Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησία και νεολαία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησία και νεολαία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2022
Και βλέπω σήμερα που απομακρύνουν τα παιδιά από την Εκκλησία....
Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης
Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020
Οι νέοι άνθρωποι σήμερα δεν προχωρούν εύκολα σε γάμο. Τι φταίει και πως μπορούμε να βοηθήσουμε;¨
Συνέντευξη της άτυπης ομάδας των τέκνων των Αγίων Δημητρίου και Πορφυρίου, με τον πατέρα Γεώργιο Σχοινά
ΕΡΩΤΗΣΗ.¨Πάτερ Γεώργιε, οι νέοι άνθρωποι σήμερα δεν προχωρούν εύκολα σε γάμο. Τι φταίει και πως μπορούμε να βοηθήσουμε;¨
«Είμαστε σε μία κοινωνία που ολοένα και περισσότερο αποχριστιανικοποιείται και αποεκκλησιαστικοποιείται, άρα είναι δυστυχώς φυσικό επακόλουθο οι νέοι να μην προχωράνε στον γάμο. Οι άνθρωποι ζουν χωρίς ορθόδοξη κατήχηση, οι οικογένειες δεν ασχολούνται με τα παιδιά να τους μεταλαμπαδεύσουν την πίστη την χριστιανική, την ορθόδοξη, με αποτέλεσμα, ταΐζουμε τα παιδιά μας, τα ποτίζουμε, τους δίνουμε δώρα, τους φτιάχνουμε την ζωή τους γεμάτη με σπουδές και με παράλληλες δραστηριότητες, αλλά δεν έχουμε καλλιεργήσει την ψυχή τους ιδιαίτερα και δεν τους έχουμε δώσει το εφόδιο της πίστης.
«Είμαστε σε μία κοινωνία που ολοένα και περισσότερο αποχριστιανικοποιείται και αποεκκλησιαστικοποιείται, άρα είναι δυστυχώς φυσικό επακόλουθο οι νέοι να μην προχωράνε στον γάμο. Οι άνθρωποι ζουν χωρίς ορθόδοξη κατήχηση, οι οικογένειες δεν ασχολούνται με τα παιδιά να τους μεταλαμπαδεύσουν την πίστη την χριστιανική, την ορθόδοξη, με αποτέλεσμα, ταΐζουμε τα παιδιά μας, τα ποτίζουμε, τους δίνουμε δώρα, τους φτιάχνουμε την ζωή τους γεμάτη με σπουδές και με παράλληλες δραστηριότητες, αλλά δεν έχουμε καλλιεργήσει την ψυχή τους ιδιαίτερα και δεν τους έχουμε δώσει το εφόδιο της πίστης.
Κατά συνέπεια, πάρα πολλοί άνθρωποι δεν έχουν την ανάγκη να έχουν την ευλογία του Θεού στην ζωή τους και αν έχουν αυτήν την ανάγκη δεν μπορούν να την αναγνωρίσουν. Ο άνθρωπος θέλει πάντα τον Θεό, τον αποζητά, αλλά δεν μπορεί πάντοτε να αναγνωρίσει ότι αυτό που του λείπει είναι ο Θεός. Εκεί είναι που γίνονται ακόμη πιο τραγικά τα πράγματα, διότι ενώ ο Θεός και η ευλογία είναι που λείπει από την ζωή τους, ψάχνουν να βρουν αυτό το έλλειμμα να το αναπληρώσουν με άλλους τρόπους, οπότε πέφτουν στις ηδονές και τις αμαρτίες, στα διάφορα υποκατάστατα που προσφέρει άφθονα ο διάβολος προκειμένου να τους κλέψει. Συνεπώς η ακατήχητη κατάσταση των νέων ανθρώπων, αλλά και η δυσκολία η κοινωνική και τα οικονομικά που γίνονται ολοένα και δυσκολότερα, όλα αυτά τους ενισχύουν τον φόβο. Φοβούνται να αναλάβουν ευθύνες, φοβούνται να μπουν σε διαδικασία υπεύθυνης δραστηριότητας.
Για αυτό σου λέει το παιδί να παντρευτώ, άρα είμαι υπεύθυνος, σε μία σχέση ανά πάσα στιγμή σταματάω. Αν το δούμε αντικειμενικά αυτό δεν ισχύει, γιατί η υπευθυνότητα δεν δημιουργείται ξαφνικά με τον γάμο, αυτό είναι μία πλάνη, τους το φτιάχνει όμως έτσι ο πονηρός στο μυαλό για να τα κρατάει πάντοτε χωρίς ευλογία. Αν θέλουμε να δούμε την πραγματικότητα, η ευλογία του Θεού είναι εκείνη που βοηθά στο να μπορούμε να σηκώσουμε και την υπευθυνότητα, αλλά και να μοιραστούμε και την ευθύνη με κάποιον. Όταν παίρνουμε την ευλογία του Θεού και βάζουμε τον Χριστό ως ένα τρίτο στο γάμο μας, ουσιαστικά μοιραζόμαστε και την ευθύνη, γιατί βάζουμε τον Χριστό να σηκώσει ένα μεγάλο κομμάτι της συμβίωσής μας. Ο Χριστός είναι εκείνος που αφού τον έχω καλέσει θα έρθει να λύσει πολλά από τα προβλήματα που εγώ δεν θα μπορούσα να τα λύσω. Θα έρθει να δώσει την απαραίτητη ώθηση όταν εγώ θα έχω ολιγοψυχήσει , θα μου δώσει χάρη, θα μου δώσει δύναμη να ανταπεξέλθω. Αυτά όλα εντέχνως η εποχή μας τα κρύβει από τους ανθρώπους για να τους παραστήσει τον γάμο σαν ευθύνη, σαν μια κατάσταση πολύ δύσκολη που έχεις μόνο ευθύνες, μόνο υποχρεώσεις, τίποτα άλλο. Άρα τι να τον κάνεις τον γάμο αφού δεν σου προσφέρει τίποτα.»
ΕΡΩΤΗΣΗ.''Πότε ξεκίνησε αυτή η αλλαγή στην νοοτροπία των ανθρώπων σχετικά με τον γάμο;''
«Η άποψη των νέων για το γάμο έχει αλλάξει σταδιακά τα τελευταία σαράντα χρόνια, αλλά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια φαίνονται τα αποτελέσματα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 70 και ιδιαίτερα όταν μπήκαμε στην Ευρωπαϊκή ένωση και θελήσαμε να πάρουμε τα καλά που μας προσφέρει ο δυτικός πολιτισμός, μαζί με κάποια καλά πήραμε και κάποια αρνητικά. Τα κράτη της Ευρώπης είναι δομημένα τα περισσότερα σε άλλα θεμέλια. Άλλο είναι το φρόνημα της χριστιανικής δύσης, άλλο είναι το φρόνημα της ορθόδοξης εκκλησίας. Οι άνθρωποι της Ευρώπης έχουν υπόψη τους έναν χριστιανισμό αιρετικό για αυτό έχουν βγάλει και μία αντίδραση μεγάλη. Έχουμε την Γαλλία που είναι λαϊκό κράτος. Δεν έχει καμία θέση ο Θεός στο δημόσιο βίο για αυτό και όλη η νομοθεσία της είναι σε αυτήν την κατεύθυνση. Εμείς ήρθαμε και πήραμε από μιμητισμό κάποια αρνητικά του δικού τους πολιτισμού. Έτσι εύκολα αποδομούμε την οικογένεια, εύκολα παίρνουμε διαζύγια, εύκολα κάνουμε εκτρώσεις, εύκολα υιοθετήσαμε σύμφωνα συμβίωσης μεταξύ ανδρογύνου, αλλά και μεταξύ ομοφυλοφίλων και έχουμε συνέχεια. Αν δεν μπορέσουμε εμείς οι χριστιανοί να ζήσουμε τον Χριστό και να τον ομολογήσουμε ούτος ώστε να δουν και οι άλλοι ότι είναι αυτό που τους λείπει και τους χρειάζεται, η κατάσταση θα γίνεται ολοένα και χειρότερη. Η δική μας ευθύνη είναι να ζήσουμε τον Χριστό και να τον κηρύξουμε, ο καθένας με τον τρόπο του, από το δικό του μετερίζι. Ο ιερέας στην εκκλησία και όπου μπορεί έξω από την εκκλησία, ο δάσκαλος στην θέση του, ο γιατρός από την δική του θέση, ο μπακάλης… όλοι, όλοι μπορούμε να κηρύξουμε τον Χριστό. Γιατί είναι η ευθύνη μας αυτή.»
ΕΡΩΤΗΣΗ.''Πότε ξεκίνησε αυτή η αλλαγή στην νοοτροπία των ανθρώπων σχετικά με τον γάμο;''
«Η άποψη των νέων για το γάμο έχει αλλάξει σταδιακά τα τελευταία σαράντα χρόνια, αλλά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια φαίνονται τα αποτελέσματα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 70 και ιδιαίτερα όταν μπήκαμε στην Ευρωπαϊκή ένωση και θελήσαμε να πάρουμε τα καλά που μας προσφέρει ο δυτικός πολιτισμός, μαζί με κάποια καλά πήραμε και κάποια αρνητικά. Τα κράτη της Ευρώπης είναι δομημένα τα περισσότερα σε άλλα θεμέλια. Άλλο είναι το φρόνημα της χριστιανικής δύσης, άλλο είναι το φρόνημα της ορθόδοξης εκκλησίας. Οι άνθρωποι της Ευρώπης έχουν υπόψη τους έναν χριστιανισμό αιρετικό για αυτό έχουν βγάλει και μία αντίδραση μεγάλη. Έχουμε την Γαλλία που είναι λαϊκό κράτος. Δεν έχει καμία θέση ο Θεός στο δημόσιο βίο για αυτό και όλη η νομοθεσία της είναι σε αυτήν την κατεύθυνση. Εμείς ήρθαμε και πήραμε από μιμητισμό κάποια αρνητικά του δικού τους πολιτισμού. Έτσι εύκολα αποδομούμε την οικογένεια, εύκολα παίρνουμε διαζύγια, εύκολα κάνουμε εκτρώσεις, εύκολα υιοθετήσαμε σύμφωνα συμβίωσης μεταξύ ανδρογύνου, αλλά και μεταξύ ομοφυλοφίλων και έχουμε συνέχεια. Αν δεν μπορέσουμε εμείς οι χριστιανοί να ζήσουμε τον Χριστό και να τον ομολογήσουμε ούτος ώστε να δουν και οι άλλοι ότι είναι αυτό που τους λείπει και τους χρειάζεται, η κατάσταση θα γίνεται ολοένα και χειρότερη. Η δική μας ευθύνη είναι να ζήσουμε τον Χριστό και να τον κηρύξουμε, ο καθένας με τον τρόπο του, από το δικό του μετερίζι. Ο ιερέας στην εκκλησία και όπου μπορεί έξω από την εκκλησία, ο δάσκαλος στην θέση του, ο γιατρός από την δική του θέση, ο μπακάλης… όλοι, όλοι μπορούμε να κηρύξουμε τον Χριστό. Γιατί είναι η ευθύνη μας αυτή.»
Κυριακή 24 Μαΐου 2020
Γιατί τα παιδιά δεν πολυπάνε στην Εκκλησία;
"Θα έρθεις στην εκκλησία σήμερα μαζί μου σαν καλό παιδάκι" θα πει η μανούλα στον δεκάχρονο γιο της και θα του φτιάξει τη χωριστρούλα στο μαλλί. Συνήθως, όταν οι γονείς έχουν τέτοια εμμονή με τους τύπους και τα "μάτια του κόσμου", κάπου παρερμηνεύουν το κήρυγμα του Χριστού... και άμεσο αποτέλεσμα είναι να στερούν την αλήθεια τόσο από τον εαυτό τους, όσο κι από τα παιδιά τους.
Μετά, τα παιδιά θα έρθουν στην εφηβεία και θ' απορρίψουν οτιδήποτε με το "έτσι θέλω" τους επέβαλλαν οι γονείς κι είναι απόλυτα λογικό.
Αν η πράξη μας δεν είναι του Χριστού, αν τα παιδιά δηλ. δε βλέπουν μες το σπίτι Χριστό, τότε στην εκκλησιά γιατί να πάνε;
Τα παιδιά μας καταλαβαίνουν από χιλιόμετρα την υποκρισία και στρίβουν μακριά. Τα παιδιά έχουν διάκριση. Εμείς έχουμε διάκριση;
Να ευχόμαστε να δίνει ο Θεός μανάδες σαν την Αγία Μόνικα, την μητέρα του Αγ. Αυγουστίνου, που κοιμήθηκε το 382. Το ζωντανό παράδειγμα, η προσευχή, η ανοχή και η αγάπη είναι τα μεγαλύτερα σχολειά για τα παιδιά μας.
Ας κάνουμε στη μπάντα τους εγωισμούς κι ας διδάξουμε τον Χριστό στα παιδιά "καθώς εστί" -όπως ακριβώς Αυτός είναι- και όχι όπως Τον επιβάλλουμε ή θα Τον θέλαμε εμείς.
Μετά, τα παιδιά θα έρθουν στην εφηβεία και θ' απορρίψουν οτιδήποτε με το "έτσι θέλω" τους επέβαλλαν οι γονείς κι είναι απόλυτα λογικό.
Αν η πράξη μας δεν είναι του Χριστού, αν τα παιδιά δηλ. δε βλέπουν μες το σπίτι Χριστό, τότε στην εκκλησιά γιατί να πάνε;
Τα παιδιά μας καταλαβαίνουν από χιλιόμετρα την υποκρισία και στρίβουν μακριά. Τα παιδιά έχουν διάκριση. Εμείς έχουμε διάκριση;
Να ευχόμαστε να δίνει ο Θεός μανάδες σαν την Αγία Μόνικα, την μητέρα του Αγ. Αυγουστίνου, που κοιμήθηκε το 382. Το ζωντανό παράδειγμα, η προσευχή, η ανοχή και η αγάπη είναι τα μεγαλύτερα σχολειά για τα παιδιά μας.
Ας κάνουμε στη μπάντα τους εγωισμούς κι ας διδάξουμε τον Χριστό στα παιδιά "καθώς εστί" -όπως ακριβώς Αυτός είναι- και όχι όπως Τον επιβάλλουμε ή θα Τον θέλαμε εμείς.
Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019
«Φέρτε τα παιδιά στην εκκλησία κι ας κάνουν φασαρία !»
«Θέλω να ξέρετε ότι και παρατηρώ και βλέπω και νιώθω την αγωνία σας όταν τα παιδιά σας αρχίζουν να κάνουν φασαρία ή γίνονται ανυπόμονα μέσα στην εκκλησία και νιώθω την ανάγκη να σας εκφράσω τον σεβασμό και τον θαυμασμό μου για το θάρρος σας και την προσπάθεια που κάνετε να τα έχετε υπό έλεγχο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας» λέει ο ιερέας, ο οποίος είναι σήμερα ένας από τους πιο δημοφιλείς και αγαπητούς ιερείς στην Αδελαΐδα. «Θαυμάζω το γεγονός πως κάνετε ό,τι περνά από το χέρι σας για να τα απασχολείτε και μην νομίζετε ότι κατά τη διάρκεια της λειτουργίας δεν βλέπω και εγώ τα βλέμματα που στέφονται προς το μέρος σας, αποδοκιμάζοντας τη συμπεριφορά των παιδιών σας και τα κεφάλια που γυρνούν επιδεικτικά και σας κάνουν να νιώθετε ντροπή όταν εσείς οι ίδιοι έχετε το θάρρος να έρθετε κοντά μας με τα παιδιά σας και, ταυτόχρονα, προσπαθείτε να συγκεντρωθείτε και να συμμετέχετε στο μυστήριο και την λειτουργία» λέει ο πατέρας Μιχαήλ.
Με αυτό το τρόπο στέλνει συνάμα το δικό του μήνυμα και σε εκείνους που πολλές φορές χάνουν την υπομονή τους όταν τα μικρά παιδιά δεν «κάθονται ήσυχα» μέσα στην εκκλησία καλώντας τους να έχουν περισσότερη υπομονή και να μην παθαίνουν «αμνησία» αλλά να έχουν πάντα στο μυαλό τους τα δικά τους παιδικά χρόνια και την εποχή που εκείνοι ήταν νεαροί γονείς και αντιμετώπιζαν παρόμοια προβλήματα.
«Τα παιδιά είναι ευλογία από το Θεό και δεν θα μπορούσα να νιώθω μεγαλύτερη περηφάνια από αυτή που νιώθω όταν τα βλέπω διστακτικά να μπαίνουν στον οίκο του Θεού την ίδια στιγμή που οι γονείς προσπαθούν να τα βοηθήσουν να καταλάβουν το νόημα της λειτουργίας» λέει ο πάτερ Μιχαήλ ο οποίος είναι γιος ενός από τους πρώτους ιερείς της Ελληνορθόδοξης εκκλησίας στη Νότια Αυστραλία.
«Ως ιερέας δεν υπάρχει μεγαλύτερη εσωτερική ευτυχία από το να δίνω στα μικρά παιδιά, την Θεία Κοινωνία, την οποία τελικά εκείνα αξίζουν περισσότερο από τον καθένα μας. Τα παιδιά σας με την αθωότητα τους μας διδάσκουν πώς ακριβώς πρέπει όλοι εμείς αν θέλουμε να εξασφαλίσουμε μια θέση στο Βασίλειο του Θεού και είναι δική μας η χαρά και η τιμή να τα έχουμε κοντά μας γι’ αυτό πρέπει να στηρίζουμε τους νέους γονείς που παρά τις δυσκολίες και το άγχος που βιώνουν εκείνη την ώρα, επιλέγουν να φέρουν τα παιδιά τους στην εκκλησία και ας μοιάζει πολλές φορές ότι όλη αυτή η προσπάθεια είναι εν πολλοίς μάταιη».
Στο μήνυμά του ο ιερέας κάνει ιδιαίτερη μνεία σε εκείνους τους πιστούς που κατά την διάρκεια της λειτουργίας προσπαθούν, είτε με ένα χαμόγελο είτε με ένα νεύμα επιδοκιμασίας, να δώσουν θάρρος στους νέους γονείς και τους καλεί να συνεχίσουν να δείχνουν την καλοσύνη και την υποστήριξη τους σε εκείνους που την δεδομένη στιγμή τη χρειάζονται.
«Πολλοί είναι αυτοί που επιθυμούν διακαώς να σας βοηθήσουν, απλώς δεν ξέρουν τον τρόπο και να είστε σίγουροι ότι εκείνη την ώρα προσεύχονται για σας και τα παιδιά σας. Δεν είστε μόνοι και είμαστε όλοι εδώ μαζί σας. Να θυμάστε ότι χωρίς τα μικρά παιδιά, η εκκλησία μας θα χαθεί» καταλήγει ο κ. Μιχαήλ.
«Εγώ πρώτη παραδέχομαι ότι δεν φέρνω τον μικρότερο γιο μου στην εκκλησία γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Ντρέπομαι να αντικρύσω τα βλέμματα αποδοκιμασίας και τα σχόλια, αλλά πλέον νιώθω ανακούφιση διαβάζοντας αυτά τα λόγια και σίγουρα θα προσπαθήσω και πάλι να φέρω τα παιδιά μου στην εκκλησία» έγραψε μια χρήστης, μητέρα τριών ανήλικων παιδιών.
«Πριν ασπαστώ την ορθοδοξία, όταν έμπαινα σε μια εκκλησία συχνά αναρωτιόμουν πώς είναι δυνατόν ένα παιδί να θέλει να έρθει μέσα στον οίκο του Θεού όταν νιώθει ότι δεν είναι ευπρόσδεκτο. Αν το απορρίψουμε από μικρό πώς περιμένουμε να θέλει να συμμετέχει όταν γίνει ενήλικας» λέει ακόμα ένας χρήστης που πρόσφατα αποφάσισε να γίνει χριστιανός ορθόδοξος.
«Τα παιδιά είναι πραγματική ευλογία. Εμείς οι ενήλικες γεμάτοι πάθη, κακίες και αμαρτίες είμαστε εκείνοι πρέπει να μιμηθούμε την αγνότητα και την αθωότητα των παιδιών και να είμαστε υπομονετικοί όταν μπορεί εκείνα να κουράζονται και να κάνουν φασαρία, να κλαίνε ή να μην κάθονται φρόνιμα μέσα στην εκκλησία. Όταν οι γονείς τα φέρνουν με ευλάβεια και ειλικρίνεια να λάβουν την θεία κοινωνία, εκεί καταλαβαίνουμε το μεγαλείο της ύπαρξης τους», έγραψε ένας άλλος χρήσης».
«Είχα ανάγκη να ακούσω αυτά τα λόγια. Ως μητέρα ενός δίχρονου αγοριού, το να έρθω στην εκκλησία την Κυριακή δεν είναι πάντα ό,τι πιο εύκολο. Σας παρακαλώ μη μας κρίνετε. Απλά και εμείς προσπαθούμε» έγραψε μια νεαρή μητέρα.
«Είμαστε πολύ τυχεροί που σας έχουμε κοντά μας πάτερ και ευχαριστούμε που μας υποδέχεστε στην εκκλησία με τόση αγάπη και κατανόηση. Ειδικά για εμάς που έχουμε παιδιά στο φάσμα του αυτισμού και κάποιες φορές η παρουσία τους μπορεί να διακόπτει τη ροή της λειτουργίας, αυτά τα λόγια είναι βάλσαμο» έγραψε ο πατέρας ενός μικρού αγοριού.
https://www.orthodoxianewsagency.gr
Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017
Η ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ

Εκτός από το γεγονός ότι οι νέοι σήμερα μεταθέτουν χρονικά τον γάμο, διαπιστώνουμε και μία γενικότερη απογοήτευση στο ζήτημα των σχέσεων. Οι ρυθμοί ζωής, η ανάγκη για περισσότερη εργασία και η κούραση που αυτή φέρνει, η αβεβαιότητα, η ανασφάλεια που πηγάζει από τα όσα το «εγώ» ζητά, κάνουν τους νέους να προτιμούν ή περιστασιακές σχέσεις ή παρέες για να ξεφύγουν, χωρίς στόχευση για κοινή ζωή.
Ο πολιτισμός σήμερα ζητά να βλέπουμε τον κόσμο με κριτήριο τον εαυτό μας. Τι μπορούμε να αντέξουμε. Τι ζητάμε και περιμένουμε από τους άλλους. Δεν είμαστε διατεθειμένοι να προσφέρουμε. Να παλέψουμε να αντέξουμε την ιδιορρυθμία του άλλου και τη δική μας. Να λειτουργήσουμε στην προοπτική της αμοιβαιότητας. Και δεν έχουμε χρόνο και δε γνωρίζουμε αν αξίζει. Συνήθως μένουμε στην ασφάλεια των σχέσεων με τους οικείους μας, οι οποίοι έτσι κι αλλιώς μας ανέχονται, ή στους στόχους που θέτουμε για την πορεία της ζωής μας. Η άνεση της σαρκικότητας έχει μηδενίσει την σωματική πίεση. Όλα πορεύονται στην προοπτική της αναμονής.
Είναι αλήθεια ότι αυτή η απογοήτευση είναι έκδηλη πιο συχνά στους άντρες. Τους χαρακτηρίζει η ανασφάλεια τόσο εξαιτίας της κρίσης, όσο και εξαιτίας της αίσθησης ότι έχουν μάθει ότι πρέπει να δίνουν αυτοί τον ρυθμό στη σχέση, να είναι δυναμικοί, να μπορούν να στηρίξουν, να παραμερίζουν τα συναισθήματά τους όταν χρειάζεται, για να χαράξουν δρόμους αλήθειας. Έτσι δεν είναι έτοιμοι να αφιερωθούν. Να προχωρήσουν στην προοπτική της οικογένειας. Μάλλον αναζητούν την αποδοχή της μητέρας από τις γυναίκες τις οποίες γνωρίζουν. Δεν είναι σε θέση να παλέψουν να κερδίσουν, να αντέξουν την αμφισβήτηση, κάποτε και τον δυναμισμό των γυναικών. Ακόμη κι αν ξεκινούν στην προοπτική αυτή, γρήγορα οπισθοχωρούν. Η προοπτική του δεσίματος φοβίζει. Η ελευθερία είναι προτιμότερη.
Νέοι και νέες σήμερα πηγαίνουν εύκολα στους ψυχολόγους. Το αίσθημα της αυτοεκτίμησης, το οποίο δεν μπορεί να αυξηθεί όταν ο άνθρωπος δεν αναλαμβάνει ευθύνες για να νοηματοδοτήσει τη ζωή του με σχέσεις που θα έχουν διάρκεια, πιστεύεται ότι θα κατακτηθεί μαγικά με τη βοήθεια τρίτων. Δεν είναι όμως εύκολο. Το νόημα έρχεται όχι όταν απλώς γνωρίσουμε τον εαυτό μας, αλλά όταν αποφασίσουμε να κάνουμε έξοδο από την κυριαρχία του εγώ μας.
Η εποχή μας, μολονότι τραγουδά, υμνεί, ζωγραφίζει, εικονοποιεί τον έρωτα, δεν τον ζει. Κάποιοι εκκλησιαστικοί άνθρωποι ίσως είναι ευχαριστημένοι, καθώς ταυτίζουν τον έρωτα με την σαρκική σχέση. Ο έρωτας όμως έχει να κάνει με τη δίψα για συντροφικότητα, κοινωνία, δημιουργία. Και η Εκκλησία, εκτός από τον θείο έρωτα τον οποίο ζει στα πρόσωπα των αγίων της, καλείται να προτείνει στην απογοήτευση των σχέσεων, τον έρωτα που δε βλέπει τον άλλον ως αντικείμενο χρήσης ή απλώς ως παρηγοριά για την μοναξιά, αλλά ως την εικόνα του Θεού που δίνει πληρότητα στη ζωή, όταν η σχέση λειτουργεί στην προοπτική του «εμείς». Η Εκκλησία δείχνει την οδό της αγάπης, η οποία μέσα από την ευλογία του Θεού, στο μυστήριο του γάμου, κάνει το νερό της επιβίωσης κρασί χαράς και ευφροσύνης. Η παρουσία του Χριστού δίνει άλλη προοπτική τόσο εντός μας όσο και στις σχέσεις μας με τους άλλους. Ας Τον αναζητήσουμε!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015
Ένα μυστήριο που μας κυνηγάει από παιδιά...
Γιατί γιαγιάδες & παπάδες κυνηγάνε τα παιδάκια για να πάνε εκκλησία, να προσεύχονται, να μεταλαβαίνουν, να εξομολογούνται και να νηστεύουν (έστω όσο τούς επιτρέπει η ηλικία τους); Το παρακάτω κείμενο προσπαθεί να δώσει μια απάντηση σ' αυτή τη μόνιμη απορία.
1. Η προσευχή. Πρόκειται για το εκπληκτικό κανάλι άμεσης επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό. Κατ’ ουσίαν, όλες οι χριστιανικές τελετές («ακολουθίες») είναι προσευχές. Υπάρχει όμως και η προσωπική προσευχή, που μπορεί να γίνεται παντού και πάντα. «Κάθε έργο που έγινε από αγάπη Χριστού φέρει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, όμως αυτό κατορθώνεται ευκολότερα με την προσευχή, γιατί αυτή αποτελεί το όργανο που διαθέτουμε. Μπορεί να τύχει να θέλετε να πάτε στην εκκλησία, αλλά η εκκλησία να μην είναι κοντά ή να έχει τελειώσει η ακολουθία. Ή να έχετε την επιθυμία να ελεήσετε κάποιον πτωχό, αλλά πτωχός να μην υπάρχει. Ίσως επιθυμείτε να γίνετε απαθής, αλλά δεν έχετε γι’ αυτό δυνάμεις. Για την προσευχή όμως υπάρχει πάντοτε δυνατότητα. Η προσευχή είναι προσιτή τόσο στον πλούσιο όσο και στον πτωχό, τόσο στον εγγράμματο όσο και στον απλοϊκό, στον ισχυρό όσο και στον αδύναμο, στο δίκαιο όσο και στον αμαρτωλό. Η δύναμη της προσευχής είναι τεράστια και περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο αυτή εκλύει το Άγιο Πνεύμα» (άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ).

Ο άγιος Σεραφείμ και η αρκούδα που τον επισκεπτόταν στα δάση.
Ο μέσος άνθρωπος κατά κανόνα προσεύχεται, για να ζητήσει από το Θεό γήινα αγαθά –υγεία, πρόοδο, ευημερία– ή λύση σε συγκεκριμένα προβλήματα. Αν τα αιτήματά του ικανοποιηθούν, δοξάζει το Θεό. Αν όχι, Τον κατηγορεί ως άδικο ή αδιάφορο, κι ας ξέρει ότι Εκείνος, ως πάνσοφος, μπορεί να κρίνει καλύτερα. Ακόμα κι αυτές οι γραμμές πιθανόν να σκανδαλίζουν τον αναγνώστη, που είναι βιαστικός και απαιτητικός και υψώνει ενώπιον του Θεού το ανυποχώρητο θέλημά του.
Αν και είναι φυσικό να προσευχόμαστε για τις γήινες ανάγκες μας (και στη θεία λειτουργία λέγονται τέτοιες προσευχές), ο αληθινός σκοπός της προσευχής είναι ν’ ανοίξει την καρδιά του ανθρώπου για να δεχτεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό, κυρίως οι μοναχοί, αλλά και αρκετοί «κοσμικοί» (δηλαδή άνθρωποι που δεν είναι μοναχοί), λένε σύντομες προσευχές, που μπορούν να τις επαναλαμβάνουν όσες φορές θέλουν, ακόμα και την ώρα της δουλειάς τους ή όταν ξεκουράζονται, στις οποίες ζητούν από το Θεό «έλεος» χωρίς να Του λένε από πριν τι να κάνει. Τέτοιες προσευχές είναι: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», «άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών» (για όποιον άγιο έχουμε στο νου μας), «άγιοι πάντες, πρεσβεύσατε υπέρ ημών» κ.λ.π. Επίσης τέλεια προσευχή, που περιλαμβάνει όλες τις ανάγκες του ανθρώπου, γήινες και ουράνιες, είναι το Πάτερ ημών, που ονομάζεται κυριακή προσευχή (=του Κυρίου), γιατί το δίδαξε ο Χριστός στα Ματθ. 6, 9-13, και Λουκ. 11, 1-4.
Οι προσευχές αυτές δεν έχουν ως αποτέλεσμα να δουλεύουν όλα ρολόι στη ζωή μας, αλλά, όταν ο Θεός βρίσκεται στην καρδιά, όλες οι συμφορές του κόσμου δε μπορούν να μας πτοήσουν. Αυτό μοιάζει με αυθυποβολή ή με τη θεωρία της «θετικής ενέργειας», που παράγεται με «θετικές σκέψεις», αλλά δεν είναι το ίδιο. Προχωρώντας στο στάδιο της κάθαρσης της καρδιάς ή (διστάζω και να το πω) ακόμη μακρύτερα, η παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου γίνεται ενεργός και εμφανής.
Η «εργασία της νοεράς προσευχής» είναι ολόκληρη επιστήμη για τους χριστιανούς, η οποία, σημειωτέον, στρέφεται προς τα έξω, προς το Θεό και τους αγίους, κι όχι προς τα μέσα, όπως ο διαλογισμός, κι έχει στόχο την προσέγγιση ανθρώπου και Θεού κι όχι την πνευματική ή σωματική χαλάρωση ή την «ανάπτυξη εσωτερικών δυνάμεών μας» κ.τ.τ. (Για το θέμα αυτό βλ. το Περί προσευχής του γέροντα Σωφρόνιου του Essex, αλλά και το ανώνυμο ρωσικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού, ελλ. έκδ. Αστήρ).
2. Ο εκκλησιασμός. Εκτός από την προσωπική προσευχή, κρίνεται απαραίτητη η συμμετοχή του ανθρώπου στη θεία λειτουργία και τις άλλες τελετές που γίνονται στο ναό. Η συμμετοχή αυτή ονομάζεται εκκλησιασμός, δηλαδή συνάντηση με τους άλλους, γιατί εκκλησία = συγκέντρωση. Για την ακρίβεια, η έκφραση «πάω στην εκκλησία» δε σημαίνει πάω στο ναό, αλλά πάω να συναντήσω τους υπόλοιπους χριστιανούς, που έχουν συγκεντρωθεί στο ναό – γι’ αυτό έχει επικρατήσει να λέμε το ναό «εκκλησία», δηλαδή συγκέντρωση.
Ο εκκλησιασμός είναι απαραίτητος για δύο λόγους:
α) διότι στο ναό δε γίνεται απλώς προσευχή, αλλά τελούνται και τα μυστήρια, με κυριότερο τη θεία Μετάληψη˙ παντού μπορώ να προσευχηθώ, αλλά μόνο στην εκκλησία μπορώ να μεταλάβω˙
β) διότι στο ναό θα συναντήσω τους συνανθρώπους μου, τους αδελφούς μου, και θα προσευχηθώ στο Θεό μαζί μ’ αυτούς˙ εκεί θα βρω και τους εχθρούς μου ή εκείνους που περιφρονώ ή αντιπαθώ, για να τους συγχωρήσω μέσα στην καρδιά μου, δηλαδή να τους κάνω χώρο να μπουν (συν+χωρώ = βρίσκομαι στον ίδιο χώρο μ’ εσένα, και ο χώρος αυτός είναι η καρδιά μου)˙ εκεί θα προσευχηθώ γι’ αυτούς που βαφτίζονται ή παντρεύονται, ώστε να έχουν τη χάρη του Θεού στη ζωή τους, και για τους νεκρούς που κηδεύονται ή μνημονεύονται (στα μνημόσυνα), για την ανάπαυση της ψυχής τους… Αυτό σημαίνει ότι, κι αν δεν καταλαβαίνω τα λόγια της τελετής, λόγω της αρχαίας γλώσσας ή ενός κακόφωνου ψάλτη, έχει μεγάλη σημασία να προσευχηθώ εκείνη την ώρα μέσα στο ναό, μαζί με τους άλλους, ακόμη κι αν κανείς άλλος εκτός από μένα δεν προσεύχεται˙ ας προσευχηθώ εγώ, με ταπείνωση, για όλους.
Χωρίς τον εκκλησιασμό, δεν υπάρχει χριστιανική Εκκλησία, αλλά μόνο δυστυχισμένα πρόσωπα, που παλεύουν με τη μοναξιά τους και δεν πρόκειται να σωθούν ποτέ, γιατί σωτηρία δεν είναι να «πείσω» το Θεό πως είμαι δικός Του άνθρωπος, εξασφαλίζοντας μια θεσούλα στον παραδείσιο κήπο, αλλά να ενωθώ μ’ Αυτόν διά της αγάπης, πράγμα που σημαίνει και ένωση με τους συνανθρώπους μου.
Είναι φυσικό ότι, αν δεν έχω όρεξη να συγχωρήσω τον αδελφό μου ή να προσευχηθώ για τους άλλους, δεν έχω και διάθεση να πάω στο ναό. Επομένως, πηγαίνω μόνο σε ξωκλήσια, όπου δε βλέπω κανέναν και «ανάβω το κερί μου» μόνο για τον εαυτό μου ή για κείνους με τους οποίους είμαι δεμένος συναισθηματικά (τα «αγαπημένα μου πρόσωπα», σύζυγο, παιδιά φίλους, ευεργέτες –στην ουσία προεκτάσεις του εαυτού μου), ή πάω στο ναό για κοινωνικούς λόγους, για να δω κόσμο και να με δουν, να επιδείξω τον πλούτο μου ή την ομορφιά μου ή να διασκεδάσω βλέποντας με μισό μάτι τους άλλους. Αυτές είναι οι παρενέργειες του εκκλησιασμού, που οφείλονται στην ανεπάρκεια και την ανωριμότητα των χριστιανών, ιερέων και λαϊκών, και καλό είναι να μη γίνονται δικαιολογία για να μην πηγαίνουμε στην εκκλησία. Και πάλι, είναι δικαίωμά μας να μην πάμε ποτέ, αλλά είναι σπουδαιότερο δικαίωμά μας να πάμε και να ενωθούμε με το Θεό και τους αδελφούς μας σ’ εκείνο το ευλογημένο περιβάλλον.
Ας έχουμε υπόψιν ότι σε όλο τον κόσμο, κάθε Κυριακή και εορτή, τελείται μόνο μία λειτουργία, απλωμένη σε όλους τους ορθόδοξους ναούς της Γης. Η λειτουργία αυτή ενώνεται με την ουράνια λειτουργία, που τελείται μυστικά στον ουρανό, από τους αγγέλους και τους αγίους. Κατά την έναρξη της λειτουργίας, τελείται η «αγία προσκομιδή», όπου ο ιερέας σχηματίζει με μερίδες από το πρόσφορο (το ψωμί της θείας Μεταλήψεως) το σύμβολο της παγκόσμιας Εκκλησίας πάνω στο δισκάριο, από το οποίο κατόπιν θα μπει στο άγιο ποτήριο και, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, θα γίνουν όλοι αυτοί –άγγελοι, άγιοι, η Παναγία, ο Χριστός, οι ζωντανοί και οι νεκροί– το Σώμα του Χριστού, το Οποίο θα κοινωνήσουμε, όταν κοινωνήσουμε, ενώνοντας τον εαυτό μας μ’ εκείνους.
3. Η νηστεία. Ο αθλητής, όταν προετοιμάζεται για τους αγώνες, πρέπει να προσέχει τη διατροφή του. Συχνά πρέπει να στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Και ο χριστιανός, που είναι κι αυτός αθλητής, προσέχει επίσης τη διατροφή του. Συχνά στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι «κακό» να τρως ή ότι «το φαγητό είναι αμαρτία», ούτε ότι ο Θεός «μας τιμωρεί» επειδή απολαμβάνουμε κάτι νόστιμο. Η απόλαυση δε είναι αμαρτία. Αυτό δε θα έλεγε και η Κίρκη στον Οδυσσέα;
Εδώ και λίγα χρόνια, τουλάχιστον στην Ελλάδα, νομίζω πως παρατηρείται μια επιστροφή αρκετών ανθρώπων στη συνήθεια της νηστείας. Αυτό το συμπεραίνω από την προσφορά νηστίσιμων εδεσμάτων ή και γευμάτων στα καταστήματα έτοιμου φαγητού. Η νηστεία, κατά τη γνώμη μου, είναι καλή για τον άνθρωπο, ακόμη κι αν δεν ξέρει το βαθύτερο νόημά της. Αυτό το βαθύτερο νόημα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε με συντομία εδώ.
Κατ’ αρχάς, η ορθόδοξη νηστεία δεν είναι θέμα μόνο είδους αλλά και ποσότητας φαγητού. Όταν δηλαδή τρώγω μέχρι σκασμού φαγητό που θεωρείται νηστίσιμο (πράγμα που κάνω κατά κανόνα), δε νηστεύω. Επίσης, αν νηστεύω το φαγητό, αλλά συγχρόνως αμαρτάνω με την καρδιά, τις πράξεις ή τις αισθήσεις μου, δε νηστεύω. Τέλος, αν ακολουθώ νηστίσιμο διαιτολόγιο για λόγους αποτοξίνωσης και σωματικής υγείας, ενώ δεν αισθάνομαι ορθόδοξος χριστιανός αλλά πιστεύω «όλες τις θρησκείες» ή καμία, είμαι μάλλον σε λάθος δρόμο – παρόλο που ο Θεός κάθε λάθος δρόμο μπορεί να βρει τρόπο να τον κάνει σωστό δρόμο. Άνθρωποι απ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να σωθούν, ωστόσο αυτό που κάνουν δεν είναι ορθόδοξη νηστεία.
Το νόημα της νηστείας θα μπορούσαμε ίσως να το συνοψίσουμε στα εξής:
α) αποσύρεις τις αισθήσεις σου από τις γήινες απολαύσεις, για να τις στρέψεις προς την απόλαυση της επαφής με το Θεό˙ δε νηστεύεις για να στερηθείς, αλλά για να απολαύσεις, σε ένα άλλο, ανώτερο επίπεδο απόλαυσης˙ γι’ αυτό τις περιόδους νηστείας αυξάνονται οι εκκλησιαστικές ακολουθίες και πυκνώνει η συμμετοχή στη θεία Μετάληψη˙ εμείς βέβαια τις ακολουθίες τις νιώθουμε σαν αγγαρείες, επειδή είμαστε πνευματικά αναλφάβητοι, όσο προχωρεί όμως κάποιος στην πνευματική ζωή τόσο αισθάνεται «ανέκφραστη ηδονή» από την παρουσία του στην εκκλησία˙
β) αρνείσαι κάποιες απολαύσεις, για να πάψουν να σου είναι αναγκαίες, για να μάθεις να επιβιώνεις χωρίς αυτές˙ με δυο λόγια, ασκείσαι στη στέρηση, για να μάθεις να απορρίπτεις και «αμαρτωλές» απολαύσεις (π.χ. την ξένη γυναίκα) ή και αμαρτωλή ικανοποίηση αναγκών (π.χ. τα ξένα χρήματα, ακόμα κι αν τα έχεις ανάγκη), αλλά και για να μπορείς να θυσιάσεις την άνετη ζωή σου, αν σου ζητηθεί να προδώσεις τον αδελφό σου ή ν’ αρνηθείς το Χριστό και τη διδασκαλία Του˙
γ) νηστεύεις για να μάθεις να είσαι ταπεινός, όχι για να υποτάσσεσαι εύκολα αλλά, αντίθετα, για να είσαι ελεύθερος από το παραπλανητικό διογκωμένο Εγώ σου˙ έτσι, ενώ έχεις το δικαίωμα να φας ό,τι θες, αποποιείσαι αυτό το δικαίωμα και τρως αυτό που σου λένε κάποιοι άλλοι, οι παπάδες, η Εκκλησία, τα βιβλία των αγίων (αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλοί δεν νηστεύουν – οι παπάδες θα Μου πούνε Εμένα τι θα φάω;)˙ γι’ αυτό, δε νηστεύουμε όταν, όπως και όσο θέλουμε, αλλά όταν, όπως και όσο ορίζει η Εκκλησία και, για να τροποποιήσουμε τη νηστεία, χρειαζόμαστε ευλογία απ’ τον πνευματικό μας. Αν π.χ. νηστεύω διπλές σαρακοστές, μπορεί να θεωρήσω πως είμαι άγιος κι αυτό να κλείσει εντελώς την καρδιά μου απέναντι στο Θεό και σε σένα, αδελφέ μου. Τότε η νηστεία μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος της σωτηρίας, αυξάνοντας τον εγωισμό μας.
Σημειωτέον, ότι η νηστεία προβλέπεται στην Αγία Γραφή: ο Χριστός νήστεψε σαράντα μέρες μετά τη βάφτισή Του στον Ιορδάνη (Ματθ. 4, 1), και, παρόλο που τόνισε πως ο άνθρωπος μολύνεται απ’ αυτό που βγαίνει απ’ το στόμα κι όχι απ’ αυτό που μπαίνει (Ματθ. 15, 10-20), είπε για το διάβολο: «αυτό το γένος δε φεύγει, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία» (Ματθ. 17, 21).
Εκτός όμως από την καλλιέργεια της ταπείνωσης (που είναι τόσο οδυνηρή στα πρώτα στάδια, ώστε να καθυστερούμε για χρόνια το μεγάλο βήμα, ακριβώς όπως δυσκολευόμαστε να πάμε στον οδοντίατρο ή να δώσουμε αίμα), υπάρχουν και οι εξής σοβαροί λόγοι, που κάνουν την εξομολόγηση απαραίτητη:
α) Ο ιερέας διαβάζει στον εξομολογούμενο τη «συγχωρητική ευχή», με την οποία οι εξομολογημένες αμαρτίες του συγχωρούνται και δε θα τον βαραίνουν κατά την ώρα του θανάτου και κατά την ημέρα της κρίσεως. Οι απόστολοι είχαν λάβει από το Χριστό την εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες, εξουσία που ανήκει μόνο στο Θεό («όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ», Ματθ. 18, 18)˙εκείνοι κληροδότησαν αυτή τη χάρη στους μαθητές τους (τους πρώτους επισκόπους [*]), κι έτσι, από ιερέα σε ιερέα, έφτασε ώς τις μέρες μας. Έτσι ο ιερέας γίνεται χοάνη που δέχεται μέσα της κάθε αμαρτία και την αδειάζει στο κενό. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει ο λαϊκός (ο μη ιερέας), παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (αν είναι άγιος και αν δεν υπάρχει ιερέας κοντά, επειδή π.χ. βρισκόμαστε σε διωγμό και το καθεστώς έχει κατασφάξει τους ιερείς, ή δεν προλαβαίνει να πάει σε ιερέα εκείνος που επιθυμεί να εξομολογηθεί, επειδή π.χ. είναι ετοιμοθάνατος, τότε θα μπορούσε να του δώσει άφεση αμαρτιών και λαϊκός).
β) Η εξομολόγηση δεν είναι μια «ανάκριση θρησκευτικού τύπου», αλλά μια βαθιά και διαρκής σχέση πνευματικής πατρότητας, στην οποία ο «πνευματικός» ή «γέροντας» (δηλαδή ο πνευματικός δάσκαλος) καλείται να στηρίξει τον άνθρωπο που τον πλησιάζει και θέτει τον εαυτό του στα χέρια του ως παιδί προς το γονιό, να τον βοηθήσει να ξεπεράσει τα πάθη του (δηλαδή να νικήσει την αμαρτία εντός του) και όσο το δυνατόν πιο καθαρός να πλησιάσει το Θεό.
Αυτή η πνευματική πατρότητα δεν είναι επίσημος «θεσμός» και μπορεί να την ασκήσει και λαϊκός, άντρας ή γυναίκα, με την προϋπόθεση ότι διαθέτει σοφία Θεού: ή είναι άγιος –αυτό θα ήταν το ιδανικότερο– ή έχει την ταπείνωση και τη σύνεση να μελετά του βίους και τα έργα των αγίων και να διδάσκει από τα υποδείγματά τους και όχι μόνο λέγοντας την ανθρώπινη γνώμη του. Τότε αυτός ο γέροντας ή η γερόντισσα μπορεί να διδάσκει ανθρώπους, και να τους στέλνει σε ιερέα για την (ας την πούμε έτσι) «συγχωρητική εξομολόγηση», αυτήν που περιλαμβάνει την ευχή της άφεσης των αμαρτιών.
Τέτοιοι λαϊκοί γέροντες συνήθως κατοικούν στα μοναστήρια ή τις ερήμους (είναι δηλαδή απλοί μοναχοί, χωρίς χειροτονία ιερέα, που δε μπορούν να λειτουργήσουν, ή μοναχές), αλλά μπορεί να ζουν και δίπλα μας, να είναι μορφωμένοι ή αμόρφωτοι, πλούσιοι ή φτωχοί, πιθανόν παραμελημένοι γέροι ή φαινομενικά αλλοπρόσαλλοι, αλλά οπωσδήποτε ευσεβείς, ταπεινοί και γεμάτοι αγάπη για το συνάνθρωπό τους. Επίσης μπορεί να είναι στην ηλικία νέοι ή και παιδιά («παιδιογέροντες»), αν και συνήθως έχουν κάποια ηλικία, αφού η πρόοδος στην πίστη, την αγάπη και τη σοφία μπορεί να προϋποθέτει χρόνια.
Η γιαγιά Λαμπρινή από την Άρτα, μια αυθεντική "αγία της διπλανής πόρτας". Παντρεμένη και μάνα, & συνάμα πνευματική μητέρα δεκάδων ανθρώπων (από εδώ).
Η πνευματική πατρότητα είναι η ανώτερη εκδοχή του μυστηρίου της εξομολόγησης, την οποία χρειάζεται απαραίτητα κάθε άνθρωπος, όπως χρειάζεται τον προσωπικό και τον οικογενειακό του γιατρό. Αυτή η σχέση, όταν λειτουργεί σωστά, απελευθερώνει, δυναμώνει, εξισορροπεί, ειρηνεύει, προλαμβάνει συμφορές, και τελικά θεραπεύει. Αυτή η σχέση, μια ιδιαίτερα εξελιγμένη θεραπευτική επιστήμη του ορθόδοξου χώρου, είναι που αντικαταστάθηκε με την ψυχοθεραπεία δυτικού τύπου στις σύγχρονες κοινωνίες [σημ. "ΝΕΚΡΟΥ": & όχι το αντίθετο, όπως νομίζουν κάποιοι], παρόλο που οι επιδιώξεις τους δεν είναι κοινές˙ ο ψυχίατρος ή ο ψυχολόγος αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ψυχικής υγείας, ενώ ο πνευματικός στη θεραπεία από την αμαρτία, δηλαδή στην αιώνια σωτηρία.

Η πνευματική πατρότητα είναι η ανώτερη εκδοχή του μυστηρίου της εξομολόγησης, την οποία χρειάζεται απαραίτητα κάθε άνθρωπος, όπως χρειάζεται τον προσωπικό και τον οικογενειακό του γιατρό. Αυτή η σχέση, όταν λειτουργεί σωστά, απελευθερώνει, δυναμώνει, εξισορροπεί, ειρηνεύει, προλαμβάνει συμφορές, και τελικά θεραπεύει. Αυτή η σχέση, μια ιδιαίτερα εξελιγμένη θεραπευτική επιστήμη του ορθόδοξου χώρου, είναι που αντικαταστάθηκε με την ψυχοθεραπεία δυτικού τύπου στις σύγχρονες κοινωνίες [σημ. "ΝΕΚΡΟΥ": & όχι το αντίθετο, όπως νομίζουν κάποιοι], παρόλο που οι επιδιώξεις τους δεν είναι κοινές˙ ο ψυχίατρος ή ο ψυχολόγος αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ψυχικής υγείας, ενώ ο πνευματικός στη θεραπεία από την αμαρτία, δηλαδή στην αιώνια σωτηρία.
Εννοείται ότι ψάχνεις για τον κατάλληλο πνευματικό, όπως ψάχνεις για τον κατάλληλο γιατρό, μπορεί να διανύσεις χιλιόμετρα για να τον βρεις, δοκιμάζεις, πιθανώς απορρίπτεις, προσεύχεσαι και προσέχεις. Αρκεί να μην εξαπατάς τον εαυτό σου, λέγοντας στη συνείδησή σου πως είναι ανάξιος για πνευματικός σου κάποιος που σου λέει την αλήθεια χωρίς να σε κολακεύει. Και φυσικά είναι δικαίωμά σου να μην αναζητήσεις ποτέ πνευματικό και να μην προσέλθεις ποτέ για εξομολόγηση (ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι αμαρτωλός»), όπως και να μην πας ποτέ σε γιατρό και να μην κάνεις εξετάσεις, ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι άρρωστος». Μπορείς να κάνεις ο ίδιος διάγνωση στον εαυτό σου διαβάζοντας βιβλία, περιφρονώντας τη ζεστή πραγματική επικοινωνία μ’ έναν άλλο άνθρωπο και χωρίς ν’ ανοίγεσαι σε μια «δεύτερη γνώμη».
Μπορεί έτσι να μην αρρωστήσεις ποτέ και να ζήσεις μέχρι βαθύ γήρας˙ το πιθανότερο όμως είναι ότι θα υποφέρεις και θα πεθάνεις πρόωρα. Στην περίπτωση του πνευματικού, μπορεί να πλησιάσεις «μόνος σου» το Θεό και να σωθείς˙ το πιθανότερο όμως είναι πως θα περιπλανηθείς σε άγνωστα μονοπάτια και μάλιστα ίσως –το χειρότερο– να νομίζεις ότι Τον βρήκες ή και ότι Εσύ είσαι ο κατάλληλος πνευματικός άλλων ή ακόμη και ότι, με κάποιο παράξενο τρόπο, είσαι ο Θεός ή ένας θεός. Κανείς δε μπορεί να είναι βέβαιος, όταν είναι μόνος˙χρειάζεται τη συμβουλή έμπειρων, που δεν τον κολακεύουν. Και, για να τη ζητήσει, κάνει το πρώτο βήμα προς την ταπείνωση.
Δευτέρα 7 Μαΐου 2012
Παιδιά και Εκκλησία(Ἀλέξανδρος Σμέμαν)
Δημοσιεύεται ἐδῶ ἕνα σύντομο κείμενο τοῦ π. Σμέμαν γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν μας. Μεταξὺ τῶν ἄλλων, διαπιστώνεται ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ οἰκογενειακὴ ἀτμόσφαιρα νὰ συμπληρώνει τὴν ἐκκλησιαστική, τὸ ὁποῖο σημαίνει«άναμα των καντηλιών μπροστά στις εικόνες, ανάγνωση των Γραφικών διδαχών, καθαρά ρούχα που αποπνέουν φρεσκάδα, γιορτινά, τακτοποιημένα δωμάτια». Ἡ ὑπόδειξη αὐτὴ δὲν προέρχεται ἀπὸ καθωσπρεπισμὸ καὶ εὐσεβισμό, καταστάσεις γνωστές μας ἀπὸ δυτικὲς ἐκδοχὲς τοῦ χριστιανισμοῦ.
Ἡ τάξη, τὰ καθαρὰ ροῦχα, κλπ, δὲν εἶναι μιὰ ὑποχρέωση ποὺ χρειάζεται νὰ ἐπιβάλουμε στὴν οἰκογενειακὴ ζωή, ἀλλὰ (κανονικὰ) προέρχονται, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Σμέμαν γράφει στὴν συνέχεια, «από το φως που φέρνουμε μαζί μας από την λατρευτική σύναξη». Ἑπομένως συμβαίνουν αὐθόρμητα καὶ ἐλεύθερα, ὅπως ὅταν κάποιος γιορτάζει καὶ δὲν ὑποδέχεται τοὺς φίλους του βρώμικος καὶ ἀπεριποίητος. Ὅμως, ἂν δὲν ἔχουμε λάβει Φῶς ἀπὸ τὴν σύναξη, δὲν ὑπάρχει οὔτε ἑορτασμός, ὥστε καὶ ἂν συμβεῖ περιποίηση, τάξη, κλπ., δὲν μπορεῖ νὰ συμβεῖ παρὰ μόνο ὡς σύμβαση καὶ ὑποχρέωση - ἀπ’ ἔξω στολισμός, καὶ ἀπὸ μέσα δυσφορία καὶ πίεση, ὅπως καὶ συχνότατα συμβαίνει. Δὲν εἶναι, ἄλλωστε, σπάνιο οἱ γονεῖς ἀργότερα, στὴν ἐφηβεία, νὰ θέλουν νὰ ἐπιβάλουν στὰ παιδιά τους τὸν ἐκκλησιασμό!, ὑποβάλλοντας τὴν ἐξωφρενικὴ ἰδέα ὅτι ἡ σχέση μὲ τὸν Θεὸ εἶναι βασανιστήριο, ἀγγαρεία εἴτε ὑποχρέωση, ὁπότε αὐτομάτως ἀκυρώνεται ὅλο τὸ Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ πίστη καταλύεται.
Ζητούμενο δὲν εἶναι νὰ ἀλλάξουμε συνήθειες, ἀλλὰ νὰ λάβουμε τὸ Φῶς τῆς λατρείας, τὸ ὁποῖο κατόπιν θὰ ἀλλάξει καὶ τὶς συνήθειές μας ἀβίαστα καὶ φυσιολογικά. Στὸν βαθμὸ ποὺ οἱ οἰκογένειές μας ἔχουν πρόβλημα, αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπειδὴ τὴν Κυριακὴ ἀκοῦμε ραδιόφωνο καὶ διαβάζουμε ἐφημερίδες, ἀντὶ νὰ ἀνάβουμε τὰ καντήλια, κλπ, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν βιώνουμε Φῶς στὴν συμμετοχή μας στὴν ἐκκλησιαστικὴ λατρεία, καὶ οὔτε κἂν ἔχουμε ὡς αἴτημα τὴν μετοχὴ τοῦ ἁγίου Φωτὸς καὶ τὴν προσωπική μας γνωριμία καὶ φιλία μὲ τὸν Ἀρχηγὸ τῆς πίστης μας.
Τὸ κείμενο μετέφρασε γιὰ τὸν Ἔλλοπο ὁ Ἀργύρης Γεωργουλῆς./Πηγή
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



