Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Μαΐου 2019

ΜΑΝΑ Η ΤΑΠΕΙΝΗ…

Related image

ΜΑΝΑ Η ΤΑΠΕΙΝΗ…

1.-«Είπαν του ήλιου “γιορτάζει η μάνα”

κι εκείνος βάλθηκε με φως τη γη να ντύνει.

Είπαν της θάλασσας “γιορτάζει η μάνα”

κι αμέσως έγινε η φουρτούνα γαλήνη.

Το ‘μαθαν τα πουλιά, “γιορτάζει η μάνα”

και το τραγούδι τους ξεχείλισε πλημμύρα.

Το ‘μαθαν τα άνθη, “γιορτάζει η μάνα”

και μοσχοβόλησε η πλάση χίλια μύρα.

Τ’ άκουσε η βροχή, αλλά δεν έκλαψε

δάκρυ δεν κάνει να κυλήσει αυτή τη μέρα.

Τ’ άκουσε ο ουρανός κι άνοιξε διάπλατα

πείτε ευχές, μύριες ευχές για τη μητέρα»

[ “Η Μάνα”, Γεώργιος Μαρτινέλλης]

Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Βίκτωρ Ουγκό - Άνδρας και γυναίκα.

Αποτέλεσμα εικόνας για BARBAT FEMEIE TABLOU PICTURA

Ο άνδρας είναι το πιο εξυψωμένο των πλασμάτων.
Η γυναίκα είναι το ύψιστο των ιδανικών.
Ο Θεός έκανε για τον άνδρα ένα θρόνο. Για τη γυναίκα ένα βωμό.
Ο θρόνος εκθειάζει, ο βωμός αγιάζει.

Ο άνδρας είναι ο εγκέφαλος, η γυναίκα η καρδιά.
Ο εγκέφαλος κατασκευάζει το φως, η καρδιά παράγει την αγάπη.
Το φως γονιμοποιεί. Η αγάπη ανασταίνει.
Ο άνδρας είναι δυνατός με τη λογική. Η γυναίκα είναι ανίκητη με τα δάκρυα.
Η λογική πείθει. Τα δάκρυα συγκινούν.

Ο άνδρας είναι ικανός για όλους τους ηρωισμούς. Η γυναίκα για όλα τα μαρτύρια.
Ο ηρωισμός εξευγενίζει, το μαρτύριο ανυψώνει.
Ο άνδρας έχει την ανωτερότητα. Η γυναίκα την προτεραιότητα.
Η ανωτερότητα σημαίνει τη δύναμη, η προτεραιότητα αντιπροσωπεύει το δικαίωμα.

Ο άνδρας είναι ένας μεγαλοφυής, η γυναίκα ένας άγγελος.
Ο μεγαλοφυής είναι άπειρος. Ο άγγελος είναι ακαθόριστος.
Ο πόθος του άντρα είναι η ανώτατη δόξα. Ο πόθος της γυναίκας είναι η άκρα αρετή.
Η δόξα κάνει όλο το μεγάλο. Η αρετή κάνει όλο το θεϊκό.

Ο άνδρας είναι ένας κώδικας, η γυναίκα ένα ευαγγέλιο.
Ο κώδικας διορθώνει. Το ευαγγέλιο τελειοποιεί.
Ο άνδρας σκέπτεται. Η γυναίκα ονειρεύεται.
Το να σκέπτεται κανείς σημαίνει να έχει μια νύμφη στο κρανίο. Το να ονειρεύεσαι σημαίνει να έχεις ένα φωτοστέφανο στο μέτωπο.

Ο άνδρας είναι ένας ωκεανός. Η γυναίκα είναι μια λίμνη.
Ο ωκεανός έχει το μαργαριτάρι που στολίζει, η λίμνη το ποίημα που θαμπώνει.
Ο άνδρας είναι ο αετός που πετάει. Η γυναίκα είναι το αηδόνι που τραγουδάει.
Το να πετάς σημαίνει να κυριαρχείς στο διάστημα. Το να τραγουδάς σημαίνει να κατακτήσεις την ψυχή.

Ο άνδρας είναι ένας ναός, η γυναίκα είναι το ιερό.
Μπροστά στο ναό αποκαλυπτόμαστε. Μπροστά στο ιερό γονατίζουμε.
Τελικά: ο άνδρας είναι τοποθετημένος εκεί που τελειώνει η γη. Η γυναίκα εκεί που αρχίζει ο ουρανός.

Victor Hugo


Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Χριστούγεννα... στης νύχτας τη βαθιά σιγή

Χριστούγεννα... στης νύχτας τη βαθιά σιγή
χαρμόσυνα καμπάνα θα χτυπήσει.
Ξύπνα, καρδιά, από τον ύπνο το βαθύ,
νέα, γλυκειά ζωή για σε θ' αρχίσει.
Μην κλαις, καρδιά, βασανισμένη κι ορφανή.
Σ' αυτή τη γη φθάνει απόψε η συντροφιά σου.
Άνοιξε διάπλατα σαν φάτνη ταπεινή
να γεννηθεί μέσα σ' αυτήν ο Βασιλιάς σου.


(Βασιλικής Ράλλη, ποιητική συλλογή ''Ψυχής αντίλαλοι'').

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Γέρων Παΐσιος – Ποίημα στην μητέρα του

Όταν ο Γέρον Παΐσιος εκάρη μοναχός, έστειλε μια φωτογραφία στην 
πολυαγαπημένη μητέρα του Ευλαμπία. Στο πίσω μέρος της είχε γράψει ένα 
λυρικό ποίημα αποχαιρετισμού. Το αποχαιρετιστήριο αυτό λυρικό ποίημα 
έγραφε τα εξής:
Μαννούλα μου σε χαιρετώ εγώ πάω να μονάσω,

Φεύγω την μάταιαν ζωήν, τον πλάνον, να γελάσω,

Στην μοναξιάν στην έρημον τα νιάτα να περάσω,

Δια την αγάπην του Χριστού, όλα θα τα θυσιάσω.
Όλα του κόσμου τα αγαθά,σαν σκύβαλλα θα αφήσω,

Να εκτελέσω την πρώτη εντολήν, τον Θεόν να αγαπήσω

Με τον σταυρόν στον Γολγοθάν, τον Ιησούν ν’ακολουθήσω,

Και εις την άνω Ιερουσαλήμ, εύχομαι να σε συναντήσω.
Φεύγω απ’την μεγάλην σου στοργήν, μαννούλα να μπορέσω

Δια να ήμεθα αιώνια μαζί, τον Ιησούν, θα παρακαλέσω,

Διαυτό μικρός εθέλησα τα μαύρα, δια να φορέσω,


Να αφιερωθώ εις τον Χριστόν, του Θεού να αρέσω.
Και δια μητέρα εις το εξής, θα έχω την Παναγίαν,

Να με φυλάξη αβλαβή, απ’ του εχθρού την πανουργίαν

Μάννα μου με κατάνυξιν, στην έρημον εδώ στην ησυχίαν

Θα εύχομαι πάντα δια εσέ, και διόλην την πολιτείαν.
Μοναχού Παϊσίου Φιλοθεΐτου. Αγ. Όρος 1-5-1957
Αφιερούται στην σεβαστήν μου

Μητέραν. Παΐσιος

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Γεωργίου Βερίτη "Μάνα γλυκυτάτη"

Γεωργίου Βερίτη "Μάνα γλυκυτάτη"
(΄Απαντα ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εκδόσεις ΔΑΜΑΣΚΟΣ, Αθήναι, 1968)

Θέ μου, να κάμω σε Σένα θερμή προσευχή!
Θέ μου, η αγάπη Σου ας είν΄ πιο βαθιά, πιο γλυκιά για τη Μάνα!
Μέσα της κάμε ν΄ απλώνεται πάντα η δική Σου γαλήνη,
και στις πληγές της καρδιάς της η χάρη Σου βάλσαμο ας γίνη.
Μάνα γλυκύτατη, Μάνα ουρανόσταλτη, ατίμητη Μάνα!
δε σε θαμπώνουν απάτες εσένα κι΄ονείρατα πλάνα.
Πάνω στο χρέος ακοίμητη εσύ, νύχτα - μέρα σκυμμένη,
τ΄άπειρο ακούς μέσ΄τα χάη μια - μια τις στιγμές να σημαίνη.
Τόσο η ψυχή σου είν΄απλή, που μιλά με τ΄αμίλητα πλάσματα,
κι ούτε γελιέσαι ποτέ μ΄όσα φτιάνει το ψέμα φαντάσματα.

Μάνα, η στοργή σου μεγάλη κι΄απέραντη όσο η πλάση!
Ποιός θα μπορέση ως βαθιά την καρδιά σου ποτέ να διαβάση;
Μάνα, η στοργή σου πασίχαρη σαν τις αχτίδες του ήλιου,
μέσ΄στη χαρά του χρυσού προσκαλεί μαγικού σου βασίλειου.
Πώς με βελούδινα δάχτυλ΄αγγίζεις τους πόνους μας και τους γλυκαίνεις
Μάνα γλυκύτατη, όλα τα βάσανα συ τ΄απαλαίνεις!
Πάνω απ΄το λίκνο μας σκύβοντας, άγγελε - ώ τη χαρά σου!
τα μεταξένια σου απλώνεις φτερά, τα μεγάλα φτερά σου.
΄Ω το γλυκό, τρυφερό σου, μανούλα, κι΄ολόθερμο φίλημα,
στου βρεφικού μας ονείρου τ΄αθώο κι΄απλό παραμίλημα!
΄Ω, πώς πονάς όταν βλέπεις εμάς στο κρεββάτι του πόνου,
και στους δικούς μας κινδύνους, καλή, πόσα φίδια σε ζώνουν!
Πόσες φορές σου τρυπάμε, φτωχή, την καρδιά με μαχαίρι,
και πόσες άλλες σηκώσαμε απάνω σου βέβηλο χέρι!
Πόσες φορές σ΄ανεβάσαμε απάνω σε ξύλον οδύνης,
δίχως εσύ και μια λέξη πικρή παραπόνου ν΄αφήνης!
Κ΄ώ, πόσες άλλες φορές στου φρικτού Γολγοθά μας τα σκότη
μόνη σου κλαις, σ΄ένα θρήνο βουβό, τη χαμένη μας νιότη!
΄Ολα μας ταμαθες, Μάνα γλυκύτατη, ατίμητη Μάνα,
και με της Πίστης μας τ΄άγιο μας έθρεψες κ΄άφθαρτο μάννα.
΄Ενα κομμάτι χτυσάφι μας έκρυψες μέσα βαθιά μας,
να μπουμπουκιάσουν οι ανθοί λαχταράς του καλού στην καρδιά μας.

Μάνα! πού βρήκες την τόση στοργή, την αγάπη την τόση;
Μέσ΄στην ψυχή σου απ΄το χέρι του Πλάστη μας έχει φυτρώσει!
Μάνα, που πήρες απ΄ όλα τα πλάσματ΄ ανώτερο θρόνο,
άφθαρτη μένει κι΄ ανέγγιχτ' η δόξα σου μέσα στο χρόνο.
Μεσ΄στην αγκάλη σου, ώ θαύμα! κρατάς το Θεό μας, Μητέρα,
κι΄ είσαι απ΄τη γη κι΄απ΄τους κόσμους των άστρων, εσύ, ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ!!!

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Προσευχή ενός μικρού κοριτσιού

ΡΕΝΑ ΚΑΡΘΑΙΟΥ


Παναγιά μου, το μωρό σου
είν’ το πιο όμορφο του κόσμου.
Αγκαλίτσα να το πάρω
λίγο δώσ’ μου.

Δεν το ρίχνω, μη φοβάσαι,
σαν και τι θα σ’ το προσέξω.
Λίγο μόνο να το πιάσω,
να το παίξω.

Θα σ’ το πλύνω, θα σ’ το ντύσω,
στα χρυσά του τα μαλλιά
θα του δέσω μια κορδέλα
θαλασσιά.

Θα του κάνω μια βολτίτσα
στο περβόλι, στη λιακάδα.
Τέτοιο ολόφωτο παιδάκι
δεν ξανάδα.

Γι’ αυτό, δώσ’ μου το λιγάκι
το παιδί σου να το παίξω.
Μη φοβάσαι, Παναγιά μου,
θα προσέξω.

(Aπό το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος δεύτερο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975) 

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Κάνε Κύριε, να μπορέσω να δω».(Ποίημα)

Παναγιώτη Γκέζου
πρεσβυτέρου

Η πίστη στο Θεό μας καλεί
σε μια διαφορετική θέαση του κόσμου.
Ζητά από εμάς,
όπως ο τυφλός που συνάντησε ο Χριστός
κατά την είσοδό Του στην Ιεριχώ,
να αναφωνήσουμε στο Θεό
«Κύριε, ίνα αναβλέψω»,
«κάνε Κύριε, να μπορέσω να δω».
Προκύπτει, όμως, ἕνα ερώτημα.
Γιατί άραγε παρατείνεται
η πνευματική μας τυφλότητα;
Ίσως γιατί ο εγωισμός μας και η φιλαυτία
στέκονται εμπόδια για κάποιον να πιστέψει.
Συνήθως πιστεύουμε ότι η δική μας ικανότητα
στην επιστήμη και στην παντοδύναμη,
στις ημέρες μας, τεχνολογία,
μπορεί να μας θεραπεύσει.
θαμπωμένοι από τα επιτεύγματα,
τα άλματα της προόδου
και την εξέλιξη στον ανθρώπινο πολιτισμό,
στηρίζουμε υπερβολικές ελπίδες
στις δυνατότητές μας
και αδιαφορούμε για το Θεό
που δίνει το φως και είναι ο ίδιος το Φως
και η πηγή Του.
Υπάρχει βέβαια και μια άλλη πτυχή
για την θεραπεία του τυφλού στην Ιεριχώ.
Ο πόθος του για τον Χριστὸ
και τα εμπόδια που του παρουσίαζαν
οι συγχωριανοί .
Μάλλον δεν τον ώθησε στον Χριστὸ
η δυστυχία του, αλλά η δική του επιμονή,
και η ελπίδα στο Χριστό, να σωθεί.
Είχε δει και είχε διακρίνει με την αίσθηση του,
είχε αναγνωρίσει την αγαπώσα δύναμή Του
καλύτερα από τους άλλους, που είχαν μάτια,
το Μεσσία Χριστό
σαν θεράποντα γιατρό
Ένα πλήθος από εμπόδια στάθηκαν
ανάμεσα στον τυφλό και τον Χριστό:
η αρρώστια του, ο πολύς κόσμος, η οχλαγωγία,
οι επιπλήξεις του κόσμου να σωπάσει
την ώρα της διδασκαλίας.
Κανένα, όμως, ἀπὸ τὰ εμπόδια αυτά
δεν αποδείχτηκε ανυπέρβλητο γι' αυτόν.
Ο πόθος του να συναντήσει τον Χριστό,
να βρει το φως του, ξεπέρασε κάθε φραγμό.
Όμως και ο Χριστός
βλέποντας του τυφλού την πίστη του
διακόπτει την δύναμη του λόγου,
για να εκδηλώσει την αγάπη του έργου Του.
Ας αφήσουμε τώρα τον τυφλό της Ιεριχούς
και ας ρίξουμε μια ματιά στην κοινωνία μας.
Ένα μεγάλο πλήθος τυφλών περιπλανάτε
από δω και από κει,
ζητώντας τα αναγκαία για τη ζωή.
Τί; Ποιοι είναι; Μα, φυσικά, όλοι όσοι είναι τυφλοί
στη ψυχή.
Βέβαια βλέπουν με τα σωματικά μάτια τους,
αλλά δεν είναι σε θέση να δουν με τα μάτια
της ψυχής τους.
Έχουν πάθει τύφλωση πνευματική
και έχουν μεσάνυχτα γύρω από πολλά ζητήματα,
ιδίως γύρω από την πίστη.
Το Θεό δεν τον βλέπουν.
Άγγελοι λένε ότι δεν υπάρχουν.
Τα θαύματα του Κυρίου τα νομίζουν παραμύθια.
Την ψυχή απάτη της φαντασίας.
Τη λύτρωση και την άλλη ζωή ανοησίες.
Και επειδή έχουν θολωμένο το μυαλό
από τις αμαρτίες,
τυφλώνονται τόσο πολύ,
που χάνουν και τον δικό τους προσανατολισμό. 
Πρέπει και εμείς να αναζητήσουμε καί να βρούμε
“το αληθινό φως”. Κάθε μέρα στις προσευχές μας
από τον Κύριο να το ζητούμε.
να παρακαλούμε το Θεό να μας δώσει το φως,
που τις ψυχές μας θα πλημμυρίσει
και η δόξα του Αγίου Ονόματός του θα μας φωτίσει.

Εν Βάρη 30. 10. 2013-πηγή

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Να γίνουμε παιδιά...

«...ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδίαοὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαντῶν οὐρανῶν»(Ματ. 18,3).

(Ἀληθινὰ σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι, ἐὰν δὲν ἀλλάξετε φρόνημα καὶ δὲν γίνετε ταπεινοίἀθῶοι καὶἀπονήρευτοι σὰν τὰ παιδιά, δὲν θὰ μπεῖτε στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν).

Ό,τι έχεις μέσα σου παιδιάτικο
σα θησαυρό να το φυλάξεις.
Τους λογισμούςτους πόθους σου άλλαξε
μα αυτό ποτέ να μην αλλάξεις.

Κι όταν χλωμοφυλλιάσει η όψη σου,
και στα μαλλιά σου πέσουν χιόνια,
μόνο ό,τι φύλαξες παιδιάτικο
θα μείνει απείραχτο απτα χρόνια.

Γ.Δροσίνης
πηγή

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Νικηφ.Βρεττάκου-Από το Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ(1957)


Άλλαξε τη μπόλια της η μητέρα μου
κι ετοιμάστηκε να πάει στην εκκλησία.
Καθαρή σαν αστέρι -παρ΄όλα τα μαύρα της,
κατεβαίνει ένα ένα τα σκαλοπάτια κοιτάζοντας
... την ευγένεια του ήλιου και τις άσπρες πορτοκαλιές.
Δεν ξέρει η μητέρα μου τι είναι ο ήλιος.
Τον φαντάζεται αγάπη που ανατέλλει στον ουρανό.
Δεν ξέρει η μητέρα μου.
...
Στέκεται ακίνητη πλάι στο στασίδι της.
Παρ΄όλο το πλήθος, δείχνει ολομόναχη.
Κοιτώντας τον Παντοκράτορα δεν ξέρει η μητέρα μου, πως
ο παντοδύναμος βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο.
Πως είναι απ' το χέρι του που κρέμονται όλα και πως
ολόκληρη η γης, δεν είναι παρά ένα
μικρό Ναγκασάκι.
...
Είναι τώρα θαρρώ καιρός να της γράψω
στη γλώσσα της. Με λέξεις αγράμματες.
Να της γράψω πως είμαι καλά. Πως είμαστε τώρα
όλοι καλά, από πάνω τον έσπερο ως κάτω
τα λαγκάδια της Πλούμιτσας:
"Σεβαστή μου μητέρα,
δύο χιλιάδες Αμερικανοί επιστήμονες
υπογράψανε έκκληση. Υπογράψανε για όλα
όσα αγαπάς. Κι αγαπώ. Και για σένα.
Στείλε τους ένα κλωνάρι βασιλικό. Στείλε τό μου εμένα
κι εγώ, βάζοντάς το μέσα σ' ένα χαρούμενο
και γρήγορο φάκελο, θα τους γράψω:
"Απ' τη μάνα μου".

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

Η Παναγία της Μεγάλης αγάπης

Μου έχει "κολλήσει" πως απλώνεις το ρούχο Σου πάνω από τον κόσμο.

Μου έχει "κολλήσει" πως οι πόνοι που μας ξυπνούν τις νύχτες, μετά κρεμιούνται κοσμήματα στο μαφόρι Σου, 
πως κλαις με τα δάκρυά μας,
πως τα στενάγματά μας είναι οι δρόμοι που περπατάς (όταν φεύγεις από μας για να πας στο Γυιό Σου) και πως όταν οι οι άγγελοι σου βγάζουν τα υποδήματα πέφτουν τα "αχ" του κόσμου και γεμίζει η Παράδεισος το αιτημένο έλεος, που ξημερώνει τις "καλημέρες" της γης.
Αν δεν είναι έτσι, δεν είσαι Εσύ που ζητούσα.
Επειδή, όμως είναι έτσι, είσαι Εσύ η Μάνα μας, η Κυρά, η δικιά μας Μαρία, η αιτία της ελπίδας μας που δίνει φως στα κεριά των απογευματινών Παρακλήσεων, η Παναγία της μεγάλης Αγάπης.

Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

Βίκτωρος Ουγκώ-Το Ελληνόπουλο(L'enfant)


Τούρκοι διαβήκαν, χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τ'όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ'αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ' τα νερά.

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ'την αφάνταστη φθορά.

Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τι ΄θελες τάχα να 'χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν'αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;

Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ' το Ιράν που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ'το δεντρί
που μεσ' στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κι έν' άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, δε σώνει
μεσ'απ' τον ίσκιο του να βγει;

Μην το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύχτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ΄όλα τούτα τ' αγαθά;
Πες. Τ' άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Να!!
Απόδοση στα ελληνικά-Κωστής Παλαμάς

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

ΩΔΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΠΟΤΕ

1ο Πανελλήνιο βραβείο της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών

της Βασιλικής Γούση


Μεθύσι ολόγυρα μου της ζωής. Ανάσταση! Κι όμως μία λόγχη φως με ταξιδεύει απρόσμενα στον κήπο της αγωνίας,όπου «βάπτεται κάλαμος αποφάσεως»
Το νιόφυτρο μπουμπούκι δε θα λουλουδίσει ποτέ
άπ' το κουκούλι ή πεταλούδα δε θα βγει στη γιορτή της "Ανοιξης
καί το φτωχό χελιδόνι δε θα τιτιβίσει στα γαλανά τα πλάτη τ' ουρανού.
Τούτη ή Γεσθημανή είναι σιωπηλή σαν το θάνατο Καί μονάχα ένα θρόισμα μυστικό σαν το βουβό πόνο της Παναγιάς,κεντάει τίς άδειες στιγμές.
Είναι τραγούδι απόκοσμο του παιδιού πού δεν θα γεννηθεί ποτέ. Σωπαίνω κι αφουγκράζομαι.
«Θεέ μου. σύρε το δοξάρι της συμπόνιας στίς ανθρώπινες Χορδές
για ν' ακουστεί ή αδύναμη φωνή μου: Χάνομαι!
Βάρβαρα εισβάλλουν στη φωλιά μου. Πού να κουρνιάσω;
Ή ατσάλινη ρομφαία βηματίζει απειλητικά εναντίον μου. Τρομάζω!
Αλλά κι ή παγερή καταχνιά του καταψύκτη πιο σκληρή κι άπ' το θάνατο. Κρυώνω!
Περνώ τα σύνορα της οδύνης. Ή ψυχή μου αδειάζει. Ή φωνή μου σβήνει. Πεθαίνω!
τώρα πού σφύζει ολόγυρα μου ή ζωή στους ρυθμούς της "Ανοιξης.
Δε ζητώ παρά μια χούφτα ήλιο ν' ανακουφίσει το παράπονο μου.
~Ηλθα, τραγούδι άπ' τ' άπειρο, να γλυκάνω μια άδεια αγκαλιά καί με φίμωσαν.
Κρατούσα στα μάτια την ανατολή καί με βύθισαν στο πιο αποτρόπαιο σκοτάδι
άπλωσα δειλά το χέρι στην αγάπη καί με πλήγωσαν θανάσιμα
-παράξενο- όσοι τραγουδούσαν τη ζωή. την ελπίδα, το δίκαιο.
Για μένα τώρα όλο το σύμπαν ένα δάκρυ στα γαλήνια μάτια του λευκόφτερου αγγέλου μου...»
Φτωχό χελιδόνι, δες. πάνω άπ' τον κήπο της αγωνίας δύο μάτια γεμάτα ήλιους, μια αγκαλιά ανοιχτή σαν ουρανός,για να φτερουγίσεις όλόχαρο,
καί μια καμπάνα πού σημαίνει στη σιγαλιά
Χριστός Ανέστη!

ΠΗΓΗ

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

ΔΕΗΣΗ...

Λυπήσου τη γενιά μας, Κύριε, τούτη τη δυστυχή γενιά την ώργισμένη. Τα πρώτα φώτα πού είδαν τα μάτια μας, ήτανε λάμψεις όπλων φονικών.
Οί πρώτοι ήχοι πού άκουσαν τ' αυτιά μας,ήτανε τρομαγμένα ουρλιαχτά,βροντές καί θρήνοι. Το πρώτο μας λίκνο το στρώσανε μέσα σ' ένα σκοτεινό καταφύγιο. Ή πρώτη δροσιά πού μας ράντισε ήτανε δάκρυ.
Μαζί με το γάλα της μάνας ρουφούσαμε τ' αλαφιασμένο γοργοχτύπι της καρδίας της.
Στοϋ πατέρα την ηλιοκαμένη όψη, διαβάσαμε την αγωνία,στο χαραγμένο του μέτωπο,
στα πονεμένα του μάτια.
Πήγαμε να γελάσουμε καί μας φράξαν με βιάση το στόμα.
Ξεχαστήκαμε κάπου να παίζουμε καί μας τράβηξαν φοβισμένοι άπ' το χέρι.
Ζητήσαμε να ρίξουμε ψίχουλα στα πεινασμένα πετεινά του ουρανού καί τότε μάθαμε
πώς δεν περίσσευε ψωμί.
Οί πρώτες προσευχές πού ψελίσσαμε μιλούσαν για πόλεμο, τα πρώτα τραγούδια μας
σα λυγμοί αντήχησαν.
Μάθαμε πρώτες-πρώτες κάτι λέξεις παράξενες, πού όμως ξέραμε καλά τη σημασία τους.
Παραμύθια έμεϊς δεν ακούσαμε κι είμαστε άπ' τα πρώτα χρόνια μας μεγάλοι.
Κι υστέρα είναι να ρωτάς γιατί γίναμε έτσι στ' αλήθεια παράξενοι,δίχως τίποτα πια να πιστεύουμε
Πηγή στερεμένη από συμπόνια ή καρδιά μας.

Δεν ταΐζουμε πια τα πουλιά τ' ουρανοϋ.
Δεν γελάμε πια κι ούτε κλαίμε.
Κι είναι να μας λυπάται κανείς στη συνοφρυωμένη αυτή κι εναγώνια καί δίχως νόημα πορεία μας.
Για τοϋτο, Κύριε, σπλαχνίσου τη γενιά μας,τούτη την άμοιρη κι απόκληρη γενιά
πού γεννήθηκε σ' ένα κόσμο γεμάτον ερείπια καί πασχίζοντας να τα χτίση
έρειπώθηκε μέσα της.
Πού κάθε άνθρωπος σε τούτη τη γενιά μας είναι ένα όραμα ολόκληρο,
είναι μια τραγική ιστορία.
Κι είναι εικόνα του Προσώπου Σου,
Κύριε.

Κ.ΧΙΩΤΕΛΛΗ-περιοδικό ΄΄Σκαπάνη''

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Rainer Maria Rilke - Κι ὅταν κάποτε θὰ πρέπει νὰ διδάξεις

Κι όταν κάποτε θα πρέπει να διδάξεις
γιατί προσμένει να του πεις, ένα παιδί,
ή γιατί ο ξένος σου
μπαίνει στης λάμπας σου τον κύκλο
σκοτεινιασμένος απ᾿ την αχνα του βραδιού,
ή που το βήμα σου κάποτε ξαστοχά
κι᾿ωσότου ξαναφέξει
πρέπει κι᾿ εσύ σε φίλους να σταθείς
ή που ένας φίλος περασμένος, που φοβάται
πως κλονίζεται φιλία πού ῾χε αρχίσει στα τυφλά
απαιτώντας από σένα να του γράψεις -
τότε πρέπει στον εαυτό σου να το πεις συνειδητά
τί σημαίνει «να διδάσκεις»:
Με λόγια που βαθιά σου τα γνωρίζεις
εκούσια να πεις: υπάρχω εγώ.
Κι᾿ ακόμη πιο πολύ
διδάσκω δεν θα πει σε κάποιον
για την σύμπτωση να λες των εποχων
πως συμβαίνει και γιατί·
διδάσκω θα πει: Για τον Ἕνα να ρωτήσεις τον καθένα
που του μοιάζει στη σιωπή...

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Η ιστορία των φύλλων


Στερνές παραστάσεις στη σκηνή του φθινοπώρου δίνουν τα φύλλα, μαγευτικά ντυμένα
πυρόξανθους τόνους, καφετιούς, χρυσαφένιους.
Τ' άγερακι φυσά κι υποκλίνονται ώσπου να φτάσει ή βροχή καί ο άνεμος πού μ' ένα του σφύριγμα θα τα πλανέψει...
Τότε, θα λικνιστούν για λίγο,
σα λαβωμένα πουλιά
κι απαλά θα πλαγιάσουν
καταγής,
για να βρούνε ανάπαυση.
Εκεί θ' αναπολήσουν τη μικρή τους ζωή... Κείνους πού μέσ' στο λιόκαμα,
βρήκαν δροσιά κάτ' άπ' τη φυλλωσιά τους...
Στο υγρό καταχείμωνο ή σάρκα τους θα φαγωθεϊ κι αραχνοΰφαντη θ' αποκαλυφθεί, ή ραχοκοκκαλιά τους.
Ενώ πέρα, στο βάθος... μακριά... θα φορτώνεται μύρα καί θαύματα μια άνοιξη νέα, κυοφορώντας τη γενιά των καινούργιων φύλλων...

Ναυσικά Ιεσσαί Κασσιμάτη