Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκ του Ευαγγελίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκ του Ευαγγελίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Απριλίου 2015

Η θέση των γυναικών στην Εκκλησία (Κυριακή των Μυροφόρων

myroforkwnnou2
 Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής των Μυροφόρων περιγράφει δύο επεισόδια, που, αν και συνδέονται στενά μεταξύ τους -καθώς το ένα αποτελεί συνέχεια και συνέπεια του άλλου- ανήκουν σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Το πρώτο επεισόδιο αναφέρεται στην τελευταία πράξη του δράματος της επίγειας ζωής του Ιησού, στην ταφή του, και σηματοδοτεί ταυτόχρονα το τέλος μιας εποχής, του παλιού κόσμου που σε λίγο θα αντικατασταθεί από μιαν άλλη εντελώς καινούργια πραγματικότητα. Το δεύτερο επεισόδιο αναφέρεται στην εμπειρία που έζησαν οι γυναίκες, οι οποίες, πηγαίνοντας στο μνήμα για να προσφέρουν τις τελευταίες τιμές στον νεκρό Ιησού, πληροφορήθηκαν την ανάστασή του. Το επεισόδιο αυτό σηματοδοτεί την αρχή της νέας εποχής, την έναρξη του καινούργιου κόσμου, της Βασιλείας του Θεού, που σημαίνει ταυτόχρονα και το τέλος της κυριαρχίας του θανάτου.
  Τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σ’ αυτά τα δύο επεισόδια φέρουν όλα τα χαρακτηριστικά των κόσμων στους οποίους ανήκουν. Όλοι οι πρωταγωνιστές του πρώτου επεισοδίου είναι άνδρες που κατέχουν κάποια σημαντική θέση.

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Κυριακὴ Δ΄ των Νηστειών. Ας προσέξουμε τα Παιδιά

«Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· Παιδιόθεν» (Μᾶρκ. 9,21) 
Ὁλοένα καὶ πλησιάζουμε στὴ μεγάλη ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ἑορτάσουμε τὴν Ἀνάστα­σι, χρειάζεται ψυχικὴ προετοιμασία. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς προσπαθεῖ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρα­κοστῆς μὲ τὶς πυ­κνότερες ἀκολουθίες, τοὺς ὡραίους ὕμνους καὶ τὰ τροπάρια. Τὴν Τετάρτη ποὺ μᾶς ἔρ­χεται εἶνε ἡ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Κα­νόνος καὶ θ᾽ ἀκούσουμε· «Ψυχή μου ψυ­χή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις; τὸ τέ­λος ἐγγίζει καὶ μέλλεις θορυβεῖσθαι…». 
Καὶ ἡ σημερινὴ Κυριακή, ἡ Τετάρτη τῶν Νηστει­ῶν, εἶνε μία προετοιμασία γιὰ τὸ μεγάλο γεγονός.Ἀκούσατε τὸ εὐαγγέλιο. Ὁ εὐ­αγγελιστὴς Μᾶρκος μᾶς διηγεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα θαύματα, ποὺ ἔκανε κάνει καὶ θὰ κάνῃ ὁ Κύρι­ός μας. Τὸ θαῦμα
αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ Χρι­στὸς εἶνε ὁ βασιλεὺς τῶν ἀγγέλων καὶ ἀρχαγ­γέλων, ὁ νικητὴς τῶν δαιμόνων, ὁ πραγματι­κὸς φίλος κάθε ἀνθρώπου ποὺ βασανίζεται.


* * *

Τὸ ἱστορικὸ τοῦ θαύματος εἶνε γνωστό, δὲν θὰ τὸ διηγηθῶ λεπτομερῶς. Σύντομα λέω μόνο, ὅτι ἕνα παιδὶ ἀρρώστησε. Μακάρι νὰ ἦταν ἄρρωστο· αὐτὸ ἀπ᾽ τὸ ὁποῖο ἔπασχε ἦταν χειρότερο ἀπὸ ἀρρώστια· τὸ παιδὶ ἦταν δαιμονό­πληκτο. Ὁ σατανᾶς, ποὺ εἶνε μιὰ πραγματικό­της κι ἂς μὴ τὸ πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, μπῆκε μέ­σα του σὰν ἀγκάθι, ῥίζωσε καὶ τὸ τυραννοῦσε. Ἔπεφτε στὸ νερό, στὴ φωτιά, ἀπὸ γκρεμούς, ἄ­φριζε, ἔτριζε τὰ δόντια, τοῦ ἔδεσε τὴ γλῶσσα νὰ μὴ μιλάῃ, τοῦ ἔ­φραξε τ᾽ αὐτιὰ νὰ μὴν ἀκούῃ· ἦταν ἕνα τρισ­άθλιο ὄν. Τό ᾽βλεπε ὁ πατέρας καὶ καιγόταν. Τὸ πῆγε σὲ πολλούς· κανείς δὲν μπόρεσε νὰ τὸ θεραπεύσῃ. Μόνο ὁ Χριστὸς τὸ θερά­πευσε· πῶς; μόνο μὲ τὸν παν­­τοδύναμο λόγο του. Μὲ ὅση εὐκολία ὁ γιατρὸς βγάζει τὸ σά­πιο δόντι ποὺ πονάει, μὲ ἀκόμη με­γαλύτερη ὁ Χριστὸς ἔβγαλε μέσα ἀπ᾽ τὸ παιδὶ τὸ πονηρὸ πνεῦμα. Τὸ παιδὶ ἐλευθερώθηκε, ἔγινε καλά, μιλοῦσε, ἄκουγε. Χαρὰ στὸν πατέρα! Κι ὁ πατέρας ἔπεσε στὰ πόδια καὶ εὐχαριστοῦσε τὸ Χριστό. Αὐτὸ μὲ συντομία εἶνε τὸ θαῦμα. Ὅποιος τὸ διαβάζει ὅμως καὶ προσέξῃ τὸ δι­άλογο μεταξὺ Χριστοῦ καὶ πατέρα, θὰ τοῦ γεννηθῇ μιὰ ἀπορία. Ἐμεῖς ξέρουμε καὶ πιστεύ­ουμε ἀκραδάντως ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεὸς καὶ ὡς Θεὸς εἶνε παντογνώστης, τὰ ξέρει ὅ­λα· δὲν ὑπάρχει λεπτομέρεια τῆς ζωῆς μας ποὺ νὰ μὴν τοῦ εἶνε γνωστή. Ἤ­ξερε λοιπὸν τὸν πα­τέ­ρα, ἤξερε καὶ τὰ μυστι­κὰ τῆς ζωῆς τοῦ παιδιοῦ καλύτερα ἀπ᾽ αὐτόν. Συνεπῶς ἤξερε καὶ πότε τὸ δαιμόνιο μπῆκε στὸ παιδί. Ἀφοῦ λοιπὸν ἤξερε, γιατί ρωτάει «Πόσος χρόνος ἐ­στὶν ὡς τοῦτο γέ­γονεν αὐτῷ;», ἀπὸ πότε τοῦ συνέβη αὐτό; (Μᾶρκ. 9,21). Ἀγνοοῦσε ὁ Χριστός; Ὄχι. Γιατί τότε ρώτησε; Ἐρώτησε, γιὰ νὰ δώσῃ ἀφορμὴ στὸν πατέρα ν᾽ ἀπαντήσῃ. Καὶ μὲ τὴν ἀπάντησι ποὺ ἔδω­σε, τὸ «Παιδιόθεν» ποὺ εἶπε, ὅτι τὸ κακὸ ἦταν ἀπ᾽ τὰ μικρά του χρόνια, θέλησε ὁ Χριστὸς νὰ παρατηρήσῃ – νὰ ἐλέγξῃ τὸν πατέρα γιὰ ἀμέλεια· διότι καὶ αὐτὸς ἦταν ὑπεύθυνος γιὰ τὸ κατάντημα τοῦ παιδιοῦ· ἔδειξε ἀδιαφορία, δὲν φρόντισε.

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Ποιο είναι το μέτρο με το οποίο θα κριθούν οι άνθρωποι στο τέλος της ιστορίας;

 


Στην ωραία παραβολή της τελικής Κρίσης ο Χριστός απαντά στο ερώτημα: ποιο είναι το μέτρο με το οποίο θα κριθούν οι άνθρωποι στο τέλος της ιστορίας. Και μας αποκαλύπτει ότι, επειδή ο Θεός είναι αγάπη χωρίς όρια αυτή θέτει και ως βασικό κριτήριο για να κρίνει τους ανθρώπους.

Αυτό που δηλώνεται με σαφήνεια στο ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι ότι η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θα γίνει, ενώ ο χρόνος της δεν δηλώνεται πουθενά. Σε άλλη περίπτωση, όταν ρωτήθηκε ο Χριστός σχετικά από τους μαθητές του, είχε απαντήσει, ότι ο χρόνος της Β΄ Παρουσίας είναι στη σκέψη του Θεού-Πατέρα. Αυτό είναι μία σαφής απάντηση σε όσους κατά καιρούς- ιδιαίτερα στους Μάρτυρες του Ιεχωβά- που προσπαθούν να ορίσουν συγκεκριμένη ημερομηνία.

O Aπ. Παύλος στην ομιλία του στον Άρειο Πάγο ενώπιον των Αθηναίων, είχε βεβαιώσει, ότι «δεν παρέβλεψε τα χρόνια της άγνοιας, τώρα όμως απαιτεί από τους ανθρώπους σε κάθε τόπο να μετανοούν, γιατί καθόρισε μία μέρα που θα κρίνει την οικουμένη με δικαιοσύνη, μέσω ενός ανδρός που τον όρισε γι’ αυτό. Κι έδωσε βέβαια απόδειξη σε όλους, ότι αυτός θα είναι ο κριτής, ανασταίνοντάς τον από τους νεκρούς». (Πρ. 17,30-31)

Με τον τρόπο αυτό ο Παύλος συνοψίζει την πίστη της Εκκλησίας για τη μέλλουσα κρίση του κόσμου από τον Ιησού Χριστό. Ως εκ τούτου καλούνται κατ’ αρχήν οι άνθρωποι να μετανοήσουν.

Η αναγγελλόμενη Βασιλεία του Θεού και η κρίση του κόσμου είναι πραγματικότητα, η οποία νοηματοδοτεί την ύπαρξη του ανθρώπου και την ιστορία του. Η βεβαιότητα της Κρίσεως στηρίζεται στο γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού από τους νεκρούς.

Ο Απ. Παύλος αναφερόμενος στην τελική κρίση του κόσμου, λέγει ότι οι άνθρωποι «θα δώσουν λόγο σ’ Εκείνον που όπου να’ναι θα κρίνει ζωντανούς και νεκρούς» (Α΄ Πέτρ. 4,5). Σ’ αυτήν την τελική κρίση του κόσμου αναφέρεται ο Χριστός στο γνωστό ευαγγέλιο της Κρίσεως.

Η παραβολή της τελικής Κρίσεως δεν μοιάζει με τις παραβολές που μέχρι τώρα έχουμε γνωρίσει, αλλά είναι διήγηση με ζωηρά παραβολικά στοιχεία. Ο Υιός του ανθρώπου θα έλθει με δόξα και μεγαλοπρέπεια, θα καθίσει στο θρόνο του συνοδευόμενος από τους αγίους Αγγέλους του και μπροστά του θα καθίσουν όλα τα έθνη.

Η πρώτη εικόνα είναι παρμένη από την ποιμενική ζωή. Ο ποιμένας- Θεός, τα πρόβατα και τα ερίφια-οι άνθρωποι, ο Υιός του Ανθρώπου-ο Χριστός θα καθίσει στο θρόνο και θα τοποθετήσει δεξιά του τα πρόβατα και εξ ευωνύμων τα ερίφια.

Οι εικόνες που περιγράφουν την Κρίση είναι παρμένες από τη δικαστική ζωή (κριτές, αμοιβές, τιμωρίες) και βασιλική περιοχή (βασιλιάς, θρόνος, ακολουθία του).

Θα πει στους άξιους: «Ελάτε οι ευλογημένοι από τον πατέρα μου να κληρονομήσετε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για σας».

Θα πει και στους μη άξιους: «Φύγετε από μπροστά μου καταραμένοι. Πηγαίνετε στην αιώνια φωτιά που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους δικούς του».

Με ποιο κριτήριο γίνεται η Κρίση;

Μέτρο και κριτήριο για όλους τους ανθρώπους θα είναι τελικά η α γ ά π η. Με αυτή θα κριθούν όλοι όσοι γνώρισαν το Χριστό και όσοι δεν τον γνώρισαν. Και η αγάπη αυτή θα δοκιμάζεται στα θέματα : της πείνας, της δίψας, της γυμνότητας, της προσφυγιάς, της αρρώστιας, της στέρησης της ελευθερίας- της φυλακής.
Βέβαια ο καθένας μας είναι ελεύθερος να επιλέξει τον τρόπο που θα ζήσει. Ο τρόπος της ζωής του είναι εκείνος που κρίνει την ευτυχία ή τη δυστυχία του. Ο άνθρωπος υφίσταται τις συνέπειες των επιλογών του.

Η λέξη «φωτιά» στη σημερινή ευαγγελική διήγηση σημαίνει την αιώνια δυστυχία που θα νοιώθει κάποιος όταν από δικό του φταίξιμο χάσει για πάντα την σχέση του με τον Θεό. Από την άλλη πλευρά απολαμβάνει την ευτυχία που πηγάζει από τη συμμετοχή του στη ζωή του Θεού. Αυτός που τελικά αποφασίζει είναι ο ίδιος ο άνθρωπος (Ι. Δαμασκηνός).

Οι εικόνες που χρησιμοποιεί ο Χριστός είναι συμβολικές και θέλουν να δείξουν τη μεγάλη ευτυχία ή τη δυστυχία που αισθάνεται ο άνθρωπος όταν είναι κοντά ή μακριά από το Θεό. Αυτό που τονίζεται στην περικοπή είναι ότι ο άνθρωπος θα κριθεί ανάλογα με το πώς έζησε και τι έκανε.

Ο Θεός δεν «αμείβει» και δεν «τιμωρεί» κανέναν αφού όλους μας καλεί και μας θέλει κοντά του. Εμείς είμαστε που με τον τρόπο μας πλησιάζουμε ή απομακρυνόμαστε απ’ Αυτόν.

Και πιο συγκεκριμένα στην παραβολή της Κρίσης φαίνεται ότι το κριτήριο που θα κριθούν οι άνθρωποι είναι η αγάπη που θα δείξουν έμπρακτα στους άλλους που ουσιαστικά απευθύνεται στον ίδιο το Χριστό. Χριστιανική αγάπη σημαίνει να ζω και να υπηρετώ τους άλλους ανθρώπους. Σ’ αυτό το επίπεδο κρίνεται η σχέση που έχουμε με το Θεό. Και οι Φαρισαίοι ήταν «καλοί» και «ηθικοί». Τους έλειπε όμως η αγάπη και η πλατιά καρδιά.


Εκείνο που χρειάζεται είναι να συνειδητοποιήσουμε την προειδοποίηση του Χριστού για τη συντέλεια του κόσμου, όχι βέβαια για να φοβηθούμε, αλλά για να ζούμε εν μετανοία, γιατί μετά την Ανάσταση του Ιησού Χριστού προσεγγίζουμε προς τη εσχατολογική περίοδο.
Το τέλος της ιστορίας και του κόσμου και η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου πρέπει να μας προκαλεί χαρά και όχι φόβο, γιατί θα σημαίνει την αιώνια συνύπαρξη μας με τους Αγίους –φίλους του Θεού.

 π.Γερασιμάγγελος Στανίτσας
πηγή

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Κάνε Κύριε, να μπορέσω να δω».(Ποίημα)

Παναγιώτη Γκέζου
πρεσβυτέρου

Η πίστη στο Θεό μας καλεί
σε μια διαφορετική θέαση του κόσμου.
Ζητά από εμάς,
όπως ο τυφλός που συνάντησε ο Χριστός
κατά την είσοδό Του στην Ιεριχώ,
να αναφωνήσουμε στο Θεό
«Κύριε, ίνα αναβλέψω»,
«κάνε Κύριε, να μπορέσω να δω».
Προκύπτει, όμως, ἕνα ερώτημα.
Γιατί άραγε παρατείνεται
η πνευματική μας τυφλότητα;
Ίσως γιατί ο εγωισμός μας και η φιλαυτία
στέκονται εμπόδια για κάποιον να πιστέψει.
Συνήθως πιστεύουμε ότι η δική μας ικανότητα
στην επιστήμη και στην παντοδύναμη,
στις ημέρες μας, τεχνολογία,
μπορεί να μας θεραπεύσει.
θαμπωμένοι από τα επιτεύγματα,
τα άλματα της προόδου
και την εξέλιξη στον ανθρώπινο πολιτισμό,
στηρίζουμε υπερβολικές ελπίδες
στις δυνατότητές μας
και αδιαφορούμε για το Θεό
που δίνει το φως και είναι ο ίδιος το Φως
και η πηγή Του.
Υπάρχει βέβαια και μια άλλη πτυχή
για την θεραπεία του τυφλού στην Ιεριχώ.
Ο πόθος του για τον Χριστὸ
και τα εμπόδια που του παρουσίαζαν
οι συγχωριανοί .
Μάλλον δεν τον ώθησε στον Χριστὸ
η δυστυχία του, αλλά η δική του επιμονή,
και η ελπίδα στο Χριστό, να σωθεί.
Είχε δει και είχε διακρίνει με την αίσθηση του,
είχε αναγνωρίσει την αγαπώσα δύναμή Του
καλύτερα από τους άλλους, που είχαν μάτια,
το Μεσσία Χριστό
σαν θεράποντα γιατρό
Ένα πλήθος από εμπόδια στάθηκαν
ανάμεσα στον τυφλό και τον Χριστό:
η αρρώστια του, ο πολύς κόσμος, η οχλαγωγία,
οι επιπλήξεις του κόσμου να σωπάσει
την ώρα της διδασκαλίας.
Κανένα, όμως, ἀπὸ τὰ εμπόδια αυτά
δεν αποδείχτηκε ανυπέρβλητο γι' αυτόν.
Ο πόθος του να συναντήσει τον Χριστό,
να βρει το φως του, ξεπέρασε κάθε φραγμό.
Όμως και ο Χριστός
βλέποντας του τυφλού την πίστη του
διακόπτει την δύναμη του λόγου,
για να εκδηλώσει την αγάπη του έργου Του.
Ας αφήσουμε τώρα τον τυφλό της Ιεριχούς
και ας ρίξουμε μια ματιά στην κοινωνία μας.
Ένα μεγάλο πλήθος τυφλών περιπλανάτε
από δω και από κει,
ζητώντας τα αναγκαία για τη ζωή.
Τί; Ποιοι είναι; Μα, φυσικά, όλοι όσοι είναι τυφλοί
στη ψυχή.
Βέβαια βλέπουν με τα σωματικά μάτια τους,
αλλά δεν είναι σε θέση να δουν με τα μάτια
της ψυχής τους.
Έχουν πάθει τύφλωση πνευματική
και έχουν μεσάνυχτα γύρω από πολλά ζητήματα,
ιδίως γύρω από την πίστη.
Το Θεό δεν τον βλέπουν.
Άγγελοι λένε ότι δεν υπάρχουν.
Τα θαύματα του Κυρίου τα νομίζουν παραμύθια.
Την ψυχή απάτη της φαντασίας.
Τη λύτρωση και την άλλη ζωή ανοησίες.
Και επειδή έχουν θολωμένο το μυαλό
από τις αμαρτίες,
τυφλώνονται τόσο πολύ,
που χάνουν και τον δικό τους προσανατολισμό. 
Πρέπει και εμείς να αναζητήσουμε καί να βρούμε
“το αληθινό φως”. Κάθε μέρα στις προσευχές μας
από τον Κύριο να το ζητούμε.
να παρακαλούμε το Θεό να μας δώσει το φως,
που τις ψυχές μας θα πλημμυρίσει
και η δόξα του Αγίου Ονόματός του θα μας φωτίσει.

Εν Βάρη 30. 10. 2013-πηγή

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Α' ΜΑΤΘΑΙΟΥ(ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ)

Γιορτάζει η αγία μας Εκκλησία και πανηγυρίζει σήμερα τους Άγιους Πάντες, όλους δηλαδή εκείνους τους συνανθρώπους μας που όχι μόνο πίστεψαν στο κήρυγμα του Χριστού, αλλά με τη ζωή τους έκαναν πράξη τις αλήθειες του Ευαγγελίου και με το παράδειγμά τους ενισχύουν και προτρέπουν όλους εμάς να συνεχίσουμε τον καλό αγώνα της πίστεως. Είναι οι αδελφοί μας οι γνωστοί και οι αφανείς, είναι οι προστάτες μας, εκείνοι που πρεσβεύουν στον Κύριο και για τη δική μας σωτηρία και θαυματουργούν όταν τους επικαλούμαστε με πίστη, είναι τα ζωντανά βιβλία της πίστεως, τα παραδείγματά μας και η απόδειξη ότι ο αγώνας μας και εφικτός είναι και δεν είναι άσκοπος αλλά το αντίθετο, σωτήριος και ζωοποιός.

Γι αυτό και σήμερα ακούμε από τον Ευαγγελιστή Ματθαίο να μας μεταφέρει τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: “ Κάθε έναν που θα με ομολογήσει ενώπιον των ανθρώπων, θα τον ομολογήσω κι εγώ μπροστά στον Πατέρα μου τον επουράνιο· και όποιον με αρνηθεί ενώπιον των ανθρώπων, θα τον αρνηθώ κι εγώ μπροστά στον Πατέρα μου. Εκείνος που αγαπά μητέρα ή πατέρα περισσότερο από εμένα, δεν μου είναι άξιος· και εκείνος που αγαπά τα παιδιά του περισσότερο από εμένα, δεν μου είναι άξιος. Κι εκείνος που δεν σηκώνει τον σταυρό του και δεν με ακολουθεί, δεν μου είναι άξιος”. Του λέει ο Πέτρος: Κύριε, ορίστε, τα έχουμε εγκαταλείψει όλα για να σε ακολουθήσουμε· τί λοιπόν θα κερδίσουμε; Ο Χριστός υπόσχεται ότι κατά την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας Του οι Απόστολοι θα καθίσουν δίπλα από τον θρόνο Του, και θα κρίνουν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, “και ο καθένας που άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή μητέρα ή πατέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή αγρούς για χάρη του ονόματός μου, θα λάβει εκατό φορές περισσότερα και θα κληρονομήσει την αιώνιο ζωή”.
Η ομολογία της πίστεως αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για τη ζωή μας. Οι Άγιοι Πάντες το πέτυχαν αυτό, ομολόγησαν δηλαδή την πίστη τους στο Χριστό και Τον έθεσαν πρώτη προτεραιότητα στη ζωή τους, πάνω από κάθε τι ανθρώπινο και γήινο, γι αυτό και δοξάστηκαν από τον Θεό και τιμούνται από εμάς σήμερα. Και όταν μιλάμε για ομολογία πίστεως, έχουμε βέβαια στο νου μας τους άπειρους Μάρτυρες, που θυσίασαν ακόμα και τη ζωή τους προκειμένου να μην αρνηθούν την πίστη τους στον Χριστό. Δεν σκέφτηκαν τίποτα, δεν δείλιασαν μπροστά σε καμία απειλή, δεν κάμφθηκαν από τους πόνους και τα βασανιστήρια, δεν αρνήθηκαν τον Χριστό ακόμα και όταν οι τύραννοι θανάτωναν ενώπιόν τους τα αγαπημένα τους πρόσωπα, γονείς, παιδιά, συζύγους. Για τους Μάρτυρες της πίστεώς μας το μεγαλύτερο αγαθό, το οποίο δεν μπορεί κανείς να μας αφαιρέσει, είναι ο Χριστός, τον οποίο δεν αρνήθηκαν και γι αυτό τα ονόματά τους έχουν μείνει αιώνια γραμμένα στο βιβλίο της ζωής.
Η ομολογία ωστόσο της πίστεως στον Χριστό δεν έχει να κάνει μόνο με το σωματικό μαρτύριο, αλλά με την όλη στάση του ανθρώπου, με τη διαρκή παρουσία του Χριστού στην καρδιά και στη ζωή του. Ομολογία πίστεως έδωσαν οι ασκητές της ερήμου, που θυσίασαν κάθε δικαίωμά τους και κάθε άνεση, ακόμα και την καθημερινή τους τροφή, για την αγάπη του Χριστού. Ομολογία πίστεως έδωσαν και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ποιμαίνοντας τον λαό του Θεού με το παράδειγμά τους και με τα συγγράμματά τους, με τα οποία αγωνίστηκαν να μας μορφώσουν εν Χριστώ και να αντικρούσουν τις πλάνες των αιρέσεων. Ομολογία πίστεως έδωσαν και όλοι οι Άγιοι, ακόμα και εκείνοι που παραμένουν άγνωστοι σε εμάς και μόνο ο Θεός γνωρίζει.
Ομολογία του Χριστού καλείται να δώσει ο κάθε πιστός σε κάθε εποχή και σε κάθε περίσταση, σε κάθε πτυχή και δραστηριότητα του καθημερινού του βίου, στην εργασία, στο σπίτι, στις συναναστροφές, στην κοινωνία, στον κάθε μας συνάνθρωπο. Ιδιαίτερα μάλιστα στην εποχή μας, που γίνεται προσπάθεια να περιοριστεί η πίστη στην ιδιωτική ζωή του ανθρώπου, που ο Χριστός και η πίστη μας βάλλεται με νέα μέσα και με πρόσχημα τα ανθρώπινα δήθεν δικαιώματα, ο λόγος του Κυρίου μας θα πρέπει να μας προβληματίσει ακόμα περισσότερο. Και τούτο επειδή, δυστυχώς, πολλές φορές παραθεωρούμε τον Χριστό και θέτουμε άλλες προτεραιότητες στη ζωή μας. Ασχολούμαστε με τα βιοτικά και τα καθημερινά, με την εργασία μας, με την οικογένειά μας, με τα θέλω μας, με το πώς θα γίνουμε αρεστοί και “επιτυχημένοι” στον κοινωνικό μας περίγυρο, και ξεχνάμε τον Χριστό ή δεν μιλάμε και πολύ γι' Αυτόν, μήπως και μας παρεξηγήσουν ή μας περιθωριοποιήσουν. Για να μη βρεθούμε στο περιθώριο της κοινωνίας, διαλέγουμε να θέσουμε τον Χριστό στο περιθώριο της ζωής μας, και να ασχοληθούμε με Αυτόν όταν οι άλλοι δεν θα μας βλέπουν, μυστικά και ιδιωτικά.
Στο σύγχρονο αυτό πειρασμό ας μη λησμονούμε ότι καμία αρετή δεν έχει μεγαλύτερη σημασία, όσο από την δημόσια ομολογία της πίστης μας στον Χριστό, όχι απλά με λόγια, αλλά με τα έργα μας και με τις πράξεις μας. [Διαφορετικά, αν δεν κάνουμε πράξη όσα μας προτρέπει σήμερα ο Χριστός, θα εκπλαγούμε εκείνη την ημέρα, όταν θα φωνάζουμε “Κύριε, άνοιξέ μας” κι εκείνος απαντήσει “Αλήθεια, δεν σας γνωρίζω” (Ματθ. 25, 12).]

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΤΕΡΩΝ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

 
Η ΑΙΩΝΙΟΣ ΖΩΗ
Η χριστιανική πίστη βλέπει την προοπτική του κόσμου με κριτήριο την αιωνιότητα. Εχθρός ακατανίκητος ο θάνατος. Δεν έχει σημασία αν είναι αποτέλεσμα της φυσικής φθοράς και του χρόνου ή της πνευματικής φθοράς εξαιτίας της αμαρτίας που οδηγεί σ’ αυτόν «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται».  Ο θάνατος υφίσταται ως ο προορισμός του καθενός μας. Ψάχνουμε παρηγοριά στις θρησκείες, στη φιλοσοφία, ενίοτε στην υλιστική ζωή. Και μπορεί πρόσκαιρα να ανακουφιζόμαστε, όμως το γεγονός του θανάτου δεν αλλάζει.
           Η χριστιανική πίστη όμως δεν μένει στο θάνατο. Δεν μας έχει δοθεί απλώς ως παρηγοριά για το μελλούμενο. Η πίστη στο Χριστό αποτελεί τη γέφυρα για την αιωνιότητα. Ο άνθρωπος δεν υπάρχει για να πεθάνει, αλλά για να ζήσει αιώνια. Και ο λόγος του Χριστού είναι ξεκάθαρος: «Αύτη δε εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και όν απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (Ιωάν. 17, 3). Αιώνια ζωή είναι η επίγνωση του αληθινού Θεού και του ιδίου του Κυρίου μας. Αν γνωρίσουμε και αναγνωρίσουμε Ποιος είναι ο Δημιουργός  και Ποιος Αυτός που μας δίνει την Ανάσταση και την αιωνιότητα, τότε ο θάνατος γίνεται Πάσχα, πέρασμα, μία ροπή, από την οποία θα περάσουμε, αλλά δεν θα νικηθούμε.
     Πώς όμως γνωρίζουμε τον αληθινό Θεό και τον Χριστό που απέστειλε στον κόσμο;
     Οι θρησκείες ακολουθούν το δρόμο της παρατήρησης. Βλέπουν τον φυσικό κόσμο και τα φαινόμενά του και θεωρούν ότι τίποτε από αυτά δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Οι αρχαίες παραδόσεις θεοποιούσαν τη φύση. Ο ορθολογισμός έχει διαγράψει αυτή την διάσταση, χωρίς όμως να μπορεί δια της επιστήμης να δώσει απάντηση στο Ποιος και Γιατί έχει δημιουργήσει τον κόσμο, με αποτέλεσμα η απάντηση του Θεού να παραμένει σταθερή και ακατανίκητη. Υπάρχει κι ένας δεύτερος δρόμος, τον οποίο ακολουθούν οι θρησκείες. Είναι αυτός της κατασκευής διδασκαλίας και της διαμόρφωσης ηθικής διδασκαλίας από τους ιδρυτές των θρησκειών, οι οποίοι προσπαθούν να ηθικοποιήσουν την κοινωνία και όσους πιστεύουν, με σκοπό την βελτίωση της ζωής και των ανθρώπινων προσώπων, αλλά και την αντοχή σε όλες τις δοκιμασίες.  Ο τρίτος δρόμος έχει να κάνει με την πίστη σε μια μεταθανάτια πραγματικότητα, η οποία είναι πνευματική και ψυχική, για όσους ακολουθούν το δρόμο της θρησκείας και συνδέεται με την ανταμοιβή για την προσπάθεια στην παρούσα ζωή.  Ο πιστός που επέδειξε ήθος και τήρησε τις εντολές θα ανταμειφθεί από την θεότητα απολαμβάνοντας χαρά και τιμή  και αιώνια παρουσία στον ουρανό. Οι ανατολικές θρησκείες, μάλιστα, μιλούν για μετενσάρκωση και τελικό εκμηδενισμό του ανθρώπου, με σκοπό την αιώνια ευτυχία.
            Η χριστιανική πίστη δεν εγκλωβίζεται σε λογικά κατασκευάσματα, στην ηθική της βελτίωσης του ανθρώπου ούτε στη λογική της μεταθανάτιας ανταμοιβής. Μιλά και βιώνει τη σχέση με το Χριστό ως την αιώνια ζωή. Γιατί όποιος γνωρίζει τον Χριστό, την ίδια στιγμή μπορεί να γνωρίσει τον Θεό-Πατέρα (Ιωάν. 14,9). Και αυτός είναι ο δρόμος της αποκάλυψης που ο Χριστός έφερε στον άνθρωπο και τον κόσμο και όχι ένα  ανθρώπινο γέννημα.   Αιωνιότητα σημαίνει συνεχής κοινωνία της ύπαρξης με το Χριστό. Πρόγευση αυτής της κοινωνίας είναι το μυστήριο της Εκκλησίας, μέσα από το οποίο ο άνθρωπος υπενθυμίζει στον εαυτό του ότι πλάστηκε κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Θεού και ακολουθώντας τις εντολές του Χριστού σπουδάζει την αγάπη και την ελευθερία. Αγάπη προς κάθε άνθρωπο, για τον οποίο ο Χριστός σταυρώθηκε και αναστήθηκε, και προς τον κόσμο που ο Θεό δημιούργησε, για να μπορεί ο άνθρωπος να ζει και να δοξάζει το Θεό και να κοινωνεί με τον πλησίον, δημιουργώντας πολιτισμό και κάθε καλό.
  Ελευθερία από τα πάθη και το κακό, που σημαίνει την απουσία του Χριστού από τη ζωή και την κυριαρχία της αδιαφορίας έναντι του άλλου και της απόρριψης για λόγους που έχουν να κάνουν με το «εγώ» μας, αλλά και την παρουσία του πονηρού πνεύματος, που συμβάλλει στην αμαρτία.  Οι εντολές του Χριστού δεν μας δίδονται για να μας βελτιώσουν ή να μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους. Είναι σημεία της αγάπης, που μας οδηγούν στη βίωση του μυστηρίου της πίστεως στην Εκκλησία (Ιωάν. 15, 10).  Και η αιωνιότητα γίνεται προέκταση του μυστηρίου αυτού. Περνώντας από το θάνατο ο άνθρωπος ξεκινά την αναστημένη ζωή μαζί με τον Χριστό που γνώρισε από τον κόσμο αυτό. Και προσδοκά την ανάσταση του σώματός του, για να γεύεται με πληρότητα την σωτηρία και την ανακαίνιση του κόσμου με αυτόν μέσα. Κι αυτό καθίσταται εφικτό, διότι ο Χριστός, δια της Αναλήψεώς Του, οδήγησε την ανθρώπινη φύση και πάλι στην κοινωνία με τον Θεό Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, «δίχα αμαρτίας και φθοράς».
             Αυτό είναι και το πνεύμα των Πατέρων της Εκκλησίας, τους οποίους η πίστη μας θυμάται την Κυριακή μετά την Ανάληψη του Χριστού, στα πλαίσια της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Μέσα από αυτούς μας υπενθυμίζει ότι η αιωνιότητα δεν είναι θεωρητική αποδοχή μιας πεποίθησης αλλά ξεκίνημα αποστολής να γίνει γνωστή στον κόσμο η βίωση της αγάπης του Χριστού και το μυστήριο της Εκκλησίας. Γιατί οι Πατέρες έζησαν και ζούνε την κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού και ό,τι έγραψαν ή πρότειναν στον κόσμο ήταν αποτέλεσμα του φωτισμού και της κοινωνίας με το Θεό, δηλαδή της γνώσης εκείνης που δεν περιορίστηκε στα ανθρώπινα όρια, αλλά ήταν καρπός του Αγίου Πνεύματος. Και οι Πατέρες έθεσαν στην κρίση της Εκκλησίας τα βιώματα, τους λόγους και τις αποφάνσεις τους, για να φανερώνεται η Αλήθεια που γίνεται Αιώνιος Ζωή.
             Το πατερικό πνεύμα αποτυπώνει την υπέρβαση της θρησκείας. Είναι όμως μία οδός ιδιαίτερα δύσκολη, γιατί απαιτεί αγώνα για αγάπη και ελευθερία, για κοινωνία με το Χριστό και αίσθηση αποστολής στον κόσμο μας. Οι πολλοί επαναπαυόμαστε στην θρησκευτική οδό. Είναι λιγότερο κοπιαστική και έχει ορατά αποτελέσματα, ενώ ικανοποιεί και την μεταφυσική μας αγωνία. Βεβαίως ο Χριστός δεν απορρίπτει κανέναν άνθρωπο. Η πίστη όμως χρειάζεται πρόοδο συνεχή, κατά τα μέτρα του καθενός. Ο καθένας μας ας μην αφήσει την ευλογία να ζήσει στο βάθος του το μυστήριο της Εκκλησίας χάριν της θρησκευτικής ευκολίας. Οι καιροί μάς επιβάλλουν υπερβάσεις. Με γνώμονα τους Πατέρες  ας προχωρήσουμε και ας αντιμετωπίσουμε τον θάνατο κάθε μορφής στη ζωή μας. Και Εκείνος που γνωρίζουμε ως τον Απεσταλμένο του Θεού-Πατρός δεν θα μας αφήσει.
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

«Μήτι ούτος εστίν ο Χριστός;-Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτιδα

«Μήτι ούτος εστίν ο Χριστός;
Έτσι άρχισε το πρώτο κήρυγμά της, την πρώτη της ιεραποστολή. Και όταν βαπτίστηκε στο όνομα της Αγίας Τριάδος, η πίστις της ζωντάνεψε και έγινε φλογερή. Μαζί της βαπτίστηκαν και τα δυό της παιδιά. Ασφαλώς θα ήταν προηγουμένως νόθα, και όλες της οι αδελφές.
Μετά το 40 μ.Χ. αρχίζει και την ιεραποστολική της δράση, κυρίως μεταξύ των γυναικών. Αφού όργωσε πνευματικά ολόκληρη την Παλαιστίνη, άρχισε να απλώνει την σπορά του Ευαγγελικού λόγου στις απέραντες εκτάσεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Έτσι έφτασε μέχρι την Αφρική. Γυρίζει κατόπιν στην Μεσοποταμία, και από κει στην Αρμενία, Ασσυρία, Καππαδοκία, Γαλατία, Μικρά Ασία, Ελλάδα και φτάνει στη Ρώμη. 

Και όπως ο Χριστός ο Σωτήρας του κόσμου, έκανε την μεγάλη και κοπιαστική οδοιπορία, για να συναντήσει την Σαμαρείτιδα, διότι πήγε από την Ιουδαία στη Σαμάρεια, έτσι και κείνη για την αγάπη του Χριστού με θυσίες και σκληρές δοκιμασίες, επραγματοποίησε ένα τεράστιο έργο ιεραποστολής, σ’ όλες αυτές τις χώρες που ανέφερα, προσφέροντας το θεϊκό νερό της Ευαγγελικής διδασκαλίας του Ιησού, σε χιλιάδες διψασμένες ψυχές. 
Από όπου περνούσε προετοίμαζε το έδαφος για τους Αποστόλους, και τους διαδόχους των, σκορπίζοντας το φως του Χριστού, στις απελπισμένες και σκοτισμένες καρδιές των ειδωλολατρών. Εκεί κατόρθωσε με την χάριν του Ιησού Χριστού. Σιγά σιγά, οδοιπορώντας για 25 ολόκληρα χρόνια, έφθασε και μπήκε και μέσα στα ανάκτορα του Νέρωνος. Εκεί κατόρθωσε με την χάρη του Χριστού να κάνει χριστιανή την κόρη του αυτοκράτορος, τη Δομνίνα, και αρκετές άλλες υπηρέτριες, δούλες και σκλάβες. Αλλά ήδη είμεθα στα χρόνια των μεγάλων διωγμών, από τον αιμοσταγή αυτοκράτορα της Ρώμης, το Νέρωνα. Ήλθε δηλαδή και η ώρα του μαρτυρίου της. 
Συλλαμβάνεται όχι μόνον η ίδια αλλά και τα παιδιά της, και οι αδελφές της. Έτσι αξιώθηκε μιας μεγάλης τιμής. Να χύσει και το αίμα της, ύστερα από βασανιστήρια για την αγάπη του Χριστού – έτσι δεν κάνουμε και μείς; Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας, την Αγία Φωτεινή, τη Σαμαρείτιδα, την ονόμασε όχι μόνον μεγαλομάρτυρα, αλλά και ισαπόστολο. Η μνήμη της εορτάζεται δυό φορές το χρόνο, μία στη σημερινή Κυριακή, 5η Κυριακή του Πάσχα που ονομάζεται και Κυριακή της Σαμαρείτιδος, και τη δεύτερη φορά την 26η Φεβρουαρίου.
πηγή

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Η θέση των γυναικών στην Εκκλησία

Του Μιλτιάδη Κωνσταντίνου, Καθηγητή στο Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.,
Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής των Μυροφόρων περιγράφει δύο επεισόδια, που, αν και συνδέονται στενά μεταξύ τους -καθώς το ένα αποτελεί συνέχεια και συνέπεια του άλλου- ανήκουν σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Το πρώτο επεισόδιο αναφέρεται στην τελευταία πράξη του δράματος της επίγειας ζωής του Ιησού, στην ταφή του, και σηματοδοτεί ταυτόχρονα το τέλος μιας εποχής, του παλιού κόσμου που σε λίγο θα αντικατασταθεί από μιαν άλλη εντελώς καινούργια πραγματικότητα. Το δεύτερο επεισόδιο αναφέρεται στην εμπειρία που έζησαν οι γυναίκες, οι οποίες, πηγαίνοντας στο μνήμα για να προσφέρουν τις τελευταίες τιμές στον νεκρό Ιησού, πληροφορήθηκαν την ανάστασή του. Το επεισόδιο αυτό σηματοδοτεί την αρχή της νέας εποχής, την έναρξη του καινούργιου κόσμου, της Βασιλείας του Θεού, που σημαίνει ταυτόχρονα και το τέλος της κυριαρχίας του θανάτου.
  Τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σ’ αυτά τα δύο επεισόδια φέρουν όλα τα χαρακτηριστικά των κόσμων στους οποίους ανήκουν. Όλοι οι πρωταγωνιστές του πρώτου επεισοδίου είναι άνδρες που κατέχουν κάποια σημαντική θέση. Ο Νικόδημος, μέλος της λεγόμενης ‘‘υψηλής’’ ιουδαϊκής κοινωνίας, ευυπόληπτος πολίτης, είχε εντυπωσιαστεί από το κήρυγμα του Ιησού, αλλά, φοβούμενος να διακινδυνεύσει την κοινωνική του θέση, παραμένει κρυφός μαθητής του, χωρίς να εκτίθεται. Τώρα που ο δάσκαλος είναι νεκρός, τώρα που όλα τέλειωσαν και οι κρυφές ελπίδες διαψεύστηκαν, σπρωγμένος ποιος ξέρει από ποια συναισθήματα, παίρνει μια ηρωική απόφαση. Αποφασίζει να βγει από την αφάνεια και να τολμήσει να κάνει αυτό που φοβόταν σ’ όλη του τη ζωή· να προσφέρει, έστω και την τελευταία, τιμή στον δάσκαλό του, θάβοντάς τον αξιοπρεπώς. Ο Πιλάτος, Ρωμαίος διοικητής της Ιουδαίας, αφού ξεμπέρδεψε εύκολα με τη δίκη του Ιησού που παρά λίγο να τον μπλέξει σε πολιτικές περιπέτειες, αδιαφορεί τώρα πλήρως για την τύχη του θύματός του· μόλις βεβαιώθηκε ότι πέθανε, δίνει τη συγκατάθεση για την ταφή. Σιωπηρά πρωταγωνιστούν στο ίδιο επεισόδιο και οι μαθητές του Χριστού. Αυτοί που επί τρία χρόνια ήταν καθημερινά παρόντες σ’ όλες τις στιγμές της δράσης του Ιησού, άκουγαν τα κηρύγματά του, έβλεπαν τα θαύματά του, ζούσαν μαζί του και ήταν, μάλιστα, προειδοποιημένοι για όλα όσα επρόκειτο να συμβούν, τώρα λάμπουν δια της απουσίας τους. Ο Ιούδας τον πρόδωσε, ο Πέτρος τον αρνήθηκε, οι άλλοι φρόντισαν να κρυφτούν έγκαιρα. Μόνον ο Ιωάννης, εκμεταλλευόμενος τις γνωριμίες του, τόλμησε να πλησιάσει τον σταυρό, αλλά τώρα, θεωρώντας ίσως ότι έχει εκτεθεί αρκετά, βρίσκεται κι αυτός κρυμμένος μαζί με τους άλλους στο πατάρι κάποιου σπιτιού.
  Στο δεύτερο επεισόδιο πρωταγωνιστούν τρεις γυναίκες και ένας άγγελος· πρόσωπα με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνα του πρώτου. Ο άγγελος δεν ανήκει στον κόσμο τούτο και οι γυναίκες, λόγω του φύλου τους και της κοινωνικής τους κατάστασης, ανήκουν στο περιθώριο της κοινωνίας της εποχής τους. Αντίθετα από τον Νικόδημο, που σ’ όλη τη ζωή του ήταν λογικός και μετρημένος, σ’ αυτές κυριαρχεί το συναίσθημα, το πάθος να βρεθούν κοντά στον Ιησού. Η λογική, ο υπολογισμός, μόνον κατ’ εξαίρεση περνάει απ’ το μυαλό τους:
Ποιος θα κυλήσει για μας την πέτρα από την είσοδο του μνήματος;
Αντίθετα από τον Νικόδημο, που σ’ όλη του τη ζωή φοβόταν για την κοινωνική του θέση, αυτές, ζώντας έτσι κι αλλιώς στο περιθώριο της κοινωνίας, δεν νοιάζονται για το τι θα πει ο κόσμος, τρομάζουν όμως μπρος στο μέγεθος της αποστολής που τους ανατίθεται και χρειάζεται να παρέμβει ο άγγελος για να τις ενθαρρύνει:
Μην τρομάζετε … Πηγαίνετε τώρα και πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο: ‘‘Πηγαίνει πριν από σας στην Γαλιλαία και σας περιμένει’’.
Σ’ αυτήν την προτροπή του αγγέλου οι ρόλοι ανατρέπονται: Οι μαθητές, που λογικά θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι που θα μάθαιναν την ανάσταση του Ιησού και θα την διακήρυσσαν παντού, απουσιάζουν· αυτοί, που επί τρία χρόνια προετοιμάζονταν καθημερινά για αυτόν τον ρόλο, αποδείχτηκαν στην κρίσιμη στιγμή κατώτεροι της αποστολής τους· έτσι, αυτές που αναλαμβάνουν τον πρώτο ρόλο της χριστιανικής ιεραποστολής είναι τρεις γυναίκες. Η λογική κρατάει τους μαθητές κρυμμένους στο πατάρι, το πάθος οδηγεί τις γυναίκες στον τάφο του Ιησού και τις κάνει μάρτυρες της πιο συγκλονιστικής εμπειρίας που έζησε ποτέ άνθρωπος. Όμως ο Θεός γνωρίζει πώς σκέφτονται οι άνθρωποι. Ο άγγελος όχι μόνο δεν απορρίπτει τη λογική, αλλά αντίθετα, καλεί τις γυναίκες να εξετάσουν με ακρίβεια τον τάφο, ώστε να μην υπάρξει η παραμικρή αμφιβολία για την ανάσταση του Ιησού.
  Παρατηρώντας τα χαρακτηριστικά των πρωταγωνιστών των δύο επεισοδίων, μπορούν να προκύψουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα για τα χαρακτηριστικά των κόσμων στους οποίους ανήκουν. Στον παλιό κόσμο κυριαρχεί ο θάνατος, ο φόβος, ο μίζερος υπολογισμός. Η κοινωνία είναι λογικοκρατικά δομημένη με αυστηρή ιεραρχία, στην οποία ο καθένας έχει το ρόλο του. Μόνον κάποιες παράτολμες ενέργειες διαφοροποιούν κάπου κάπου το σκηνικό. Ο Θεός υπάρχει, όλοι πιστεύουν σ’ αυτόν, αλλά ζει στον κόσμο του και οι άνθρωποι ζουν στον δικό τους, λειτουργούν με τα δικά τους μέτρα, οργανώνονται με τον δικό τους τρόπο, ακολουθούν τις δικές τους προτεραιότητες. Στον καινούργιο κόσμο όλα είναι αλλιώς. Εδώ κυριαρχεί η ανάσταση, το συναίσθημα, η παρόρμηση. Οι κοινωνικές δομές ανατρέπονται, οι ρόλοι αλλάζουν, οι ανισότητες εξαφανίζονται. Οι γυναίκες περνούν από το περιθώριο στο προσκήνιο και αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Η απόσταση ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο εκμηδενίζεται.
  Η ανάσταση του Χριστού έχει ανατρέψει όλα τα δεδομένα, έχει φέρει μια εντελώς νέα κατάσταση πραγμάτων, που υπόσχεται έναν κόσμο δίκαιο, ευτυχισμένο, χωρίς φόβους, χωρίς ανισότητες και διακρίσεις. Το πρώτο μεγάλο βήμα προς τον νέο αυτόν κόσμο, προς αυτό που χαρακτηρίζεται ως ‘‘Βασιλεία του Θεού’’, έγινε με την ανάσταση του Χριστού. Όμως μένουν αρκετά βήματα ακόμη, και μάλιστα δύσκολα βήματα, καθώς ο παλιός κόσμος δεν παραδίδεται εύκολα, αλλά ανθίσταται σθεναρά. Η χωρίς διακρίσεις και ανισότητες κοινωνία, όπου όλοι θα νιώθουν και θα είναι αδέλφια, δεν επιτεύχθηκε ακόμη. Η ισοτιμία ανδρών και γυναικών, που ο Χριστός με το παράδειγμά του έκανε πράξη και οι απόστολοι διακήρυξαν, όχι μόνο δεν επιτεύχθηκε, αλλά οι γυναίκες, παρά τους αγώνες τους και τις κατακτήσεις τους, παραμένουν και σήμερα ουσιαστικά δέσμιες μιας κατάστασης ανισότητας που δημιούργησε ο παλιός κόσμος, και η οποία ανισότητα εκδηλώνεται καθημερινά σε προσωπικό και σε κοινωνικό επίπεδο. Αρκεί μια ματιά σε καθημερινές καταστάσεις, από το πώς μοιράζονται οι ευθύνες, οι ρόλοι και οι δουλειές μέσα στο σπίτι, μέχρι το πώς αντιμετωπίζονται οι γυναίκες ως αντικείμενα ερωτισμού στην τηλεόραση, στις διαφημίσεις, στη δουλειά, κλπ, για να διαπιστωθεί ότι η άδικη συμπεριφορά προς τις γυναίκες φτάνει συχνά τα όρια της πραγματικής καταπίεσης.
  Οι χριστιανοί, λοιπόν, περισσότερο από οποιουσδήποτε άλλους, έχουν υποχρέωση να αγωνιστούν για την ανατροπή της κατάστασης αυτής. Από την άποψη αυτή η διακήρυξη της Διορθόδοξης Διάσκεψης που πραγματοποιήθηκε το 1987 στη Σόφια διατηρεί ακόμη την επικαιρότητά της:
«Ο κόσμος μας έχει μια μακρά ιστορία, κατά την οποία τόσο στις προσωπικές τοποθετήσεις όσο και στη θεσμική ζωή οι γυναίκες έτυχαν άδικης μεταχείρισης και η ουσιαστική ιδιότητά τους ως εικόνας και ομοίωσης Θεού δεν έγινε πλήρως σεβαστή. Μια τέτοια αμαρτωλή διάκριση δεν είναι παραδεκτή από ορθόδοξη χριστιανική σκοπιά (Α΄Κο 11:11). Στον αναδημιουργημένο από τον Χριστό  κόσμο, άνδρας και γυναίκα είναι ισότιμοι (Γαλ 3:28)...»
Και το κείμενο καταλήγει:
«Ιδιαίτερα οι ορθόδοξοι άνδρες πρέπει να αναγνωρίσουν ότι ως πλήρη μέλη της Εκκλησίας οι γυναίκες μετέχουν στη μεσιτευτική αποστολή της Εκκλησίας να προσεύχονται ενώπιον του Κυρίου για λογαριασμό όλης της δημιουργίας. Πιο συγκεκριμένα, οφείλουμε να βρούμε τρόπους, ώστε τα σημαντικά τάλαντα των γυναικών στην Εκκλησία να τεθούν όσο το δυνατόν πλήρως στην υπηρεσία του Κυρίου για την οικοδόμηση της Βασιλείας του...»
  Το παραπάνω κείμενο έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς βάζει όλους, άνδρες και γυναίκες, μπροστά στις ευθύνες τους. Δεν θα πρέπει οι άνδρες να ξεχνάνε ότι το πρότυπο της ανθρώπινης ακεραιότητας, στο οποίο αποβλέπουν όλοι, είναι μια γυναίκα, αφού χάρη σ’ αυτήν τη γυναίκα ήρθε ο Θεός στον κόσμο. Και δεν θα πρέπει οι γυναίκες να ξεχνάνε πως το ότι αναστήθηκε ο Χριστός το έμαθε ο κόσμος από τρεις γυναίκες, γεγονός που τις επιφορτίζει με ένα πρόσθετο καθήκον, να επανακτήσουν τη θέση στην οποία ο ίδιος ο Θεός τις τοποθέτησε την ημέρα της ανάστασης, ως μάρτυρες της αναστάσεως, σημάδια της αρχής του καινούργιου κόσμου του Θεού. Όταν κάθε μορφής διάκριση καταργηθεί, τότε όλοι θα βεβαιωθούν ότι ο Χριστός πραγματικά αναστήθηκε, τότε θα έχει γίνει άλλο ένα μεγάλο βήμα προς τη Βασιλεία του Θεού.

Το θάρρος των Μυροφόρων και η θέση της Γυναίκας μέσα στην Εκκλησία

Του Μητροπολίτη Ζιμπάμπουε και Αγκόλας Σεραφείμ
Η Ευαγγελική Περικοπή της Κυριακής των Μυροφόρων αναφέρεται στο μεγαλείο του ρόλου της γυναίκας για μια καλύτερη κοινωνία. Την ώρα που οι μαθητές του Χριστού «διά τον φόβον των Ιουδαίων» παρέμειναν κρυμμένοι σε ασφαλές μέρος, βλέπουμε μερικές γυναίκες, τις Μυροφόρες, χωρίς φόβο για τη ζωή τους να φθάνουν θαρραλέες στον τάφο του Ιησού.
΄Ηταν γνωστό σε όλους ότι φανατισμένοι Εβραίοι καραδοκούσαν για να επιτεθούν βίαια σε όποιους προσπαθούσαν με οποιονδήποτε τρόπο να κλέψουν το νεκρό σταυρωμένο σώμα του Ιησού. Επειδή ακριβώς δεν πίστευαν στις προφητείες για την Ανάσταση του Χριστού, πίστευαν ότι κάποιοι οπαδοί του Ιησού θα προσπαθούσαν να κλέψουν το σώμα του και να το κρύψουν διαδίδοντας ότι δήθεν αναστήθηκε. Γι’ αυτό επέμεναν ο τάφος του Ιησού να φρουρείται νύκτα και ημέρα από τους Ρωμαίους φρουρούς.
Μπροστά λοιπόν σ’ αυτή τη φοβερή πραγματικότητα λογικά σκεπτόμενοι οι μαθητές του Χριστού έμειναν κλεισμένοι σε ασφαλές μέρος, στο «υπερώον» μέχρι να δουν πως θα εξελιχθούν τα πράγματα.
Ταυτόχρονα όμως οι Μυροφόρες, προχωρούν θαρραλέες προς τον τάφο του Ιησού. Σε καμία περίπτωση δεν φοβήθηκαν από τους κινδύνους που υπολόγιζαν οι δήθεν θαρραλέοι άντρες, που πριν λίγο έλεγαν στον Χριστό ότι θα είμαστε μαζί Σου ως το τέλος, έτοιμοι να θυσιαστούμε και πριν «κράξει ο αλέκτωρ» τον αρνήθηκαν τρεις φορές.
Τελικά το θάρρος των Μυροφόρων Γυναικών αμείβεται με τη θεία δωρεά του Θεού να είναι οι πρώτες στον κόσμο που βλέπουν τον Αναστημένο Ιησού.
Οι Γυναίκες γίνονται οι πρώτες που δίνουν μαρτυρία για την Ανάσταση του Χριστού. Ιστορικά γνωρίζουμε πάλι ότι η μεγάλη εκείνη ανθρώπινη μορφή, που εκπροσώπησε το ανθρώπινο γένος για την ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού, που οδήγησε στην εν Χριστώ σωτηρία όλους μας είναι πάλι γυναίκα. Είναι η Παναγία μας που απάντησε με ταπείνωση στην κλήση του Θεού «ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».
΄Ετσι η θέση της γυναίκας μέσα στην Εκκλησία μας είναι σημαντική και μοναδική για την υπόθεση της σωτηρίας μας.
΄Οπως η Παναγία μας έδωσε τη σάρκα της στον Υιόν και Λόγον του Θεού για την σωτηρία όλης της ανθρωπότητας, το ίδιο σήμερα η γυναίκα, η μητέρα, η γιαγιά, η θυγατέρα, ετοιμάζουν με πολύ σεβασμό και φόβον Θεού το πρόσφορον που το δίνουν στον ιερέα, που ως διάκονος της, το προσφέρει στον Θεόν, που το μεταποιεί σε Σώμα Χριστού, όταν με την άξια συμμετοχή μας στην Θεία Κοινωνία, γινόμαστε σύσσωμοι του αγίου Σώματος του Χριστού.
Ο ρόλος της γυναίκας, λοιπόν, στη σύγχρονη εποχή των κρίσεων και των πολύπλοκων κοινωνικών προβλημάτων γίνεται ακόμη πιο σημαντικός για να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο κόσμο. Ιδιαίτερα όμως, η συμβολή της γυναίκας στην προστασία και στην ενίσχυση του θεσμού της οικογένειας είναι κάτι που επιβάλλεται περισσότερο. Μπροστά στην κρίση του θεσμού της οικογένειας, όπως πολλές οικογένειες δεινοπαθούν και χωρίζουν. Καλείται η σύγχρονη γυναίκα να διαδραματίσει έναν σημαντικόν, ενωτικόν, υπομονετικόν, συμφιλιωτικόν και στοργικόν ρόλον που θα προστατέψει το όλο σώμα της οικογένειας. ΄Οταν η οικογένεια προστατεύεται και στέκει ψηλά, τότε ολόκληρη η κοινωνία πάει μπροστά.
Για να μπορέσει, όμως, η σύγχρονη γυναίκα ν’ ανταποκριθεί στην υψηλή αποστολή της οφείλει με εμπιστοσύνη στο Θεό να έχει στη ζωή της ως παράδειγμα την Παναγία μας, όλες τις άγιες Γυναίκες, τις Μυροφόρες.
Το πρώτο στάδιο της προετοιμασίας τέτοιων αγίων μορφών είναι να παίρνουμε τα παιδιά μας στο Κατηχητικό Σχολείο. Το δεύτερο στάδιο το παράδειγμα της αγίας ζωής των γονέων. Το τρίτο στάδιο, το ειρηνικό και ηθικό περιβάλλον που δημιουργούμε για τα παιδιά μας. Το τέταρτο στάδιο, οι άξιοι και κατηρτησμένοι εκπαιδευτικοί μας, που ταυτόχρονα αποτελούν και πρότυπα ηθικού παραδειγματισμού. ΄Ολα αυτά όμως τα στάδια αποβλέπουν στη προετοιμασία μας για να ζούμε μέσα στο στάδιο των αρετών με την άξια συμμετοχή μας στην αγιαστική ζωή της Εκκλησία μας, στα άγια της Μυστήρια, και ταυτόχρονα με τη συμμετοχή μας στο φιλανθρωπικό και Ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας μας. ΄Ετσι γινόμαστε έτοιμοι για να δημιουργήσουμε με μεγάλη συναίσθηση ευθύνης την Χριστιανική οικογένεια, που η παρουσία της μέσα στην άδικη κοινωνία που ζούμε, αποτελεί όασιν ζωής.
Σήμερα, λοιπόν, στα πρόσωπα των αγίων Μορφών των Μυροφόρων Γυναικών της σημερινής Ευαγγελικής Περικοπής, τιμούμε τις γυναίκες εκείνες που είναι τίμιες, υπεύθυνες, ευσεβείς και πρωτοπόρες, που με το έργο τους μας κάνουν όλους υπερήφανους.

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ



ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
Στὰ τριάμιση τελευταῖα χρόνια τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅταν Αὐτὸς κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο τῆς δικαιοσύνης καὶ ἔκανε ἀμέτρητα θαύματα, μαζί Του βρίσκονταν συνεχῶς οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καὶ οἱ μυροφόρες γυναῖκες. Οἱ ἀπόστολοι τοὺς ὁποίους ὁ Ἴδιος διάλεξε ἦταν περισσότεροι ἀπὸ τὶς μυροφόρες. Καὶ μόνο τοὺς ἀποστόλους ἔστελνε ὁ Κύριος νὰ κηρύττουν τὸ Εὐαγγέλιο. Μόνο στοὺς ἀποστόλους ἔδωσε τὴν ἐξουσία νὰ διώχνουν τὰ δαιμόνια καὶ νὰ θεραπεύουν τοὺς ἀσθενεῖς. Οἱ μυροφόρες, ἂν καὶ δὲν τὶς ἀγαποῦσε ὁ Κύριος λιγότερο ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους, δὲν ἔλαβαν ἀπ’ Αὐτὸν τέτοια χαρίσματα.

Πρέπει νὰ σκεφτοῦμε ποιοὶ εἶναι οἱ λόγοι ποὺ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς κρατοῦσε ἄλλη στάση ἀπέναντι στοὺς ἄνδρες καὶ ἄλλη ἀπέναντι στὶς γυναῖκες, τὰ δύο αὐτὰ φύλα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Δὲν μποροῦμε βέβαια νὰ δώσουμε μία ὁλοκληρωμένη ἀπάντηση σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα. Μποροῦμε ὅμως, μὲ βάση ὄχι τὴ δική μας λογικὴ ἀλλὰ τὴν ἁγία Γραφὴ, νὰ βροῦμε κάποια στοιχεῖα ποὺ θὰ βοηθήσουν τὴ σκέψη μας νὰ πάρει σωστὴ κατεύθυνση.

Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ πρέπει νὰ σκεφτοῦμε, ἂν μποροῦσαν ἢ ὄχι οἱ γυναῖκες μὲ τὶς ἀσθενεῖς δυνάμεις τους νὰ σηκώσουν τὸ βάρος τοῦ ἀποστολικοῦ ἔργου, τῶν διωγμῶν καὶ τῶν βασάνων ποὺ ὑπέφεραν οἱ ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ.

Ὑπάρχουν γι’ αὐτὸ τὸ θέμα πολλὲς μαρτυρίες καὶ στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στοὺς βίους τῶν ἀποστόλων. Ἂς ἀκούσουμε τί λέει ὁ Πρωτοκορυφαῖος καὶ μεγάλος ἀπόστολος Παῦλος γιὰ τὰ βάσανα ποὺ ὑπέφερε γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς διωγμοὺς ποὺ ὑπέστη γιὰ τὸ ὄνομά Του κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἀποστολικοῦ του ἔργου: «Ὑπὸ Ἰουδαίων πεντάκις τεσσαράκοντα παρὰ μίαν ἔλαβον, τρὶς ἐρραβδίσθην, ἅπαξ ἐλιθάσθην, τρὶς ἐναυάγησα, νυχθημερὸν ἐν τῷ βυθῷ πεποίηκα• ὀδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμῶν, κινδύνοις ληστῶν, κινδύνοις ἐκ γένους, κινδύνοις ἐξ ἐθνῶν, κινδύνοις ἐν πόλει, κινδύνοις ἐν ἐρημία, κινδύνοις ἐν θαλάσση, κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις• ἐν κόπῳ καὶ μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολλάκις, ἐν λιμῷ καὶ δίψει, ἐν νηστείαις πολλάκις, ἐν ψύχει καὶ γυμνότητι» (Β’ Κόρ. 11, 24-27).

Αὐτὰ ὑπέφερε ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἂς θυμηθοῦμε τώρα τὸ βίο τοῦ Πρωτοκλήτου ἀποστόλου Ἀνδρέα. Ἦταν πολὺ δύσκολη ἡ ζωή του. Στὴν ἀρχὴ κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν Ἰουδαία. Μετὰ πῆγε στὴν περιοχὴ τῆς Μαύρης θάλασσας, ἐπισκέφτηκε ὅλες τὶς σημαντικότερες παραθαλάσσιες πόλεις καὶ κήρυττε ἐκεῖ τὸν Χριστό. Στὴ Σινώπη οἱ εἰδωλολάτρες τὸν χτύπησαν μὲ ἀγριότητα καὶ τὸν ἄφησαν μισοπεθαμένο ἔξω ἀπὸ τὴν πύλη τῆς πόλεως. Ἐδῶ τοῦ φανερώθηκε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, τὸν θεράπευσε καὶ τοῦ εἶπε νὰ μὴν φοβᾶται κανέναν. Ἔτσι ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας συνέχισε τὸ δρόμο καὶ ἀφοῦ πέρασε τὴν Ἀμπχαζία καὶ τὸν Καύκασο ἔφτασε στὴν Κριμαία.

Ναί, καὶ ἐδῶ κήρυττε ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας τὸ Εὐαγγέλιο. Ὅμως δὲν σταμάτησε ἐδῶ ἀλλὰ συνέχισε τὴν πορεία του. Ἀκολουθώντας τὸν ποταμὸ Δνείπερο ἔφτασε στὸν τόπο ὅπου σήμερα βρίσκεται ἡ μεγάλη καὶ ἡ ἁγία πόλη τοῦ Κιέβου. Ἐκεῖ στοὺς λόφους τοῦ Κιέβου ὕψωσε τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ εἶπε: «Πιστέψτε μέ, ἐδῶ σ’ αὐτοὺς τοὺς λόφους θὰ λάμψει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Μεγάλη πόλη θὰ εἶναι ἐδῶ, θὰ κτίσει ὁ Κύριος στὸν τόπο αὐτὸ πολλὲς ἐκκλησίες καὶ θὰ φωτίσει μὲ τὸ θεῖο Βάπτισμα ὅλη τὴν Ρωσικὴ γῆ».

Δὲν τελείωσε ὅμως στὸ Κίεβο ἡ περιοδεία του. Ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ προχώρησε στὸ βάθος τῆς ρωσικῆς γῆς καὶ ἔφτασε μέχρι τὴν βόρεια πόλη Νόβγκορον. Φανταστεῖτε τώρα πόσο δύσκολος ἦταν ὁ δρόμος του. Ἀπὸ δῶ γύρισε στὴν Ἑλλάδα, ὅπου τελείωσε τὴ ζωὴ του πάνω στὸ σταυρό. Δὲν κάρφωσαν μὲ τὰ καρφιὰ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια του ἀλλὰ τὰ ἔδεσαν μὲ σχοινὶ γιὰ νὰ ὑποφέρει πιὸ πολύ. Ἐπάνω στὸ σταυρὸ ὁ ἀπόστολος βρισκόταν τέσσερεις ἡμέρες καὶ τέσσερεις νύχτες, ὑποφέροντας πολλὰ βάσανα καὶ δοξάζοντας τὸν Θεό.

Σκεφτεῖτε τώρα, ἂν θὰ μποροῦσαν οἱ μυροφόρες γυναῖκες νὰ ἀντέξουν τέτοιους κόπους, πόνους καὶ διωγμοὺς ποὺ ὑπέφεραν οἱ ἀπόστολοι. Σᾶς ἔχω πεῖ ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι εἶχαν μαρτυρικὸ θάνατο καὶ πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς τελείωσαν τὴν ζωὴ τους πάνω στὸ σταυρό. Θὰ μποροῦσαν οἱ γυναῖκες νὰ ἀντέξουν τέτοιους κόπους; Τέτοιους διωγμοὺς καὶ καταδιώξεις πού ὑφίσταντο οἱ ἀπόστολοι; Μποροῦν νὰ συγκριθοῦν οἱ ἀσθενεῖς δυνάμεις μίας γυναίκας μὲ τὴν δύναμη πού εἶχε γιὰ παράδειγμα ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἀνδρέας; Ἀσφαλῶς ὄχι. Οἱ γυναῖκες εἶναι πιὸ ἀδύναμες ἀπὸ τοὺς ἄνδρες, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἀλλιῶς φερόταν στοὺς ἄνδρες καὶ ἀλλιῶς στὶς γυναῖκες. Δὲν θέλησε νὰ ἐπιφορτίσει τὶς μυροφόρες γυναῖκες μὲ τὸ βάρος τοῦ ἀποστολικοῦ ἔργου.

Αὐτὴ εἶναι ἡ μία ὄψη τοῦ νομίσματος. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ ἔχει μεγάλη σημασία. Ἀκοῦστε τί εἶπε ὁ μεγάλος προφήτης Μωϋσῆς στὸ πέμπτο βιβλίο τῆς Πεντατεύχου, στὸ Δευτερονόμιο: «Οὐκ ἔσται σκεύη ἀνδρὸς ἐπὶ γυναικί, οὐδὲ μὴ ἐνδύσηται ἀνὴρ στολὴν γυναικείαν, ὅτι βδέλυγμα Κυρίω τῷ Θεῶ σου ἐστιν πᾶς ποιῶν ταῦτα» (Δεύτ. 22, 5). Μὴ νομίζετε ὅτι ἐδῶ πρόκειται γιὰ καρναβάλια. Καὶ νὰ μὴν νομίζετε ὅτι εἶναι ἀσήμαντος αὐτὸς ὁ σύντομος λόγος τοῦ προφήτη, ποὺ ἀναφέρεται στὸ γυναικεῖο ἔνδυμα.

Ὁ λόγος αὐτὸς ἔχει μεγάλη σπουδαιότητα καὶ θὰ ἤθελα νὰ τὸ καταλάβετε διότι αὐτὸ θὰ μᾶς βοηθήσει γιὰ νὰ κατανοήσουμε καλύτερα γιατί ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἀνέθεσε τὸ ἀποστολικὸ ἔργο μὲ τοὺς κόπους καὶ τοὺς πόνους του στοὺς ἄνδρες ἀποστόλους καὶ ὄχι στὶς μυροφόρες γυναῖκες. Εἶναι πολὺ σημαντικὴ ἡ διάκριση ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος μεταξὺ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν σὲ σχέση μὲ τὸ ρόλο καὶ τὴν ἀποστολὴ ποὺ ἔχει κάθε φύλο.

Ἐκεῖνοι οἱ ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μὲ τὴ βιολογία, ξέρουν καλὰ ὅτι κάθε φυτὸ καὶ κάθε ζῶο ἀπὸ τὴ φύση τους, ἢ καλύτερα νὰ ποῦμε ἀπὸ τὸν Δημιουργό, εἶναι προορισμένα νὰ ζοῦν σὲ κάποιες συγκεκριμένες συνθῆκες, οἱ ὁποῖες εἶναι διαφορετικὲς γιὰ τὸ καθένα ἀπ’ αὐτά. Αὐτὲς οἱ συνθῆκες προσδιορίζουν τὴ ζωὴ τοὺς ἀλλὰ ἐπίσης καὶ τὴ δομὴ ποὺ ἔχει τὸ σῶμα τους.

Τώρα, ὅ,τι ἀφορᾶ τὸν ἄνθρωπο. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικός. Καὶ εἶναι διαφορετικὴ ἡ δομὴ τοῦ σώματός τους. Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα ἡ γυναίκα εἶναι πολὺ πιὸ ἀδύνατη ἀπὸ τὸν ἄνδρα. Ὁ Θεὸς προόρισε τὴ γυναίκα γιὰ ἕνα συγκεκριμένο ἔργο. Τὴ γυναίκα, καὶ ὄχι τὸν ἄνδρα. Τὸ ἔργο αὐτὸ διαφέρει πολὺ ἀπὸ ἐκεῖνο, γιὰ τὸ ὁποῖο εἶναι προορισμένος ὁ ἄνδρας.

Τί εἶναι τὸ σημαντικότερο στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου; Ὅλα τὰ ἔργα πού κάνει ὁ ἄνθρωπος ἔχουν γι’ αὐτὸν τὴν ἴδια σπουδαιότητα; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ὅταν ἔπλασε ὁ Θεὸς τοὺς πρώτους ἀνθρώπους, τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, τοὺς ἔδωσε τὴν πρώτη ἐντολή, πολὺ σύντομη καὶ πολὺ ἁπλή: «αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε» (Γέν. 1, 28). Ἂν αὐτὴ ἦταν ἡ πρώτη ἐντολὴ τότε πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι εἶναι ἐξαιρετικὰ σημαντικὴ καὶ πολὺ βαθιά. Ἂν δὲν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ ἐντολή, τότε τὸ ἀνθρώπινο γένος θὰ ἦταν ὀλιγάριθμο καὶ ἀδύναμο μπροστὰ στὴ φύση. Ξέρουμε ὅτι μόνο ἐκεῖνα τὰ κράτη θεωροῦνται ἰσχυρά, αὐτὰ ποὺ ἔχουν μεγάλο πληθυσμό.

Ἡ ἐντολή, λοιπόν, τοῦ Θεοῦ «αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε» δηλώνει τὴν σπουδαιότητα ποὺ ἔχει γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος τὸ ἔργο αὐτό. Ἀδιαμφισβήτητα τὸν πρῶτο λόγο ἐδῶ ἔχει ἡ γυναίκα καὶ ὄχι ὁ ἄνδρας. Γιὰ τὴ γυναίκα τὸ ἔργο αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ σημαντικὸ στὴ ζωή της. Αὐτὸ δὲν τὸ λέω ἐγὼ ἀλλὰ ἡ ἁγία Γραφή. Βέβαια, δὲν εἶναι σωστὸ νὰ περιορίζουμε τὸ ρόλο τῆς γυναίκας στὴν τεκνογονία. Καὶ πιστεύω ὅτι κανένας ἄνθρωπος προσεκτικὸς καὶ πνευματικὰ καλλιεργημένος δὲν σκέφτεται ἔτσι.

Οἱ Γερμανοὶ λένε ὅτι ὅλος ὁ ρόλος καὶ ἡ ἀποστολὴ τῆς γυναίκας προσδιορίζονται ἀπὸ τέσσερεις λέξεις: παιδιά, ροῦχα, κουζίνα, ἐκκλησία. Εἶναι ἀσέβεια νὰ λέμε καὶ νὰ σκεφτόμαστε ἔτσι καὶ νὰ προσβάλλουμε ὁλόκληρο τὸ γυναικεῖο φύλο. Γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτο. Θέλω νὰ πῶ ὅτι ἂν ἡ γυναίκα ἔχει κάποια προσόντα δὲν πρέπει νὰ τὰ ἀφήσει. Ἂν τῆς ἔδωσε ὁ Θεὸς βαθιὰ διάνοια μπορεῖ νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν ἐπιστήμη ἢ τὴ λογοτεχνία. Ἐπαναλαμβάνω, εἶναι μεγάλο λάθος καὶ εἶναι ἀνεπίτρεπτο νὰ περιορίζουμε τὸ ρόλο τῆς γυναίκας στὴν τεκνογονία καὶ τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν.

Αὐτὸ ὅμως δὲν ἀφορᾶ ὅλες τὶς γυναῖκες. Διότι εἶναι λίγες οἱ γυναῖκες ποὺ ἔχουν κάποιες ἐξαιρετικὲς ἱκανότητες ἢ ταλέντα ἢ κλίση στὴν τέχνη, τὴν ἐπιστήμη ἢ τὴν φιλοσοφία. Οἱ περισσότερες ὡς τὸ σημαντικότερο ἔργο τους πρέπει νὰ βλέπουν αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο τὶς προόρισε ὁ Κύριος. Τὸ νὰ γεννάει ἡ γυναίκα καὶ νὰ φροντίζει τὰ παιδιὰ της εἶναι ἔργο σπουδαιότατο. Καὶ εἶναι ἀπαράδεκτο νὰ ἀφήνει ἡ γυναίκα τὸ παιδὶ της χωρὶς φροντίδα. Καμμία ἄλλη γυναίκα δὲν μπορεῖ νὰ φροντίσει τὸ παιδὶ της ὅπως τὸ φροντίζει ἡ μητέρα του.

Ἐδῶ πολὺ μεγάλο ρόλο παίζει ἡ συγγένεια ἐξ αἵματος, τὴν ὁποία δὲν πρέπει νὰ τὴν παραβλέπουμε. Ἐπίσης καὶ τὸ μητρικὸ γάλα, τὶς ἰδιότητες τοῦ ὁποίου ἴσως δὲν τὶς γνωρίζουμε καλά, ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ τὴ σωστὴ ἀνάπτυξη τοῦ παιδιοῦ. Καὶ ἕνα ἄλλο ἐξίσου σημαντικὸ πράγμα: Ἡ ἀγάπη ποὺ προσφέρει ἡ μητέρα στὸ παιδί της δὲν μπορεῖ νὰ τοῦ τὴν προσφέρει καμμία ἄλλη γυναίκα. Ἀλλοίμονο στὸ παιδὶ ποὺ τὸ μεγαλώνει μία ξένη γυναίκα καὶ ὄχι ἡ μητέρα του ἢ ποὺ μεγαλώνει σὲ κάποιο ἐκπαιδευτικὸ ἵδρυμα.

Ἀλίμονο στὴ γυναίκα ποὺ ἀρνεῖται τὸ παιδί της. Ἀλλοίμονο καὶ σ’ αὐτὴ τὴ γυναίκα ποὺ παραβλέπει καὶ δὲν δίνει σημασία στὶς προτεραιότητες τοῦ φύλου της. Ἀλλοίμονο σ’ ἐκεῖνες τὶς γυναῖκες ποὺ περιφρονώντας τὴν ἀξιοπρέπειά τους προτιμοῦν νὰ φορᾶνε ἀνδρικὰ ροῦχα. Ἔχω ἀκούσει γιὰ μία ἀνόητη γυναίκα ποὺ κυκλοφοροῦσε στοὺς δρόμους ντυμένη μὲ ἀνδρικὸ κοστούμι. Ὅταν τὴν ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι μὲ ἀπέχθεια καὶ ἀγανάκτηση ἔστρεφαν τὸ βλέμμα τους. Δὲν καταλάβαινε ἡ καημένη ὅτι προσβάλλει μ’ αὐτὸ τὴν ἀξιοπρέπειά της.

Αὐτὸ ἐπιβεβαιώνει καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ μὲ τὸ λόγο ποὺ ἤδη ἔχουμε ἀναφέρει: «Οὐκ ἔσται σκεύη ἀνδρὸς ἐπὶ γυναικί, οὐδὲ μὴ ἐνδύσηται ἀνὴρ στολὴν γυναικείαν, ὅτι βδέλυγμα Κυρίω τῷ Θεῶ σου ἐστιν πᾶς ποιῶν ταῦτα» (Δευτ. 22, 5). Βεβαίως δὲν θεωρεῖται βδέλυγμα κάθε ἄνθρωπος ποὺ εἶναι ντυμένος μὲ ροῦχα τοῦ ἄλλου φύλου. Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ὀργὴ τοῦ Θεοῦ πάνω στὴ γυναίκα ἡ ὁποία γιὰ νὰ θρέψει τὰ μικρά της παιδιὰ δουλεύει ὡς σοβατζὴς καὶ εἶναι ἀναγκασμένη νὰ φοράει ἀνδρικὰ ροῦχα γιὰ νὰ κάνει τὴ δουλειά της. Δὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ τέτοιες περιπτώσεις. Ἐδῶ μιλᾶμε γιὰ τὶς γυναῖκες ποὺ περιφρονοῦν τὸ δικό τους γυναικεῖο ἔνδυμα. Ἔχω δεῖ στὰ πανεπιστήμια πολλὲς καθηγήτριες ποὺ φορᾶνε ἀνδρικὰ ροῦχα. Αὐτὲς εἶναι βδέλυγμα ἐνώπιόν του Θεοῦ, αὐτὲς παραβαίνουν τὴν ἐντολὴ ποὺ τὶς δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεό.

Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος δὲν κάλεσε τὶς μυροφόρες γυναῖκες νὰ ἀναλάβουν τὸ ἔργο ποὺ προοριζόταν γιὰ τοὺς ἄνδρες. Καὶ γι’ αὐτὸ ζητᾶ ὁ Κύριος ἀπὸ τὶς γυναῖκες νὰ ἐκτιμοῦν καὶ νὰ σέβονται τὸ δικό τους γυναικεῖο φύλο, τὶς ἰδιότητες τῆς ψυχολογικῆς τους σύνθεσης ποὺ τὶς χάρισε ὁ Θεός. Ἂν ἔχετε ἀπὸ τὸν Θεὸ αὐτὲς τὶς ἰδιότητες, νὰ τὶς φυλάγετε μὲ μεγάλο σεβασμὸ καὶ εὐχαριστία πρὸς τὸν Κύριο. Ἀμήν.

Ἀπό τό βιβλίο: ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ, Τ. Α’
ΕΚΔ. “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ”