί ήταν εγκαταλελειμμένο, δεν είχε ούτε γονείς, ούτε σπίτι. Του είπα: «Θέλεις να έρθεις να μείνεις μαζί μας»;
Δέχθηκε και έτσι πήραμε το παιδί στο σπίτι και το κρατήσαμε τρία-τέσσερα χρόνια. Αργότερα βρέθηκαν κάποιοι συγγενείς από την Βύνιτσα, πολύ μακριά από εδώ και πήραν το παιδί μαζί τους.
Δυστυχώς τώρα δεν έχουμε επικοινωνία με το παιδί. Δεν μας πήρε τηλέφωνο, ούτε μας έστειλε γράμμα. Δεν πειράζει, ας είναι καλά το παιδί, ας το έχει καλά ό Θεός. Εμείς αυτό μπορούσαμε να κάνουμε και το κάναμε».
Θαυμάσαμε την αρχοντιά της. Ή ψυχή πού γνωρίζει να αγαπάει, να προσφέρει και να θυσιάζεται δεν παραπονιέται για την οποία τυχόν αχαριστία, ούτε απαιτεί την μόνιμη εξάρτηση του άλλου.
Παρόμοιο είναι το δεύτερο περιστατικό.
«Μία συγγενής μας έμεινε έγκυος. Επειδή δυσκολευόταν οικονομικά αποφάσισε να κάνει έκτρωση.
Την παρακάλεσα να μην κάνει κάτι τέτοιο. Ήταν ανένδοτη. Έλεγε ότι δεν μπορούσε να το μεγαλώσει.
 Έπεσα στα πόδια της, την παρακάλεσα με δάκρυα και της έλεγα ότι θα κάνει ένα έγκλημα, θα σκοτώσει έναν άνθρωπο. Δεν άλλαξε γνώμη και τότε της είπα ότι αφού δεν μπορείς να το μεγαλώσεις, θα μου το δώσεις, θα το υιοθετήσω και θα το μεγαλώσω εγώ. Έτσι πείστηκε. Το παιδί γεννήθηκε και το πήραμε σπίτι μας. Σήμερα είναι 14 χρονών».
Έτσι ή μικρή Αννα μεγαλώνει στο σπίτι της γερόντισσας.
 Πρόκειται για ένα πολύ καλό και πρόθυμο κορίτσι, πού ζει χάρη στην αγάπη της αγιασμένης γιαγιάς της.
 Το αξιοθαύμαστο είναι οτι ή γερόντισσα Ναντιέζντα όχι μόνο δεν είναι πλούσια, αλλά παίρνει σύνταξη πείνας. Μόλις έξι εύρώ τον μήνα και άλλα τόσα ή κόρη της.
Τα χρήματα δεν φτάνουν για να ζήσουν, αλλά ή γερόντισσα είναι απόλυτα παραδομένη στο θέλημα του Θεού.
Καθίσαμε κοντά της πάνω από μια ώρα. Το χαμόγελο ήταν μόνιμο στα χείλη της και ό λόγος της ένα ξεχείλισμα χαράς. Δεν ακούσαμε κανένα παράπονο, μόνο δοξολογία του Θεού. Ή μορφή της ήταν γεμάτη αγάπη και καλοσύνη.
Τα μάτια της βλέπουν ελάχιστα, τα μάτια της ψυχής της όμως είναι ορθάνοιχτα Στα χέρια της γύριζε συνεχώς το κομποσχοίνι και κάθε τόσο ψιθύριζε την ευχή του Ιησού.
Φεύγοντας, μας γέμισε ευχές: «Να πάτε στην ευχή του Θεού και της Παναγίας. Ό φύλακας άγγελος να είναι μαζί σας. Ό άγιος Λουκάς να είναι κοντά σας. Γράψτε μου τα ονόματα σας και την πόλη σας, για να προσεύχομαι για όλους σας και για τους δικούς σας. Τώρα πού θα φύγετε θα κάνω παράκληση στην Παναγία την Οδηγήτρια να σας οδηγεί και να πηγαίνει μπροστά στον δρόμο σας».
Παρόλο πού ήταν καταβεβλημένη ζήτησε επίμονα από την κόρη της να την βοηθήσει να βγει μέχρι έξω για να μας αποχαιρετίσει.
Κάθισε στην πόρτα και με δάκρυα στα μάτια μας σταύρωνε συνεχίζοντας τις ευχές. «Ό φύλακας Αγγελος να είναι μαζί σας. Ή Παναγία ή Οδηγήτρια να είναι οδηγός σας».
Μία ώρα κοντά της ήταν μία γεύση Παραδείσου.

π. Νεκτάριος Αντωνόπουλος
(ηγούμενος της Μονής Σαγματά)
Μητροπολίτης Αργολίδος

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Μοναχή Μαρία.Η Κλαιομαρία του Περισσού


  Στοιχεία για την ψυχή αύτη μας έδωσε ή μακαριστή Γερόντισσα Βρυαίνη Μπατιστάτου, Ηγουμένη της Ιεράς Μονής Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Σταμάτας - Αττικής. Τό μοναστηράκι αυτό υπήρξε τόπος αγαπημένος των παιδικών χρόνων το οποίο επισκεπτόμασταν με συγγενείς.

Ή Κλαιομαρία λοιπόν του Περισσού ήταν πρόσφυγας από τα μέρη τής Καππαδοκίας. Χήρεψε σε νεαρά ηλικία έτσι όπως όλοι πίστευαν, καθόσον ό άντρας της υπήρξε αιχμάλωτος στους Τούρκους και κανείς ποτέ δεν έμαθε νέα γι` αυτόν. Είχε δύο γιους και μία κόρη.
    Όταν ήλθε στην Αθήνα βρήκε ένα φτωχικό προσφυγικό σπιτάκι στο όποιο έκανε αγρυπνίες, αλέθοντας με το χειρόμυλο σιτάρι και λέγοντας με δάκρυα και κατάνυξη την ευχή τού Ιησού.

Μοναχή έγινε από τον Όσιο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή. Ή ζωή της ήταν ένας μεγάλος αγώνας, μία συνεχής άσκησης, μία προς το Θεό διάπυρος και αδιάκοπος αγάπη και εις αντιμισθία έλαβε το κατά Θεόν χαρμόσυνο πένθος.
     Ή ροή των ιερών δακρύων της ήταν ακατάπαυστος εις τον καιρόν μάλιστα των Ιερών Ακολουθιών και θείων Λειτουργιών.
     Ή θέση της στον ενοριακό Ναόν ήταν μόνιμος. Μπροστά της βρισκόταν ένα μεγάλο προσκυνητάρι για να κρύπτεται ή εργασία της. Αριστερά της ήταν ό τοίχος τής Εκκλησίας και εις το όπισθεν μέρος έστέκετο διακριτικά ή Γερόντισσα Βρυαίνη ως λαϊκή, έως ότου έφυγε για μοναχή. Ή μητέρα τής Γεροντίσσης Βρυαίνης την έβαζε να στέκεται εκεί για να βλέπει το ζωντανό παράδειγμα τής Κλαιομαρίας.
       Διηγείτο ή μακαριστή πλέον Γερόντισσα Βρυαίνη ότι καθ' όλο το διάστημα της Θείας Λειτουργίας άκουγε έναν υπόκωφο κλαυθμό διότι έκάθητο όπισθεν της και τον άκουγε μόνον αύτη. Μετά την απόλυση έβαζε την συνηθισμένη μετάνοια στην Κλαιομαρία και εκείνη αφού την σταύρωνε στο κεφάλι σιώπησα, έπαιρνε το αντίδωρο και σαν αστραπή έχάνετο εις ούδένα ομιλούσα για να μη χάση διά της ομιλίας, τον θησαυρό της καρδιάς της (το πένθος) και επανερχόταν εις την οικία της, ενοριακό μέσω των πικριών και των εκεί των τέκνων της δοκιμασιών μετά των οποίων έμενε. Τις δοκιμασίες δεν αυτές με καρτερία και αγόγγυστα υπέμεινε έως τέλους της ζωής της.
     Οι γιοί της δημιούργησαν οικογένειες, ή μονάκριβη όμως θυγατέρα της Μαγδαληνή όχι. Πολύ νέα έχασε το λογικό της και το τέλος της υπήρξε οικτρό. Ενώ καθόταν αμέριμνος και ασθενούσα εις την περιοχή τού Ελληνικού, κάποιο αεροπλάνο πού κατέπεσε από λάθος χειρισμό την διαμέλισε και την κατέκαψε.
     Ήπιε και αυτόν το δηλητήριο ή ευλογημένη Γερόντισσα Μαρία, ή οποία από την συνεχή ροή των δακρύων, ονομάστηκε από τον Άγιο Γέροντά της Ιωσήφ τον Ησυχαστή «Κλαιομαρία» και με αυτόν το όνομα παρέμεινε γνωστή σ' όλον τον κύκλο τής πνευματικής συγγενείας.
       Κατά την διάρκεια τής νύχτας, στα διαλείμματα τής αγρυπνίας πού έκανε κάθε βράδυ, έβγαινε από το σπίτι της και σταύρωνε τις πόρτες των γειτόνων της. Στεκόταν σε κάθε πόρτα, έλεγε την ευχή, σταύρωνε τούς ανθρώπους πού κάθονταν στο σπίτι και προχωρούσε σε άλλο», για την ίδια εργασία.
     Όταν έκοιμήθη και είχαν το τίμιο λείψανο της στο φτωχικό σπιτάκι της προς προσκύνησαν, εκείνο ευωδίασε έντονα και ή ευωδίασε ξεχύθηκε μέχρι τρείς μαχαλάδες.
     Ή ταφή της έγινε εις την Ιερά Μονή τού Πατρός Ακακίου στο Λιόπεσι Αττικής.

Από το βιβλίο ''Μοναζουσών σύναξις''Ιερομ.Δημ.Καββαδία-Αθήνα 2005

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

ΕΥΛΑΒΕΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ


Μου διηγείτο ό αιδεσιμολογιώτατος πρεσβύτερος πατήρ Παναγιώτης Κοντόπουλος για κάποιες ευλαβείς γυναίκες, οι όποιες δεν προσεβλήθησαν από τα μικρόβια του τύφου = εγωισμού της ορθολογιστικής Δύσεως.
Υπήρχε μία γριούλα κατάκοιτος. Δεν ήδύνατο να εκκλησιάζεται την Κυριακή. Όταν όμως άκουε τον γλυκύτατο ήχο της καμπάνας ανασηκωνόταν και καθόταν στο κρεβατάκι της. «Δεν είναι καλόν ή εκκλησία να διαβάζει —έλεγε— και εγώ να είμαι ξαπλωμένη».

Ή κυρία Αικατερίνα, άλλη ηλικιωμένη γυναίκα, είχε τούς εξής λογισμούς: Άραγε τελείται κανονικά ή Θεία Λειτουργία όταν δύο ιερείς μεταξύ τους είναι ψυχραμένοι και ολίγον πριν αντάλλαξαν ψυχρούς λόγους; Τότε, την ώρα καθ' ην ό ιερεύς εκφωνούσε το «Ευλογημένη ή Βασιλεία του Πατρός...», είδε ένα φωτεινό σύννεφο να σκεπάζει την Αγία Τράπεζα και τούς ιερείς... Βεβαιώθηκε έτσι για την εγκυρότητα και κανονικότητα των μυστηρίων, παρά την οποιαδήποτε πνευματική κατάσταση των λειτουργών ιερέων.

Ή γριούλα Χαρίκλεια ήτο εντελώς αγράμματη, αλλά πιστή και ευλαβής. Σέ μίαν εγχείρηση κατά την νάρκωση της φώναζε δυνατά τα ονόματα διαφόρων ιερέων Πνευματικών: «Πάτερ Λεόντιε, πάτερ Βασίλειε, πάτερ
Ιωάννη, ό Θεός να σάς έχει καλά να σώζετε ψυχές». Ενθυμείτο όταν ήταν μικρή κοπελίτσα τον πατέρα Λεόντιον στον άγιο Χαράλαμπο Θεσσαλονίκης και έλεγε πώς όταν λειτουργούσε μιλούσε μέσα στον Ιερόν Βήμα με τούς αγίους. Για τον ίδιο ιερέα αναφέρει και ό Σεβασμιότατος άγιος Νικοπόλεως Μελέτιος σ' ένα τεύχος αναφερόμενο στον π. Αγαθάγγελο Μιχαηλίδη με πόση μέθεξη ψυχής διάβαζε τις ευχές της Θείας Λειτουργίας. Ενθυμείτο και τον λαϊκόν ιεροκήρυκα, πρώην στρατιωτικό, ονόματι Νικόλαο Ρέγκο, πνευματικόν τέκνον της συνοδείας των Δανιηλαίων από τα Κατουνάκια του Αγίου Όρους. Αυτή ή κατανυκτική ψυχή, ό Ν. Ρέγκος, οσάκις έψαλλε το «Άξιον εστίν...» στην Θεία Λειτουργία δάκρυζε. Κάποιοι μιλούσαν με πολύν σεβασμό για το πρόσωπον του και για θαυματουργικές επεμβάσεις της πυριπνόου προσευχής του.


Μία άλλη ευλαβής γυναίκα, φιλόξενη απειλεί τον άγιο Σπυρίδωνα ότι εάν δεν της στείλει κάποιον άνθρωπο στην οικία της να τον φιλοξενήσει, θα ανοίξει την τηλεόραση!

Μία άλλη Σμυρναία φιλόξενη ψυχή έπρεπε κάθε Σάββατο να μαγειρεύσει ένα περιποιημένο φαγητό σέ μεγάλη ποσότητα και να έπισκεφθή τούς φυλακισμένους των φυλακών της Σμύρνης. Αυτή ή γυναίκα, παρ' ότι είχε πέντε κορίτσια, μεγάλωνε την ορφανή από μητέρα κόρη του αδελφού της. Δεν ξεχώρισε το ορφανό σέ τίποτα. Το προίκισε και το υπάνδρευσε, όπως ακριβώς και τις κόρες της. Όταν εύρίσκετο στην επιθανάτια κλίνη της σηκώθηκε λίγο πριν εκπνεύσει και έλαβε μία στάση σαν να επρόκειτο να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων. Όσοι ήσαν γύρω της είπαν ότι κάποιος άγγελος είχε έλθει να την μεταλάβει.


Υπήρχε μία αγράμματη, αλλά πιστή γυναίκα, ή οποία γνώριζε ποιό Ευαγγέλιο έχει το τυπικό της Εκκλησίας μας κατά την επομένη Κυριακή.

ΕΥΛΑΒΗΣ ΚΑΙ ΑΠΛΟΣ ΙΕΡΕΥΣ
Ένας ευλαβέστατος ιερεύς, ό όποιος χαρακτηρίζεται διά την απλότητα του, έλεγε εμπιστευτικώς σέ μία ψυχούλα.
—Όταν αρχίζω την Θεία Λειτουργία και λέγω το «Ευλογημένη ή Βασιλεία του Πατρός...» αισθάνομαι ότι όλα φωτίζονται, όλα λάμπουν και αστράπτουν. Το ίδιο γίνεται όταν λέω το «Πρόσχωμεν τα άγια τοις άγίοις».

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΕΩΣ

Ή Ευγενία Ζάκα του Σταύρου (ή Ζάκαινα) είχε κα-αγωγή Βορειοηπειρωτική από το χωριό Λόγγοι. Έζησε 78 έτη και εκοιμήθη το 1952. Κατωκησε στην Γέφυρα του νομού Θεσσαλονίκης, πλησίον στον Άξιον. Ό εγγονός της είναι ό καλός Σαμαρείτης Σταυρός Νάτσιος, πού μου διηγήθη ταύτα. Ή Ζάκαινα είχε πάντα το σπίτι της ανοικτό για φιλοξενία φαγητού και ύπνου. Ειδικά είχε αδυναμία στους αναπήρους, ορφανούς και πτωχούς. Το 1949 ένα άρρωστο παιδί το έδιωξαν από το σπίτι του. Έπασχε από μεγάλη ασθένεια, (πιθανόν φυματίωση). Αυτή, ως άνθρωπος της θυσίας και της αυταπαρνήσεως, συμμάζεψε το άρρωστο στο σπίτι της. Δεν λογάριασε ότι είχε δώδεκα παιδιά και είκοσι περίπου εγγόνια. Επί πέντε χρόνια περιποιόταν το άρρωστο με ειδική φροντίδα. Με ειδικά φαγητά, παρ' Όλες τις δυσκολίες της εποχής εκείνης. Μέχρις ότου εκοιμήθη μέσα στην μητρική αγκαλιά της. Ή Ζάκαινα υπήρξε γι' αυτό δεύτερη μάνα.
Ποτέ κακή κουβέντα δεν έβγαλε από το στόμα της. Πάντα έλεγε «έχει ό καλός Θεός. Μη στενοχωρήσθε».
Ένα παιδί της τραυματίσθηκε στον πόλεμο και έμεινε μονόχειρ. Ή μάνα Ζάκαινα έλεγε: Το χαλάλησα για την Πατρίδα. Και ό ήρωας γιός της έλεγε στον Στρατηγό του: Στρατηγέ μου προσέφερα το χέρι μου για την Πατρίδα.

Από το βιβλίο-«Απλοί και άπλαστοι και αληθηνοί άνθρωποι»Αρχιμ.Ιωαννίκιος Κοτσώνης  2000

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Ὁ μακαριστός π. Νικόλαος Ἀ. Πέττας καί ἡ πρεσβυτέρα του Ἀνθή.

Ἄρθρο τοῦ κ. Φωτίου Ἀρ. Δημητρακοπούλου, καθηγητοῦ Βυζαντινῆς Φιλολογίας στό Τμῆμα Φιλολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
Επετειακό αφιέρωμα στον π.Νικόλαο Πέττα
Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνάμεσά μας καί ἐμεῖς ὀφείλουμε νά ἔχουμε τά σωματικά καί τά πνευματικά μάτια ἀνοιχτά γιά νά τούς ἐντοπίσουμε. Δέν ἀρκεῖ ὅμως νά τούς βροῦμε, ἀλλά πρέπει καί νά τούς μιμηθοῦμε, ἀφοῦ ἡ ζωή τους ἦταν μία δοξολογία στόν ἐν Τριάδι Θεό. Μελετώντας τήν ζωή τους ἐμβολιαζόμεθα ἀπό τήν πίστη, τήν ἐλπίδα, τήν ἀγάπη τους. Τό ἀεικίνητο καί ἀδαπάνητο ποτάμι τῆς Θείας Χάριτος, δέν ὁριοθετεῖται μόνο μέσα στήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη. Ποτίζει καί ἀρδεύει τό ἴδιο νερό, ἀφοῦ προέρχεται ἀπό τήν ἴδια οὐράνια πηγή, τούς βίους τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί ἡ βιωτή τους δύναται νά ὀνομαστεῖ δεύτερο Εὐαγγέλιο καί ἀειθαλές ἄνθος τοῦ παραδείσου. Γιατί μέσα ἀπό τήν ζωή τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ ἐπαναλαμβάνεται ἔμπρακτα ὁλόκληρο τό Ἱερό Εὐαγγέλιο, ἀφοῦ ἡ θαυμαστή ζωή τους εἶναι ἡ συνέχεια τοῦ Εὐαγγελίου.


Ὁ μελετητής τῆς βιωτῆς τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ ὅσο μελετᾶ μέ προθυμία, μέ ζῆλο καί μέ ἄδολη ἀγάπη τήν ζωή καί τά ὑπεράνθρωπα κατορθώματα, θαύματα καί θαυμάσια ἔργα, τίς διδαχές τους καί τούς λόγους τους, γίνεται ἕνας ἄλλος ζωγράφος. Γιατί, ὅπως οἱ ζωγράφοι, ἀναφέρει ὁ Μέγας Βασίλειος, ὅταν θέλουν νά ἀντιγράψουν μία εἰκόνα ἀπό τήν ἄλλη, βλέπουν συχνά τό πρωτότυπο, ἔτσι καί οἱ Χριστιανοί, ὅσοι θέλουν νά μιμηθοῦν τίς ἀρετές τῶν χριστομίμητων ἀνθρώπων, μελετοῦν συχνά τό βίο τους.  
Τό γεγονός ὅτι ὅπως καί σέ παλαιότερες ἐποχές, ἔτσι καί στίς πτωχές ἀπό πνευματικότητα μέρες μας ὑπάρχουν τέτοιες πνευματικές μορφές, ὅπως τό λευιτικό ζεῦγος Πέττα ἀπό τήν Πάτρα, εἶναι παρήγορο καί ἐλπιδοφόρο.
Ὅπου καί ἄν βρεθῶ πολλά ἀκούω γιά τήν δίκαιη καί θαυμαστή ζωή τους, μέσα ἀπό τίς ἀρχές καί παραδόσεις πού κληρονόμησαν ἀπό τίς οἰκογένειές τους, ἀλλά καί ἀπό τούς πνευματικούς τους διδασκάλους. Ἔτσι κατόρθωσαν μέσα ἀπό τήν καθημερινή ἄσκηση καί τό ἀργό μαρτύριο πού ζεῖ κάθε ἀληθινά ἀγωνιζόμενος χριστιανός, νά ἀνέβουν τά σκαλοπάτια πού ὁδηγοῦν στήν Θέωση!
Ἡ γνωριμία μου μέ τόν ἡγιασμένο π. Νικόλαο ἔχει γίνει μέ τρόπο μοναδικό καί ἀποκαλυπτικό. Τόν γνώρισα καί συνεχίζω νά τόν γνωρίζω κάθε φορά καί σήμερα, ἀπό τήν ἀληθινή ζωή, ἀφοῦ συχνά μοῦ ἑρμηνεύει καί μέ καθοδηγεῖ στήν πνευματική πρόοδο. Θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά μήν γράψω κάτι παραπάνω γι’ αὐτό πού βιώνω, πάντως εἶναι μοναδικό καί μοῦ τό ἔχουν ἐμπιστευτεῖ ὡς παρόμοιο γεγονός, σεβάσμιοι κληρικοί καί ἀγωνιστές λαϊκοί. Νά ἔχει δόξα ὁ Θεός πού τόν ἡγιασμένο π. Νικόλαο καί τήν πολύαθλο Πρεσβυτέρα του Ἀνθή τούς ἔχει ἀναπαύσει καί ἀπολαμβάνουν ὡς Οὐρανοπολίτες τήν Ἄνω Ἱερουσαλήμ.
Πολλά θαυμαστά καί ἐξαίσια ἔχω ἀκούσει ἀπό αὐτόπτες μάρτυρες πού ἔζησαν τίς κοιμήσεις καί τίς ἐξοδίους στιγμές τοῦ εὐλογημένου ζεύγους αὐτοῦ, γεγονότα πού συναντῶνται σέ ἁγίες μορφές. Ἕνας βυζαντινός βίος τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου τοῦ Φιλεώτη (+ 2 Δεκεμβρίου 1110), εἶναι παράλληλος μέ τήν ζωή τοῦ ζεύγους Πέττα. Στή μοναδική λεπτομέρεια πού διαφοροποιεῖται εἶναι ὅτι ἡ πρεσβυτέρα τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου διαφωνοῦσε μέ τήν ἐπιθυμία τοῦ Ἁγίου νά μονάσει, ἐνῶ στό ζεῦγος Πέττα ἡ πρεσβυτέρα Ἀνθή δέν ἔφερνε ποτέ ἀντιρρήσεις στόν π. Νικόλαο, ἀλλά τόν ἀκολουθοῦσε σέ ὅλη τήν πνευματική του πορεία μέ μεγάλο σεβασμό.
Μάλιστα ἡ παρακάτω κατανυκτική προσευχή τοῦ Ὁσίου Κυρίλλου, τήν ὁποία ὁ ἅγιος ἔλεγε ἔνδακρυς καθημερινά, περικλείει καί τόν βίο καί τήν ἀκράδαντη πίστη τοῦ λευιτικοῦ ζεύγους Πέττα. Ἡ προσευχή αὐτή λέει: «Ἐλέησον, ἐλέησον, ἐλέησόν με, Χριστέ μου καρδιογνώστα, ἥμαρτον, μή με καταδικάσης. Πρόσδεξαι τόν κλαυθμόν μου ἐκ τῆς πικρίας τῆς ψυχῆς μου, τήν ὁποίαν ὁ ἰός, οἴμοι, τῆς ἁμαρτίας ἐνέβαλε. Τοῖς πάθεσί σου Κύριε, ἴασαι τά πάθη τῆς ψυχῆς μου. Τοῖς τραύμασί Σου, τά τραύματα θεράπευσον τοῦ νοός μου. Τῶ τιμίῳ Αἵματί Σου τό ἐμόν αἷμα καθάγνισον, ὡς γνωρίζεις, καί μέτοχον ποίησόν με τοῦ θείου Σώματός Σου. Ἡ χολή τήν ὁποίαν παρά τῶν ἐχθρῶν ἐποτίσθης, Χριστέ μου, ἄς μέ λυτρώση τό ταχύτερον ἐκ τῆς πικρίας τοῦ ὄφεως. Τό Σῶμά Σου τό τανυσθέν ἐπί τοῦ ξύλου τοῦ Σταυροῦ Σου, ἄς ἀναπετάση τόν νοῦν μου πρός τήν Σήν θεωρίαν. Ἡ κεφαλή Σου, τήν ὁποίαν ἔκλινας ἐπί τοῦ Σταυροῦ, αὐτή ἄς ὑψώση τήν κεφαλήν μου κατά τῶν ἀντιπάλων. Αἱ καθηλωθεῖσαι παναμώμητοι χεῖρές Σου, ἄς μέ ἀναγάγουν ἐκ τοῦ λάκκου τῆς ἀπωλείας, καί ἄς μέ ὡδηγήσουν ἐνώπιόν Σου.
Τό ῥαπισθέν καί ἐμπτυσθέν ὑπό τῶν καταράτων πρόσωπόν Σου τό Ἅγιον, αὐτό ἄς μοῦ στιλβώση τό πρόσωπον τό μιανθέν ὑπό τῆς ἀνομίας. Ἡ ψυχή Σου, τήν ὁποίαν ἐπί τοῦ Σταυροῦ παρέθεσες εἰς τόν Πατέρα Σου, αὐτή ἄς μέ ὁδηγήση πρός Σέ διά τῆς Χάριτός Σου, ὅπως ἐκλυτρωθῶ τῆς γλυκυπίκρου τροφῆς, εἰς τήν ὁποίαν οἱ ὡς ἐμέ χοῖροι, μετ’ εὐχαριστήσεως ἐντρυφῶσιν. Ἀξιωθῶ δέ διά Σοῦ, νά τραφῶ, ὦ Χριστέ μου, μέ τό θέλημά Σου τό ἅγιον νῦν καί εἰς τούς αἰῶνας».
Στήν πόλη πού εἶδα τό φῶς τῆς ζωῆς, στήν Πάτρα, ἀλλά καί σέ ἄλλες περιοχές τῆς Ἑλλάδας, μέχρι καί τό Ἅγιο Ὅρος, ἀλλά καί στό ἐξωτερικό, ἀκούω ἀπό ἔγκριτα πρόσωπα, λαϊκῶν καί κληρικῶν γιά τούς ἀγῶνες τοῦ ζεύγους αὐτοῦ, τίς δυσκολίες πού περνοῦσαν καί πού ἔλπιζαν μόνο στόν Χριστό, τήν ἀναγνώριση καί καταξίωση πού εἶχαν ἀπό τούς γνήσιους ἀνθρώπους, εὐρισκόμενοι ἀκόμα ἐν ζωῇ. Ἀλλά καί τόν φθόνο καί τό ἀδικαιολόγητο μίσος ἀπό ἀνθρώπους πού ὑπηρετοῦσαν τό σκότος. 
Ὅπως καί σέ ἄλλες περιπτώσεις, σάν τόν Κωστή Μπαστιά πού ἔγραφε σέ φυλλάδες ἐφημερίδων τόν «Παπουλάκο», ἔτσι καί τώρα κάποιοι πνευματικοί ἄνθρωποι πού γνώριζαν τό ζευγάρι καί ἔχουν ἔγκυρα καί ἰσχυρά ἀκούσματα καί γραπτές μαρτυρίες γιά τό διάβα τους ἀπό αὐτή τήν ζωή, θά παρουσιάσουν πρός δόξα Θεοῦ καί μήνυμα αἰσιοδοξίας στούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας, τόν βίο αὐτό τῶν εὐλαβῶν Νικολάου ἱερέως καί Ἀνθῆς πρεσβυτέρας. Ἡ πνευματική αὐτή συντροφιά θά καταγράφει ὅλα αὐτά μέ τήν ὀνομασία «Φιλόκαλοι Χριστιανοί».
Τελειώνοντας θά κλείσω μέ τό ἱερό ἐγκώμιο πού ἐποίησε ὁ πανοσιολογιώτατος Πρωτεπιστάτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους, Γέρων Μάξιμος Ἰβηρίτης στό ἱστορικό καί ἄκρο ἀποκαλυπτικό πόνημά του πού φέρει τόν τίτλο: «Νέαι ἡγιασμέναι μορφαί εἰς τόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου: Ὁ π.  Νικόλαος Πέττας (1941-4.1.2000) καί ἡ πρεσβυτέρα του Ἀνθή (1943-6.12.2012)» στό ὁποῖο ἀναφέρει ἀκριβῶς: «Χαῖρε καί ἀγάλλου περιώνυμε πόλις τῶν Ἀχαιῶν, πόλις τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου, διότι ἐβλάστησας νέα ἀειθαλῆ δένδρα, χρυσίζοντα εἰς τόν ἥλιον, χρυσίζοντα εἰς τούς αἰῶνας!».

Δημοσιεύτηκε στήν ἐφημερίδα τῆς Ἑλληνορθόδοξης Κοινωνίας Προσώπων: ΔΙΨΩ, ἀρ. φύλλου 189, Σεπτέβριος 2013, σ. 8.

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Η ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΕΥΛΑΜΠΙΑ ΡΩΜΑΝΙΔΟΥ

του Πρεσβ. π. Λαμπρου Φωτοπούλου
 (απόσπασμα - αναδημοσίευση από το Περιοδικό “Εφημέριος”)

Η καταγωγή
Η Ευλαμπία Ρωμανίδου, μητέρα του πατρός Ιωάννη Ρωμανίδη, κατήγετο από την Αραβισσό της Καππαδοκίας, μια περιοχή που ποτέ δεν έπαυσε να συζητάη θεολογικά, ακόμα και μετά τούς μεγάλους Καππαδόκες Πατέρες (Βασίλειο το Μεγα και Γρηγόριο Νυσσης).
Γεννημένη πριν από την καταστροφή (το 1895), μεγάλωσε σε ένα χώρο βαθειάς πίστης. Στο χώρο αυτό η Ορθοδοξία ήταν πρώτη αξία, η γλώσσα και η καταγωγή το δευτερεύον. Ανήκε σ΄εκείνον τον μεγαλειώδη λαο των Καραμανλήδων, που με την δική του ελληνική γραφή, τα σημαντικά μνημεία του, τα μοναδικά ήθη και έθιμά του μετέφρασε το ορθόδοξο βίωμα των ασκητών και των αγίων σε καθημερινή πράξη.
Το θεολογικό πρότυπο των Καππαδοκών είναι η μίμηση των αυστηρών ησυχαστών, όπως των στηλιτών αγίων Συμεών και Δανιήλ, του αγίου Αλεξίου του Ανθρώπου του Θεού, κ.α. Η προσωπικότητα του αγίου Αλεξίου, ειδικότερα, τόσο μεγάλη εντύπωση είχε κάνει στούς Καππαδόκες, λόγω της υπερβολικής νηστείας, της ξενιτείας και της σκληρής άσκησης, ώστε πολλά τραγούδια γράφτηκαν γι αυτόν που τραγουδιώνται ακόμη. Καθε σαρακοστή στην Καππαδοκία επικρατούσε περισυλλογή, μνήμη θανάτου, προσευχή και άσκηση. Το κέντρο της κοινωνικής ζωής του Καππαδόκη ήταν ο Ναός και πνευματικό κατόρθωμα ήταν η άσκηση στη νοερά προσευχή. Δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η αναπνοή της Καππαδοκίας ήταν στο ρυθμό της Ευχής “Κυριε Ιησού Χριστέ (εισπνοή), ελέησόν με (εκπνοή)!”
Μεσα σε αυτό το πνευματικό περιβάλλον μεγάλωσε η Ευλαμπία Ρωμανίδου.

Τα παιδικά χρόνια
Τα παιδικά χρόνια της Γερόντισσας Ευλαμπίας ήσαν μέσα στον πόνο. Πονος βαθύς, αλλά σωτήριος. Δωδεκάχρονο κοριτσάκι γνώρισε την φοβερή σφαγή των γονέων της, ένα γεγονός που τα παιδικά μάτια το τύπωσαν βαθειά μέσα στην ψυχή της. Εν τούτοις η εμπειρία αυτή, αντί να αποβή καταστρεπτική για την Ευλαμπία, ήταν το ουράνιο μήνυμα να πάρη την καλή στροφή, να αγαπήση τον Χριστό και την Εκκλησία.
Κοινωνικά η Ευλαμπία έμεινε ορφανή, αλλά πνευματικά απέκτησε μια παντοδύναμη προστασία. Η Βασίλισσα των Ουρανών, η των ορφανών βοηθός, την πήρε κάτω από τη δική της σκέπη. Με θαυμαστή απλότητα για τόσο μεγαλειώδεις εμπειρίες μιλούσε αργότερα στις μοναχές η γερόντισσα και έλεγε πως της παρουσιαζόταν η Παναγία, πως την έπαιρνε από το χέρι και την έσωζε από διαφόρους ψυχικούς κινδύνους. Από γλέντια που γίνονταν γύρω της την εμπόδιζε, την απομάκρυνε. Μετά ερχόταν πολλή διάθεση για προσευχή. Ετσι από μικρό παιδί επικοινωνούσε δια της προσευχής με το Θεο!
Άραγε, τι είδους προσευχή να έκανε η μικρή ορφανή Ευλαμπία; Σε μια έγγραφη εξομολόγηση που άφησε, λέει τα εξής: “Δωδεκα χρονών που ήμουν, προσευχή που έκανα αυτή ήταν. Παράκληση, Εξάψαλμος, Απόδειπνο, Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Ετσι περνούσα το χρόνο μου. Αυτούς τούς λόγους δεν τούς άφηνα από το μυαλό μου νύχτα και μέρα. Κυριε Αγαθέ, τα αγαθά σου μη μου στερήσης, από κάθε τι, να ακούω τα λόγια σου. Από απρεπή πράγματα με την βοήθειά Σου, Κυριε μου, φύλαξέ με. Κυριε, κατά την εντολή Σου, όπως ξέρεις εσύ, Κυριε, ο λάρυγγάς μου, ο,τι λέει δικός Σου είναι. Η Βασίλισσα η Παναγία μας, με τις πρεσβείες Της και των αγίων... Και από όλους αυτούς ευλογητός είσαι εις τούς αιώνας των αιώνων. Αμήν”.

Στην προσφυγιά
Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή έρχεται στην Ελλάδα και εγκαθίσταται στον Πειραιά. Παντρεύεται τον συμπατριώτη της Σαββα Ρωμανίδη και αποκτά το πρώτο της παιδί, αγόρι. Το έχει ταμένο στον επίσης πρόσφυγα, άγιο Ιωάννη το Ρώσσο. Αξιώνεται, όταν το παιδί έγινε 2 ετών, να πραγματοποιήση το τάμα της και να το βαπτίση, τον μετέπειτα ιερέα Ιωάννη, στο Προκόπι Ευβοίας, όπου είχε εναποτεθή το ιερό Λείψανο.
Η ζωη στην Ελλάδα είναι δύσκολη και η οικογένεια Ρωμανίδη μεταναστεύει το 1927 στην Αμερική.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής η Ευλαμπία Ρωμανίδου βοηθά τον σύζυγό της στη ραπτική, ένα επάγγελμα που τούς έδωσε τη δυνατότητα να μεγαλώσουν τα δύο παιδιά τους. Η πολυπολιτισμική κοινωνία, με την ποικιλόχρωμη θρησκευτικότητα και τις διαφορετικές αξίες, δεν την επηρέασαν, αντίθετα της έδωσαν την πρόκληση για ιεραποστολή. Πολεμάει με τις όποιες δυνάμεις διαθέτει τον προτεσταντικό περίγυρο. Η θερμότητα της πίστης της κάνει εντύπωση. Οι αιρετικοί διαβλέπουν ότι θα είναι μεγάλη επιτυχία γι αυτούς αν προσηλυτίσουν στις ιδέες τους αυτήν την Καπαδόκισσα με την πολλή πίστη. Δεν παραγνωρίζουν και το αξιόμαχο της αντιπάλου. Οργανώνουν έτσι πραγματική “επιχείρηση” για τον προσηλυτισμό της, στην οποία συμμετέχουν 10-15 άτομα. Την επισκέπτονται και προσπαθούν μέσα από την αγία Γραφή, με τα γνωστά τους επιχειρήματα, να την κλονίσουν. Η Ευλαμπία έχει άλλα, μεγαλύτερα και ακαταμάχητα επιχειρήματα. Τούς αφήνει για λίγο μόνους και καταφεύγει στούς αγίους, που έχει στο “εικονοστάσι” του δωματίου της. Προσεύχεται με θέρμη να την φωτίση ο Θεός. Και, ω! του θαύματος! Μια δυνατή βοη βγαίνει από τις εικόνες. Την ακούν και οι Προτεστάντες και τρέπονται σε άτακτη φυγή. Εκτοτε δεν την ξαναενόχλησαν.

Ιεραπόστολος
Η γερόντισσα Ευλαμπία είχε βεβαιωθεί ότι η μόνη αλήθεια είναι η Ορθόδοξη Πιστη και δεν υπάρχει άλλος τρόπος σωτηρίας από το Ορθόδοξο Άγιο Βαπτισμα. Ετσι, όταν έμαθε ότι η κόρη της παντρεύτηκε στην Ν. Ζηλανδία έναν ετερόδοξο, τον Malcolm, ανώτερο κρατικό υπάλληλο, κατάλαβε ποιο είναι ακριβώς το καθήκον της. Πηγαίνει στην Ν. Ζηλανδία και μένει εκεί μέχρις ότου να κατηχήση σωστά τον γαμπρό της και να τον βαπτίση ορθόδοξο με το όνομα Μάρκος. Δεν εγκαταλείπει την Νεα Ζηλανδία πριν να εκπληρώση και τον άλλο ιερό σκοπό της: Να ιδρύση Ορθόδοξη Εκκλησία στο Christchurch, τη δεύτερη μεγάλη πόλη της χώρας αυτής.
Μια προσφυγοπούλα ράφτρα από την Αμερική, χωρίς συνδρομή ιεραποστολικών κλιμακίων και οικονομική υποστήριξη, μόνη με μόνο το Θεο στην καρδιά της, γίνεται ισαπόστολος και ιδρύει Ορθόδοξη Εκκλησία στις εσχατιές της Γης...

Η μοναχή
Μετά το θάνατο του συζύγου της προσφέρει τις υπηρεσίες ως ράπτρια στο αντρικό μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στη Βοστώνη και συγχρόνως αρχίζει μόνη της να ασκήται στην μοναχική ζωη. Παίρνει έτσι σταθερά την απόφαση να γίνη μοναχή. Η ευκαιρία δεν άργησε να δοθή. Ο γιός της, ο π. Ιωάννης, επιστρέφει οικογενειακώς στην Ελλάδα και η γερόντισσα τον ακολουθεί ενημερώνοντάς τον συγχρόνως για τις προθέσεις της.
Με την μεσολάβηση του π. Ιωάννη και την συνδρομή του (νυν) Επισκόπου Τυρολόης και Σερεντίου κ. Παντελεήμονος Ροδοπούλου ο π. Πολύκαρπος Μαντζάρογλου τη συνιστά στο Ιερό Ησυχαστήριο “Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος” Σουρωτής Θεσσαλονίκης, όπου γίνεται δεκτή ως δόκιμη στις 17/1/1971. Στις 4/5/1973 γίνεται η κουρά της σε μεγαλόσχημη, χωρίς να αλλάξη το βαπτιστικό της όνομα, κατά παράκληση του π. Ιω?ννη.
Ως μοναχή ουδέποτε παρέλειπε τον κανόνα της. Τα μεσάνυχτα προσευχόταν ανελλιπώς με τον τρόπο που είχε συνηθίσει από νέα. Εξηγούσε δε με τον ακόλουθο χαρακτηριστικό τρόπο την συνήθειά της αυτή: “τότε, παιδί μου, ανοίγει ο ουρανός”, έλεγε.
Στο μοναστήρι έζησε μέχρι το 1980, οπότε κοιμήθηκε εν Κυρίω οσιακά, όπως το ζητούσε αδιάκοπα από το Θεο: “Το όνομά μου εν βίβλω ζωής να περάση. Ειρηνικά χριστιανικά τα τέλη της ζωής μου δος μου...”
Προγνώριζε το θάνατό της και το έλεγε (το 1980) στις αδελφές που την υπηρετούσαν, όταν της μιλούσαν για γεγονότα που θα γίνονταν αργότερα (κτίσιμο ναού αγίων Αρχαγγέλων). Άλλωστε, το γεγονός του θανάτου ήταν η μελέτη της καρδίας της από ηλικίας 12 χρονών· “τον θάνατο να μην βγάλω από το νου μου Κυριε δος μου”, έλεγε. Ο Θεός της έδωσε τούς τελευταίους μήνες της ζωής της όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να προετοιμαστή για το μεγάλο πέρασμα.

“Εις μνημόσυνον αιώνιον”
Ποσο διαφορετική είναι αυτή η γερόντισσα από όλα εκείνα τα τεχνητά μοντέλα που “λανσάρει” το θρησκευτικό “star system” της εποχής μας.
Εχοντας την χάρη του “ταπεινού και ησυχίου” Αγίου Πνεύματος υποτάχθηκε στο θέλημα του Τριαδικού Θεού. Υπ?μεινε την ορφάνια και την προσφυγιά με πίστη στο Θεο και αδιάλειπτη Προσευχή. Εζησε μέσα στον κόσμο αφοσιωμένη στα καθήκοντά της ως σύζυγος και μητέρα και, όταν αποφάσισε να μονάση, προέκρινε ταπεινά την υπακοή σε ένα Ορθόδοξο Μοναστήρι.-

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

H αγράμματη γιαγιά που έφθασε στη θέωση!

"Στο μεταξύ, το 1963, λίγο μετά την αναχώρηση τού πατέρα για το Όρος ανήμερα Μεγάλη Παρασκευή» είχε κοιμηθεί και ή μητέρα τού Γέροντα [ Εφραίμ του Κατουνακιώτη ] Αυτή ή υπέροχη γυναίκα αφενός αξιώθηκε δύο μέρες προ τού θανάτου της να γίνει μεγαλόσχημη μοναχή με το όνομα Μαρία -παρακαλούσε την Παναγία μια ζωή γι' αυτό- αφετέρου είχε έναν χαριτωμένο, οσιακό όντως θάνατο. Γλυκιά και παρήγορη στους γύρω της ψυχή, όταν για λόγους καρδιακής πάθησης μπήκε στο Νοσοκομείο του Στρατού, εξέπληξε τους πάντες με την ευγενική της γλώσσα. Πήγαινε ό γιατρός να την επισκεφθεί: «Καλώς τον χρυσό μου τον γιατρό. Τι κάνετε; Πώς είσθε; 'Η κυρία σας, τα παιδάκια σας Είναι καλά;» προλάβαινε και ρωτούσε με χάρη. «Μα, αυτή ή γιαγιά», έλεγαν θαυμάζοντας οι γιατροί «αντί να της δώσου­με θάρρος εμείς, αυτή εμψυχώνει και παρηγορεί εμάς». Τον γιο της τον μικρό» τον αξιωματικό, τον αγαπούσε πολύ. Όταν πήγαινε να την επισκεφθεί. το διαισθανόταν και έλεγε τάχα εμπιστευτικά στην τότε αρραβωνιαστικιά και μετά σύζυγο του: «Έρχεται ο δικός σου». Και να σε λίγο ό αξιωματικός. Απορούσε ή κοπέλα, αν μία πεθερά μπορεί να λέει «ο δικός σου». Κι όμως μπορούσε. 
Ό Γέροντας, Όταν έμαθε ότι μπήκε στο Νοσοκομείο, έστειλε ένα σχήμα και ένα πολυσταύρι στον αδελφό του και του έγραψε να την κάνουν μοναχή, «διότι δεν θα βγει από το Νοσοκομείο ζωντανή», βεβαίωνε. 
Διηγείται ή κόρη της: «Όταν ή μητέρα μας έγινε μεγαλό­σχημη στο Νοσοκομείο (σε όλη την ζωή της είχε την επιθυμία να γίνει μοναχή), ενώ τις άλλες ήμερες ήταν σιωπηλή (καθώς έλεγαν οι νοσοκόμες), την ήμερα και το βράδυ εκείνο συνεχώς μιλούσε! Εγώ κάθισα κοντά της όλη εκείνη τη νύχτα. Το πρόσωπο της έλαμπε, είχε γίνει φωτεινό μετά την κουρά της! Μιλούσε και κοίταζε προς τον ουρανό! "Τι λέγεις, μητέρα;" τη ρωτούσα, "τι βλέπεις;" "Τι να σου πω, παιδί μου, τι Όμορφα! Τι έβλεπα! Άλλα που βρίσκομαι;" Τότε συνερχόταν, και καταλάβαινε ότι ήταν στο Νοσοκομείο. 
-Μετά μία εβδομάδα πού ήταν στο Νοσοκομείο, και ενώ ήταν καλά και θα έβγαινε, παρουσίασε έναν πυρετό υψηλό, ανεξήγητο. Ξημερώματα Μεγάλης Παρασκευής κοιμήθηκε. Ό θάνατος της ήταν ήσυχος, ειρηνικός. Ήρθε ή μοναχή πού την είχε αναλάβει κατά την κουρά και την έντυνε, δηλαδή την ετοί­μαζε. Αμέσως αισθάνομαι έντονη ευωδία, άρρητη ευωδιά! Λέω τότε στη μοναχή: "Καλά, κι εσείς οι μοναχές βάζετε αρώμα­τα;" "Όχι, κυρία Ελένη", άπαντα, "δεν βάζουμε αρώματα. Αυτό πού ευωδιάζει, εγώ το αισθάνθηκα αμέσως, την ώρα πού την άλλαζα. Βγαίνει από το σώμα της μητέρας σας. Περίμενα να το αισθανθείτε κι εσείς, γι' αυτό δεν έλεγα τίποτε. Αυτό είναι σημάδι αγιότητας. Είναι σημάδι ότι σώθηκε ή μητέρα σας". Μείναμε κατάπληκτοι! 
-Ο ιερέας κατά την κηδεία θαύμαζε και έλεγε ότι πρόκει­ται περί άγιας ψυχής! Σαν ίδρωτας έβγαινε από το σώμα της μητέρας μύρο! Τα ρούχα μας, πού ήρθαν σε επαφή με το σώμα της μητέρας μας (την αγκαλιάζαμε και την φιλούσαμε), επί μιαν εβδομάδα ευωδίαζαν! Κατά την κηδεία περισσότερο ευωδίαζε ή μητέρα μας παρά ό επιτάφιος». 
Και ό ίδιος ό Γέροντας ομολογούσε: «Ναι, έτσι έγινε, αφού έπεσα, τρόπον τινά, σε μνησικακία. Να, το εξομολογούμαι. Μία γυναίκα, λέω, χωριάτισσα, αγράμματη, που έφθασε! Όταν προσευχόμουν γι' αυτήν, έπαιρνα* δεν έδινα! Πλημμύριζα από χάρη. 
-Είδα σαν μια θεωρία, να πούμε. Πήγαινε ή μητέρα μου στον Χριστό: "Καλώς τη Μαρία, καλώς τη Μαρία". Χρόνια έχουμε εμείς εδώ, για να αποκτήσουμε αυτήν την κατάσταση. 
-Πολλές φορές έβλεπα Ότι ή μητέρα μου είναι ό γέρο-Ιωσήφ, και ο γερο-Ιωσήφ μητέρα μου. Ένα πράγμα και οι δύο... 
-Είδα ότι είχαν με τον γερο-Ιωσήφ την ίδια πνευματική κατάσταση. Και πριν πεθάνει, και μετά τον θάνατο της, είχα πληροφορία, την ίδια πληροφορία: ή μητέρα μας έφθασε σε υψηλά πνευματικά μέτρα. Πώς να το πεις τώρα. Νερώνεις το κρασί με το νερό ή το νερό με το κρασί, ένα θα γίνει. Έτσι κάπως. Ό γέρο-Ιωσήφ μητέρα μου, και ή μητέρα μου γέρο-Ιωσήφ ήτανε. 

-Ή μητέρα μου δεν είχε παράδειγμα, μονάχη της έκανε υπομονή στις θλίψεις. Και στο βιβλίο του γέρο-Ιωσήφ βλέπει κανείς την πολλή υπομονή πού έκανε στις θλίψεις. Για τον Ιώβ γράφει ο άγιος Χρυσόστομος ότι είχε και άλλες αρετές, άλλα για τη μεγάλη του υπομονή, το να μη γογγύζει, επαινέθηκε από τον Θεό»." 

Aπό το βιβλίο: «Γεροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης», 
Εκδ . Ι . Ησυχαστηρίου «Αγιος Εφραίμ», Κατουνάκια Αγίου Ορος. H φωτογραφία είναι απο το μικρο και λιτότατο κελλακι του γεροντα,εκεί οπου δεχοταν τις επισκέψεις της Χάριτος κατά τις πολύωρες προσευχές του .ο παπα Εφραιμ ειναι καθισμενος στο ασκητικό κρεββατι του. 
ΠΗΓΗ

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Μιά ευλαβέστατη γυναίκα ονόματι Βασιλική


ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΗΣ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Στο Μεσολόγγι ζούσε μία ευλαβέστατη γυναίκα, ονόματι Βασιλική (Κούλα την φώναζαν), παντρεμένη με τον Δημήτριο, ψαρά στο επάγγελμα. Ήταν και οι δυο πολύ πιστοί και πολύ απλοί άνθρωποι.

Όταν ή Βασιλική ήταν νέα, την ήμερα των Θεοφανείων «είδε τους; ουρανούς ανεωγμένους» και τούς Αγγέλους τού Θεού να ψάλλουν. Γι' αυτό έλεγε: «Αυτή την ήμερα μη φεύγεις από την εκκλησία, έστω και αν καίγεται το σπίτι σου, γιατί ανοίγουν οι ουρανοί».
Το σπίτι πού κατοικούσαν ήταν Ισόγειο και για πάτωμα είχε τσιμέντο, Όταν έβρεχε γέμιζε νερό πού έφθανε τα είκοσι εκατοστά. Είχαν τοποθετήσει πέτρες για να πατάνε και με ένα "γκιούμι" άδειαζαν το νερό. Το χειμώνα δεν έστρωναν κουρελούδες για να έχουν λίγη ζέστη, γιατί μούσκευαν από τα νερά. Αλλά μέσα σ' αυτό το παγωμένο σπίτι ή καρδιά τους χτυπούσε πολύ ζεστά για τον Χριστό και τα πρόσωπα τους ήταν πάντα χαρούμενα και ειρηνικά. Ή θεία Χάρι τούς φύλαγε και δεν αρρώσταιναν.

Είχαν στο σπίτι τους μία εικόνα της Παναγίας θαυματουργή, μπρος στην οποία άναβαν ακοίμητο καντήλι και εκεί έκαναν τις προσευχές και τις μετάνοιες τους. Στην Εκκλησία πήγαιναν πάντα Κυριακές και εορτές.

Όταν εκοιμήθη ό Δημήτριος, ή σύζυγος του Βασιλική άρχιζε να μοιράζει τα υπάρχοντα της. Κράτησε μόνο τα απολύτως απαραίτητα και τα υπόλοιπα τα έδωσε ελεημοσύνη. Άδειασε το σπίτι της. Γύριζε με το Ευαγγέλιο στη μασχάλη και το διάβαζε ευκαίρως - ακαίρως με πολλή ευλάβεια. Από την σύνταξη της κρατούσε ένα μικρό μέρος για τις ανάγκες της και τα υπόλοιπα τα μοίραζε στους φτωχούς. Την ρωτούσε ό γιός της τί τα κάνει τα χρήματα, και αυτή απαντούσε: «Τα ξόδεψα, παιδί μου».

Μία Κυριακή πήγε κατά τη συνήθεια της στην Εκκλησία και κοινώνησε. Όταν επέστρεψε και έφθασε έξω από το σπίτι της κατάλαβε ότι έφθασε το τέλος της. Εκεί μπροστά στην πόρτα του σπιτιού γονάτισε, έκανε τον σταυρό της και φώναξε τη νύφη της πού έμενε δίπλα, λέγοντας της ότι πεθαίνει. Και έτσι γονατιστή και σταυροκοπημένη παρέδωσε το πνεύμα της στον Κύριο τον όποιον τόσο αγάπησε εκ νεότητας της και τήρησε πιστά τις εντολές Του.' Εκοιμήθη περίπου το έτος 1970.

Όταν έγινε γνωστή ή κοίμηση της γέμισε το σπίτι της φτωχούς ανθρώπους. Ό ένας έλεγε «έμενα μού έδωσε κουβέρτα, Θεός σχωρέσ' την», ό άλλος έλεγε «μού έδωσε πιάτα», ό άλλος «ποτήρια», ό άλλος «χρήματα». Έτσι αποκαλύφθηκε μετά την κοίμηση της πού πήγαιναν τα πράγματα και τα χρήματα της.

Όσο ζούσε την επισκεπτόταν ή αδελφή της Γεωργία με τον εγγονό της. Ή συμβουλή της ήταν: «Να διαβάζεις, παιδί μου, Ευαγγέλιο. Αυτό είναι το καλό το βιβλίο».

Από το βιβλίο''Υποτακτικόν από τη ζωή των μοναζουσών''
Ιερόν Δοχειαρίτικο κελίον Αγ.Ιωάννη του Θεολόγου,Άγιον όρος 2012
πηγή