Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μνημόσυνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μνημόσυνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Ψυ­χο­σάβ­βα­το και πά­λι...

Στο­λι­σμέ­να μι­κρὰ πι­α­τά­κια, μὲ τὴ λευ­κὴ τὴ ζά­χα­ρη νὰ σκε­πά­ζει τὸ βρα­σμέ­νο στά­ρι καὶ πά­νω της, ἕ­νας λι­τὸς σταυ­ρὸς ἀ­πό τριμ­μέ­νη κα­νέλ­λα ἤ λευκὰ ἀμύγδαλα, γιὰ νὰ εἶναι, ὅσο γίνεται, καὶ πιὸ καλωπισμένα.Στο­λι­σμέ­να, λοι­πόν, τὰ πιά­τα στὴ σει­ρὰ, μ᾿ ἕ­να κε­ρὶ στὸ κα­θέ­να πά­νω του νὰ φέγ­γει καὶ συ­νά­μα νὰ «με­λε­τᾶ» τὰ ὀ­νό­μα­τα, γιὰ ὅ­σους ἔ­γι­νε τὸ κό­λλυ­βο αὐ­τό, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τοὺς πάπ­που-πρὸς πάπ­που- ἐ­κεί­νους, δη­λα­δὴ, ποὺ δὲν ἔ­χουν γρα­φεῖ τὰ ὀ­νό­μα­τά τους στὸ χαρ­τὶ, ποὺ πα­ρα­δί­δε­ται μὲ τὸ πρό­σφο­ρο γιὰ μνη­μό­νευ­ση στὸν ἱ­ε­ρέ­α.
Τὸ θέμα εἶ­ναι, ὅτι τὰ ὀ­νό­μα­τα ἐ­κεῖ­να δὲ γρά­φτη­καν, ὄ­χι γιὰ ἄλ­λον λό­γο, μὰ ἐ­πει­δὴ μὲ τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν τὰ λησμόνησαν οἱ ἄνθρωποι. Ὡσόσο, εὐτυχῶς ποὺ θυμᾶται ὁ Θεὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει ὅλους τοὺς καταλόγους Του πλήρως ἐνημερωμένους (πρβλ. Ἀπ.3,5)
Ἀ­πο­με­σή­με­ρο Πα­ρα­σκευ­ῆς, σὲ ὥ­ρα ἑ­σπε­ρι­νὴ, ἤ τὸ πρω­ῒ στὴ Λει­τουρ­γί­α, κο­μί­ζον­ται τὰ πι­α­τά­κια αὐ­τὰ καὶ μὲ τὸ τέ­λος τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας ἤ τῆς Λει­τουρ­γί­ας, ἑ­ορ­τί­ως μοι­ρά­ζον­ται…

Ἡ εὐ­χὴ εἶ­ναι «χρό­νια πολ­λὰ». Για­τὶ, ἄ­ρα­γε; Θέ­λω νὰ πι­στεύ­ω ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν ἀ­φο­ρᾶ ἐ­μᾶς τοὺς ζῶν­τες, ὅ­σο τὴν ἴ­δια τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ εἶ­ναι ἕ­να πα­νη­γύ­ρι, μιὰ σύ­να­ξη, μιὰ λαμ­πρὴ ἑ­ορ­τὴ. Ἑορτὴ πρὸς τιμὴν καὶ μνήμην πάντων «τῶν ἐπ᾿ ἐλπίδι ἀναστάσεως κεκοιμημένων». Κι αὐ­τό, ἐ­πει­δὴ μέ­σα στὴν ἐκ­κλη­σί­α συμ­βαί­νουν ὅ­λα τὰ «πα­ρά­δο­ξα», ἐ­κεῖ­να, δηλαδή, ποὺ δὲν τὰ κα­τα­λα­βαί­νει ὁ κό­σμος, για­τὶ ἔ­χει τὴ δι­κή του τὴ λο­γι­κὴ, τὸ δι­κό του τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο προ­σεγ­γί­ζει τὰ γε­γο­νό­τα…..Για­τὶ ὁ κό­σμος δὲν μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­λά­βει τὸ τι ση­μαί­νει νὰ γι­ορ­τά­ζεις, νὰ πα­νη­γυ­ρί­ζεις τὸ θά­να­το ἑ­νὸς νέ­ου λ. χ. μάρ­τυ­ρα, ἤ ἔ­στω ἑνὸς γέ­ρον­τα ὁ­σί­ου. Ἐ­πει­δὴ θε­ω­ρεῖ τὸν θά­να­το, ὄ­χι ὡς μί­α δι­α­δι­κα­σί­α ὕ­πνου φυ­σί­ζω­ου, ἀλ­λὰ ὡς τὸ τέ­λος ἑ­νὸς βι­ο­λο­γι­κοῦ κύ­κλου, ὁ ὁ­ποῖ­ος καὶ κλεί­νει τὰ πάν­τα… Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ στοὺς κο­σμι­κοὺς τοὺς κύ­κλους, ἀν­τί­θε­τα μὲ ἐ­κεί­νους τῶν πι­στῶν, γι­ορ­τά­ζε­ται ὡς γε­νέ­θλιος ἡ­μέ­ρα, ἐ­κεί­νη, ἡ τῆς εἰ­σό­δου στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ λέ­γε­ται ζω­ή.

Ἐδῶ ὅμως τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικὰ καὶ, τὸ κυριώτερο, ξένα πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου. Γιατὶ στὸ σημερινὸ τὸ πανηγύρι παρατίθενται τὰ πιάτα μὲ τὰ κόλυβα γιὰ νὰ τονίσουν καὶ νὰ ἐξάρουν τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου, ἀφοῦ κατὰ τὸ Τρισάγιο, μόνο ὀνόματα Κεκοιμημένων μνημονεύονται. Ἑπομένως, μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀντινομία, τὴν ὁποία ἐπεξεργάζεται σωτηριολογικὰ ἡ Ἐκκλησία, ἀνυψώνεται ἡ εὐαισθησία τοῦ κάθε πιστοῦ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους του, ποὺ τοὺς θεωρεῖ, κατὰ τὸν Νίκο Γαβριὴλ Πεντζίκη «πολύτιμους λίθους». Γιατὶ οἱ μορφὲς τους κοσμοῦν πολλὲς, εὐλογημένες καὶ φωτεινὲς φάσεις τῆς ζωῆς μας· φάσεις τοῦ χθὲς, πασπαλισμένες μὲ τὴ νοστ(ο) αλγία τῆς δικιᾶς τους συμβολῆς. Γι᾿ αὐτὸ ἀπόψε κι αὔριο, μέσα στὴν ἀσκοπη φρενίτιδα τῶν ἡμερῶν αὐτῶν, τῆς καρναβαλικῆς, δηλαδὴ, «Ἀποκριᾶς», ὅπου κυριαρχεῖ ἡ λήθη ὡς ἀξία γιὰ τὴν ἔξοδο ἀπό τὶς πραγματικότητες τοῦ βίου, οἱ ὁποῖες συνθλίβουν, ταράζουν καὶ κατακρεουργοῦν τὴ ζωή, ἀπόψε κι αὔριο, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία μᾶς συγκαλεῖ καὶ μᾶς προτρέπει νὰ θυμηθοῦμε. Κι ἐνθυμούμενοι νὰ τιμήσουμε αὐτοὺς ποὺ μνημονεύουμε, γι᾿ αὐτὸ καὶ τοὺς καλοῦμε αὐτὴ τὴν ὥρα νὰ μᾶς προσέξουν ὅτι εὐχόμαστε γι᾿ αὐτοὺς. Γνωρίζοντας παράλληλα μὲ αὐτὸ καὶ κάτι ἀκόμα: ὅτι μέσα στὸ Χῶρο τῆς Βασιλέιας τοῦ Θεοῦ πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς μπορεῖ νὰ ἔχουν ταχθεῖ στὶς στρατιὲς τῶν Ἁγίων… Δηλαδὴ μπορεῖ νὰ μεσιτεύουν γιὰ μᾶς, ἐνῶ ἐμεῖς τὸ ἀγνοοῦμε· νὰ στεκουν σιμά μας, ὡς φύλακες καὶ συνοδοιπόροι, δίχως νὰ περιμένουν τίποτε ἄλλο ἀπὸ μᾶς, παρὰ μονάχα νὰ εὐχόμαστε, ὥστε νὰ εἶναι ἀναπαυμένοι. Γιὰ νὰ εἴμαστε αὔριο κι ἐμεῖς τὸ ἴδιο, ὅταν κάποτε ἀναχωρήσουμε ἐκ τῶν προσκαίρων καὶ κάποιοι εὔχονται γιὰ τὴ δικιὰ μας τὴν ἀνάπαυση…

Ἴσως γι᾿ αὐτὸ τὰ κόλλυβα γίνονται ἀπό τὴν ἴδια τὴν ὕλη ποὺ γίνεται τὸ ψωμί καὶ κατ᾿ ἐπέκταση ὁ Ἄρτος, ποὺ μεταβάλλεται σὲ Σῶμα Κυρίου, γατὶ στηρίζει. καὶ ὄχι μόνο, τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου…
π. Κωνσταντίνου Καλλιανού/πηγή

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Ο ευλαβέστατος ιερέας και η θυγατέρα του..

   Σ’ ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί ζούσε προ ετών ένας ιερέας ευλαβέστατος. Η ψυχούλα του ήταν γεμάτη στοργή για το ποίμνιό του και ειδικά για τους πονεμένους. Έφτασε όμως η μέρα που δοκιμάστηκε κι εκείνος και πόνεσε πολύ.
Η κόρη του, μια εξαιρετική κοπέλα, είχε παντρευτεί πρόσφατα μ’ ένα νοικοκυρεμένο παληκάρι. Έφτασε, λοιπόν, ο καιρός να φέρει στον κόσμο το πρώτο παιδάκι της. Κατά τον τοκετό όμως, πέθανε! Πήγε Μάρτυρας να συναντήσει τον Πλάστη της, αφήνοντας πολύ πόνο πίσω της.
Ο ιερέας πατέρας της πόνεσε κι αυτός πολύ στο χωρισμό, αλλά με ακλόνητη Πίστη στο Θεό πρόσφερε δοξολογία στο άγιο όνομά Του. Την αγάπη του δε, για την θυγατέρα του εξέφραζε με θερμές προσευχές για την ψυχή της και με κρυφές ελεημοσύνες.
   Ο ιερέας είχε έναν αδελφό καπετάνιο που, απόμαχος πια της θάλασσας, είχε γίνει στεριανός για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Είχε δημιουργήσει περιουσία κι απολάμβανε πλέον τους κόπους του. Δυστυχώς όμως ήταν σχεδόν άπιστος, παρ’ όλο που είχε καλή καρδιά. Τα βραδάκια, όταν μαζεύονταν στο φιλόξενο σπίτι του παπά μαζί με μερικούς φίλους, κάποιους αγαθούς νησιώτες που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην εκκλησία, έπιναν το ζεστό τους φασκόμηλο και κουβέντιαζαν. Ο καπετάνιος ένα βράδυ ειρωνεύτηκε τον ιερέα και του είπε:
- Σιγά καημένε παπά, μην υπάρχει άλλη ζωή και σε βλέπει η κόρη σου τι λέμε και τι κάνουμε!
Ο ιερέας με πραότητα προσπάθησε να τον βοηθήσει ν’ αποβάλει την απιστία,   γιατί ήξερε πως κατά βάθος υπέφερε η ψυχή του μέσα στη θανατερή παγωνιά της. Εκείνος όμως δε φάνηκε να επηρεάζεται.
Ένα βράδυ, λοιπόν, ο ιερέας βλέπει τη θυγατέρα του στον ύπνο του. Ήταν ολόφωτη. Λευκοντυμένη, χαρούμενη, και του λέει: “Πατέρα, σ’ ευχαριστώ για όλα. Για την αγάπη σου, τις προσευχές σου, και τις ελεημοσύνες που κάνεις για την ψυχή μου. Πες, σε παρακαλώ, και στον θείο μου (τον καπετάνιο) ότι τον ευχαριστώ για το ψάρι που μούστειλε!”.
Αυτά είπε κι ενώ χαμογελούσε αγγελικά, τόνειρο έσβησε…

 Ο ιερέας , όταν σηκώθηκε το πρωί, αισθανόταν μεγάλη χαρά και συγκίνηση.
Το βράδυ διηγήθηκε τόνειρο στη συντροφιά. Όλοι συγκινήθηκαν, μόνο ο καπετάνιος κοιτούσε δύσπιστα τον αδελφό του. Όταν όμως του είπε ότι η ανιψιά του τον ευχαριστεί για το ψάρι που της έστειλε, κι ότι δεν μπορεί να εξηγήσει αυτά τα λόγια της, ο καπετάνιος τινάχθηκε όρθιος. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν. Απ’ το στόμα του βγήκε η κρυφή Πίστη της καρδιάς του:
- “Θεέ μου!”, ψιθύρισε και μια κοίταζε τον ένα και μια τον άλλον σαστισμένος.
Όλοι τον ρώτησαν τι συνέβαινε. Γιατί τόση ταραχή, γιατί τόση συγκίνηση; Εκείνος, όταν συνήλθε κάπως, ξανακάθησε στην καρέκλα του και χωρίς να εμποδίζει τα δάκρυά του να τρέχουν στο ηλιοψημένο πρόσωπό του, τους είπε με ταπεινή φωνή:
- “Ναι, είναι αλήθεια, ζουν οι ψυχές και μας βλέπουν! Ανήμερα στην κηδεία της ετοιμαζόμουν να κατέβω στην εκκλησία, όπου θα την διαβάζατε. Είχα πολύ πόνο μέσα μου. Το ξέρεις, παπά, πόσο αγαπούσα αυτή τη θυγατέρα σου. Ήταν πάντα άγγελος…
Εκείνη τη στιγμή έφθασε ένας φίλος μου ψαράς κάτω απ’ τον πέρα γιαλό. Τούχα πει πως, όταν έπιανε καλό ψάρι να μου τόφερνε κι εγώ θα το πλήρωνα όσο-όσο. Εκείνη όμως τη στιγμή με νευρίασε η παρουσία του, καθώς κρατούσε το ροφό κρεμασμένο στο πλάι του. Του είπα λοιπόν απότομα:
- Δε θέλω ψάρια σήμερα, δεν θέλω τίποτε. Σήμερα κηδεύω την ανηψιά μου!
Ο άνθρωπος όταν τάκουσε πάγωσε και με κοίταζε αμίλητος. Τον λυπήθηκα και του είπα:
- Όμως, να, στο πληρώνω και συ δώστο σε κανένα φτωχό για την ψυχή της!
Εκείνος πήρε τα χρήματα, με συλλυπήθηκε κι έφυγε γρήγορα. Το περιστατικό αυτό δεν τόπα σε κανέναν και το είχα ξεχάσει. Αλλά η ψυχούλα της δεν το ξέχασε και μούστειλε τις ευχαριστίες της”, είπε και σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του τα δάκρυά του. Μετά χαμογέλασε γλυκά, μα τόσο γλυκά! Μέσα σ’ αυτό το χαριτωμένο χαμόγελο ο ιερέας διέκρινε το γλυκοχάραμα της αναγεννημένης Πίστεώς του. Η νύχτα της απιστίας έφυγε…
- “Δοξασμένο τόνομά Σου Πολυέλεε Κύριε”,
ψιθύρισε ο ιερέας κα τον αγκάλιασε με το βλέμμα του…
Από το βιβλίο: «Μηνύματα από τον Ουρανό»
Έκδοσις Ι. Μονής Παναγίας Βαρνάκοβας
ΠΗΓΗ

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Τα δύο Ψυχοσάββατα και η αγάπη για τους νεκρούς μας


H Oρθόδοξη Εκκλησία έχει καθορίσει δύο Σάββατα, τα οποία αφιερώνει στους κεκοιμημένους της. Είναι τα μεγάλα Ψυχοσάββατα, το ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής. Γιὰ τὴν ἱστορία καὶ μόνο ἂς γνωρίζουμε ὅτι η καθιέρωση τοῦ Σαββάτου πρὸ τῶν Ἀπόκρεω ὡς Ψυχοσαββάτου, έγινε μᾶλλον και αυτό κατ᾿ ἀπομίμησιν τοῦ Σαββάτου πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς, που ήταν και το μόνο που υπήρχε αρχικά.
Βέβαια η αγάπη των ανθρώπων για τους δικούς τους, που δεν ζούν  πια μαζί τους, δημιούργησε την εκκλησιαστική παράδοση άλλων τεσσάρων ψυχοσάββατων, που δεν συμπεριλαμβάνονται όμως στο Τυπικό της Εκκλησίας μας. Αυτά είναι, το ψυχοσάββατο της Τυρινής, το Σάββατο της α΄ εβδομάδος των νηστειών, όπου και εορτάζουμε το «δια κολλύβων» θαύμα του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, το Σάββατο του Λαζάρου και το Σάββατο πρίν την εορτή του Αγίου Δημητρίου. Ένα ακόμα ψυχοσάββατο θα βρούμε στην παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Βουλγαρίας, το Σάββατο προ της Συνάξεως των Αρχαγγέλων.
*   Με το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής διατρανώνεται η πίστη μας για την καθολικότητα της Εκκλησίας, της οποίας την ίδρυση και τα γενέθλια (επί γης)  γιορτάζουμε κατά την Πεντηκοστή. Μέσα στη μία Εκκλησία περιλαμβάνεται η στρατευομένη εδώ στη γη και η θριαμβεύουσα στους ουρανούς.
*  Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει θεσπιστεί γιατί η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτή. Για το λόγο αυτό με το Μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να γίνει ίλεως και να δείξει τη συμπάθεια και τη μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους προαπελθόντας αδελφούς, και όλους μαζί να μας κατατάξει μεταξύ των υιών της  Επουράνιας Βασιλείας Του.
Τα Μνημόσυνα
Σύμφωνα με τους Αποστόλους τα μνημόσυνα είναι τα εξής:
■Τὰ «τριήμερα» συμβολίζουν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μετὰ τὴν τριήμερη παραμονή Του στὸν τάφο καὶ τελοῦνται μὲ τὴν εὐχὴ ν᾿ ἀναστηθεῖ καὶ ὁ νεκρὸς στὴν οὐράνια βασιλεία.
■Τὰ «ἐννιάμερα» τελοῦνται γιὰ τὰ ἐννέα τάγματα τῶν αΰλων ἀγγέλων, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ βρεθεῖ κοντά τους ἡ ἄϋλη ψυχὴ τοῦ νεκροῦ.
■Τὰ «τεσσαρακονθήμερα» τελοῦνται γιὰ τὴν Ἀναλήψη τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔγινε σαράντα μέρες μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ «ἀναληφθεῖ» καὶ ὁ νεκρός, νὰ συναντήσει τὸ Χριστὸ στοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ ζήσει γιὰ πάντα μαζί Του.
■ Τὰ «ἐτήσια», τέλος, τελοῦνται τὴν ἐπέτειο ἡμέρα τοῦ θανάτου, σὲ ἀνάμνηση τῶν γενεθλίων τοῦ νεκροῦ, καθώς, γιὰ τοὺς πιστοὺς χριστιανούς, ἡμέρα τῆς ἀληθινῆς γεννήσεως εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ σωματικοῦ θανάτου καὶ τῆς μεταστάσεως στὴν αἰώνια ζωή.
Μνημόσυνα, ἀντίστοιχα μὲ τὰ παραπάνω, χωρίς αυτά βέβαια να συμπεριλαμβάνονται στο τυπικό της Εκκλησίας μας, μα περισσότερο στην παράδοση της και στην ανάγκη εκδήλωσης της αγάπης των ανθρώπων για τους οικείους τους που δεν ζούν πλέον μαζί τους, τελοῦνται τὸν τρίτο, ἕκτο καὶ ἔνατο μῆνα ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου, («τρίμηνα», «ἑξάμηνα», «ἐννεάμηνα») κατόπιν αδείας «ευλογίας» του αρμοδίου ιερέως.
Τὴν μεγαλύτερη βέβαια ὠφέλεια στοὺς νεκροὺς τὴν προξενεῖ ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας στὴ μνήμη τους,γιατὶ τότε, μὲ τὶς μερίδες τους στὸ ἅγιο δισκάριο, «ἐνώνονται ἀόρατα μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἐπικοινωνοῦν μαζί Του καὶ παρηγορούνται καὶ σώζονται καὶ εὐφραίνονται ἐν Χριστῷ» (ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης).
Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ εἰδικὰ γιὰ κάθε νεκρὸ μνημόσυνα, ἡ Ἐκκλησία ἔχει στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες της, γενικὲς δεήσεις γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ὅπως εἶναι λ.χ. τὸ νεκρώσιμο μέρος τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεσονυκτικοῦ καὶ οἱ σχετικὲς ἀναφορὲς στὶς «ἐκτενεῖς δεήσεις» τοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ὄρθρου καὶ τῆς Θείας Λειτουργίας.
Πρέπει νὰ σημειωθεῖ, ἂν καὶ αὐτονόητο, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τελεῖ μνημόσυνα μόνο γιὰ τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς ποὺ κοιμήθηκαν μέσα στοὺς κόλπους της.
Παρερμηνίες της παράδοσης της Εκκλησίας μας
Θὰ πρέπει, τέλος, νὰ ἐξηγήσουμε ὅτι πολλὰ λάθη ἀπὸ τὴν ἄγνοια τοῦ παρελθόντος ἔχουν φτάσει ὡς τὶς μέρες μας, καὶ θὰ πρέπει ἄμεσα νὰ διορθωθοῦν.
■Τὰ μνημόσυνα θὰ πρέπει νὰ γίνονται τὴν ἡμέρα ποὺ πρέπει, αν αυτό είναι εφικτό, αλλιώς κατ’ οικονομία και μόνο ο ιερέας θα επιτρέψει την τέλεση του νωρίτερα ἢ ἀργότερα.
■Τὸ σπάσιμο γυάλινων ἀντικειμένων ἢ ἄλλων τοιούτων,το σκέπασμα των καθρεφτών και των τηλεοράσεων για άγνωστο λόγο και η απαίτηση των συγγενών από τον ιερέα να κάνει αγιασμό στο σπίτι του αποθανόντος για να φύγει το κακό, εἶναι ἄκρως εἰδωλολατρικές συνήθειες και είναι καιρός με την καθοδήγηση των ιερέων μας, να εξαληφθούν από την παράδοση της Εκκλησίας μας.
■Στὰ μνημόσυνα παραθέτουμε καὶ εὐλογοῦνται μόνο καλῶς βρασμένα κόλλυβα (σιτάρι) ὡς ἐνδεικτικὰ τῆς Ἀναστάσεως καὶ ὄχι ἀλλα ὑποκατάστατα (κουλουράκια-ψωμάκια-γλυκά κ.τ.λ.)
■Τὸ πρῶτο Σάββατο τῆς Τεσσαρακοστῆς δὲν εἶναι «Ψυχοσάββατο», ἀλλὰ ἑορτάζουμε τὸ «διὰ κολλύβων» θαῦμα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος.
■Στὰ Ψυχοσάββατα μποροῦμε νὰ παραθέτουμε κόλλυβα εἴτε στην Εκκλησία, στον Ἑσπερινὸ τῆς Παρασκευῆς και στὴν Θεία Λειτουργία τοῦ Σαββάτου, εἴτε στα κοιμητήρια, κατόπιν συννενοήσεως με τους ιερείς, το Σαββάτο μετά την Θεία Λειτουργία, είτε καὶ στὰ δύο. Πρόκειται περὶ τῆς ἰδίας ἀξίας, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἀκολουθία διαβάζεται.
■Τὰ εὐλογηθέντα κόλλυβα δεν τὰ πετάμε ποτέ στὰ σκουπίδια, παρά μόνο τα μοιράζουμε σε γνωστούς και φίλους εις μνημόσυνο και συγχώρεση του αποθανόντα.
Υ.Σ  : Αν ψάξουμε και στα ιδιαίτερα ήθη και έθιμα κάθε τόπου θα βρούμε σίγουρα και άλλες συνήθειες των ανθρώπων, άλλες σωστές και άλλες εντελώς λανθασμένες. Για τον λόγο αυτό πάντα για ότι απορία έχουμε να ερωτούμε τον ιερέα που σίγουρα ξέρει κάτι παραπάνω από εμάς σ’ αυτά τα θέματα.
Ο Θεός να αναπαύσει τις ψυχές όλων των κεκοιμημένων αδελφών μας.
Αρχιμανδρίτης π. Χρυσόστομος Τελίδης

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Γιατί να μνημονεύουμε τους κεκοιμημένους...

Ένας συγγραφέας, σε κάποια επίσκεψή του στον Πανάγιο Τάφο στα Ιεροσόλυμα, εγνώρισε έναν Αγιοταφίτη μοναχό. Ο μοναχός λοιπόν αναφερόμενος στους  γονείς του είπε τα εξής:
« Ο πατέρας μου ήταν φτωχός, αλλά πολύ ευσεβής. Όταν επρόκειτο να γίνει Λειτουργία, περίμενε τον παπά στην πόρτα της Εκκλησίας. Ενώ η μητέρα μου δεν ήταν ασεβής, σπανίως όμως εκκλησιάζετο. Προτιμούσε την Κυριακή να καθίση σπίτι, να μαγειρέψη για την οικογένεια, να κάνη τις δουλειές του σπιτιού, παρά να πηγαίνη Εκκλησία.
Όταν εκοιμήθησαν οι δύο γονείς μου, είδα, λέγει ο μοναχός, και τους δύο στον ύπνο μου· και μεν ο πατέρας μου βρισκόταν σ’ένα ωραιότατο, πανευφρόσυνο περιβόλι κι εκεί απελάμβανε την ευτυχία του Παραδείσου, η δέ μητέρα μου με μεγάλο πόνο μου έλεγε: «Δός μου, παιδάκι μου, κι εμένα, να φάω λίγο απο το πιάτο σου ! Πεινάω!»
Την άλλη ημέρα, όταν ξύπνησα, σκέφθηκα, : Αφού είναι πεθαμένη η μητέρα μου, τι είδους φαγητό μπορεί να επιθυμή; Ασφαλώς, έχει ανάγκη απο πνευματική τροφή.
Χωρίς κανέναν δισταγμό πήγα στην Ιερά Μονή του Αγίου Σάββα κα έδωσα τα απαραίτητα , με την παράκλησι να κάνουν ενα Σαρανταλείτουργο στο όνομα της μητέρας μου, με σκοπό να την υψώση λιγάκι ο Θεός, για να είναι μαζί με τον πατέρα μου, να χαίρωνται και να συνευφραίνονται στο κάλλος του Παραδείσου.
Πρίν όμως τελειώση το Σαρανταλείτουργο, στη μέση περίπου είδα στον ύπνο μου τον πατέρα μου να μου λέγη με σκυθρωπό ύφος
-- Γιατί μου αφήρεσες την μερίδα μου;

Σας βεβαιώ, είπε ο μοναχός, οτί «κοκκάλωσα»! Δεν ήξερα τι να απαντήσω!
Την Άλλη ημέρα παρήγγειλα να προστεθή αμέσως και το όνομα του πατέρα μου στο Σαρανταλείτουργο και μόλις τελείωσε έκαν κι ένα δεύτερο και για τους δύο γονείς μου. Κατόπιν τους ξαναείδα να είναι αναπαυμένοι και ευχαριστημένοι, χωρίς πλέον να μου παραπονούνται.
Έκτοτε, πέρασαν πάρα πολλά χρόνια, περισσότερα απο είκωσι, κάνω συνέχει Μνημόσυνα υπέρ αυτών και κάθε χρόνο απο ένα Σαρανταλείτουργο, για να έχουν περισσότερη ανάπαυσι εν Κυρίω»

Απο το βιβλίο:
Εμπειρίες κατα την Θεία Λειτουργία
Πρωτοπρεσβύτερου Στέφανου Κ. Αναγνωστόπουλου

πηγή