Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάνατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάνατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος απλώς για να ζήσει.Είναι φτιαγμένος για την αιωνιότητα.


Αρχμ Χριστοδουλος

Ο γαμος δεν ειναι σιγουρος. Ο θάνατος είναι βέβαιος· η σωτηρία όμως;
Σήμερα ολα αναβάλλονται. Η μετάνοια αναβάλλεται. Η εξομολόγηση αναβάλλεται. Η πνευματική ζωή αναβάλλεται.Αλλά υπάρχει κάτι που δεν αναβάλλεται ποτέ: ο θάνατος.

Ο άνθρωπος μπορεί να μην παντρευτεί ποτέ.Μπορεί να μην κάνει καριέρα.Μπορεί να μην πραγματοποιήσει τα όνειρά του.Αλλά ένα πράγμα είναι βέβαιο: θα σταθεί μπροστά στον Θεό.

Και όμως, ενώ αυτό είναι η μόνη βεβαιότητα της ζωής, είναι και το μόνο που ξεχνάμε.
Δεν είναι τυχαίο που οι Πατέρες της Εκκλησίας έθεταν συνεχώς μπροστά τους τη μνήμη του θανάτου.Δεν το εκαναν για να φοβηθούν. Αλλά για να ξυπνήσουν.
Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέει:«Μνήμη θανάτου, καθ’ εκάστην, θανάτου μνήμη».
Δηλαδή: να θυμάσαι τον θάνατο κάθε μέρα όχι ως τέλος, αλλά ως αρχή αιωνιότητας.
Διότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος του ανθρώπου. Είναι η στιγμή της αλήθειας.

Σήμερα ο άνθρωπος ζει σαν να μην πρόκειται να πεθάνει ποτέ. Σχεδιάζει, επενδύει, αγχώνεται, κυνηγά σχέσεις, απολαύσεις, αναγνώριση.
Ψάχνει «το άλλο του μισό» αλλά δεν έχει βρει ακόμη τον εαυτό του.
Κυνηγά την αγάπη των ανθρώπων αλλά δεν έχει γευτεί την αγάπη του Θεού.
Χτίζει εξωτερική ζωή και αφήνει την ψυχή του ερείπιο. Και έτσι φτάνουμε σε μια τραγική αντίφαση: ο άνθρωπος φοβάται να μείνει μόνος…
αλλά δεν φοβάται να πεθάνει χωρίς Θεό.

«Δούλεψε με την ψυχή σου» Αυτή η φράση που ακούγεται απλή, κρύβει μέσα της όλη τη θεολογία της Εκκλησίας.
Τι σημαίνει να δουλέψεις με την ψυχή σου;
Δεν σημαίνει απλώς να «σκέφτεσαι θετικά».Δεν σημαίνει να «είσαι καλός άνθρωπος».Δεν σημαίνει να έχεις μια γενική πίστη.

Σημαίνει αγώνας.
Σημαίνει μετάνοια.Σημαίνει εξομολόγηση.Σημαίνει να σπάσεις τον εγωισμό σου.Σημαίνει να πεις: «Θεέ μου, είμαι άδειος χωρίς Εσένα».

Η ψυχή δεν θεραπεύεται μόνη της.Δεν σώζεται με ιδέες.Σώζεται μέσα στην Εκκλησία, με τη Χάρη του Θεού.
Θα έρθει μια στιγμή που όλα θα σταματήσουν.Τα μηνύματα.Τα σχέδια.Οι σχέσεις.Οι δικαιολογίες.
Και θα μείνει μόνο ένα ερώτημα:Ποιος είσαι μπροστά στον Θεό;Όχι τι έδειξες.Όχι τι φάνηκες.Αλλά τι είσαι.
Γιατί εκείνη την ώρα δεν θα υπάρχει μάσκα.Δεν θα υπάρχει «προφίλ».Δεν θα υπάρχει «εικόνα».Θα υπάρχει μόνο η ψυχή.
Και όμως… υπάρχει ελπίδα

Η Εκκλησία δεν μιλά για τον θάνατο για να τρομάξει τον άνθρωπο.Μιλά για να τον σώσει.
Γιατί ο θάνατος για τον Χριστό δεν είναι τέλος.Είναι πέρασμα.Ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη συνέτριψε τον θάνατο. Άνοιξε τον Παράδεισο.
Άρα το ερώτημα δεν είναι αν θα πεθάνεις.Το ερώτημα είναι:Με ποιον θα πας στον θάνατο; Μόνος σου;Ή με τον Χριστό;
Μπορείς να κάνεις και τα δύο.Και πράγματι μπορείς.Μπορείς να αγαπήσεις.Μπορείς να παντρευτείς.Μπορείς να ζήσεις.Αλλά αν δεν βάλεις πρώτα την ψυχή σου σε πορεία σωτηρίας, όλα τα άλλα θα μείνουν μισά.
Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος απλώς για να ζήσει εδώ. Είναι φτιαγμένος για την αιωνιότητα.
Ο θάνατος δεν είναι απειλή.Είναι υπενθύμιση.Υπενθύμιση ότι δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο.Υπενθύμιση ότι η ζωή δεν είναι πρόβα.Υπενθύμιση ότι η ψυχή σου έχει αξία αιώνια.

Μην περιμένεις «την κατάλληλη στιγμή».Δεν θα έρθει ποτέ.
Η κατάλληλη στιγμή είναι τώρα.Σήμερα.Αυτή τη στιγμή.
Γύρνα στον Θεό.Άνοιξε την καρδιά σου.Και ξεκίνα να ζεις αληθινά.
Γιατί ο θάνατος είναι βέβαιος…αλλά η σωτηρία είναι επιλογή.

Σάββατο 6 Απριλίου 2019

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
(Μιά συζήτηση μέ τόν μακαριστό Μητροπολίτη Σισανίου καί Σιατίστης Παῦλο)


Image result for θανατος λουλουδι

HΛ. ΛΙΑΜΗΣ: Νομίζω Γέροντα πώς κάνουμε τό λάθος νά ἀντιμετωπίζουμε τά παιδιά καί τούς ἔφηβους μόνον ὡς ἀποδέκτες πληροφοριῶν. Δέν τά ἑτοιμάσαμε γιά φορεῖς μίας ἐμπειρίας πού θά τούς δώσει μία διαφορετική ταυτότητα σέ ἕναν καινούργιο κόσμο. Νομίζω πώς πρέπει νά προτείνουμε στά παιδιά νά ἀναλάβουν ρόλο ἐνεργό, μία νέου τύπου μαρτυρία.
Μέ ἄλλα λόγια στό ἐπίπεδο τῶν ἐφήβων, δηλαδή πρώτη, δευτέρα Λυκείου καί πάνω, δέν εἶναι μόνο ζητούμενο τό «μάθε»· τό ζητούμενο εἶναι ὅτι βγαίνεις ἐκεῖ ἔξω καί εἶσαι κάτι διαφορετικό, συγχρόνως ὅμως δέν μπορεῖς νά ἀπομονωθεῖς. Τί θά πεῖς, πῶς θά τό πεῖς; Ἡ κοπέλα σου, πού ἐγώ σᾶς λέω πώς θά εἶναι καλοπροαίρετη, πῶς θά ἀντιδράσει; Κρατῶ τώρα στά χέρια μου μία πρόχειρη σημείωση ἀπό περιγραφή ἑνός διαλόγου πού μοῦ μετέφερε ἕνας μαθητής Γ΄ Λυκείου:
– Τί εἶσαι;
– Ὀρθόδοξος Χριστιανός.
– Καί ἐγώ, ἀλλά τά ἔχω παρατήσει. Ἐσύ;
– Ὄχι, ἐγώ τό ζῶ λιγάκι.
– Δηλαδή, γιά πές μου τά βασικά. Πές μου μέ δύο λόγια, τί ζεῖς δηλαδή, αὐτή ἡ ὀρθόδοξη πίστη σου τί εἶναι;

Θυμᾶμαι ὁ Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ, ὅταν τόν εἶχα ρωτήσει ἄν θά μποροῦσε νά περιγράψει τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ μία πρόταση, μοῦ εἶχε ἀπαντήσει:
«Γιά ἐμένα, Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι, πρῶτον, ἡ πίστη ὅτι ὁ Χριστός ἀναστήθηκε καί δεύτερον, ἡ ἀπόλυτη μίμηση τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων. Ἀπό αὐτά τά δύο κρέμεται ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη δογματική».

ΜΗΤΡ. ΣΙΣΑΝΙΟΥ: Νομίζω ὅτι ὁ Κάλλιστος Γουέαρ ἔχει δίκιο. Στέκομαι ἰδιαίτερα στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Κοίταξε κάτι, τά παιδιά πολλές φορές προσπαθοῦν νά ξεπεράσουν τό θέμα τοῦ θανάτου, ἀλλά γιά τόν κάθε ἄνθρωπο ὑπάρχει ἕνα ἐρώτημα: Τί νόημα ἔχει μιά ζωή πού τελειώνει στόν θάνατο; Ἐμένα μέ ἀπασχόλησε αὐτό στά δεκαπέντε μου χρόνια, ὅταν πῆγα στό Νεκροταφεῖο νά ἀνάψω τό καντήλι τῆς γιαγιᾶς μου. Ὅταν πέθανε, τό νεκροταφεῖο εἶχε πέντε-ἔξι τάφους. Σέ λίγο διάστημα εἶχε γεμίσει. Ποῦ εἶναι ὅλοι αὐτοί; Καί ἄν ὄντως ὁ θάνατος εἶναι τό τέρμα τῆς ζωῆς, τότε τί νόημα ἔχει μιά τέτοια ζωή;
Βέβαια, σήμερα ἀρνοῦνται νά τό σκεφτοῦν, κανείς δέν τούς μιλάει γιά τό γεγονός αὐτό. Προτιμοῦν τό «ἁπλά περνάω καλά», τίποτα ἄλλο. Ὅταν ὅμως συμβεῖ αὐτό…


 Τό ἔζησα ἐγώ πέρσι: Πέθανε ἕνα παλικάρι δεκαεφτά ἐτῶν ξαφνικά. Πάγωσαν ὅλοι καί πιό πολύ ἀπ’ ὅλους ἡ τάξη του.
Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση, ὅτι στό τέλος τῆς κηδείας κάποιος συγγενής μέ παρακάλεσε νά ἀφήσω λίγο τόν πατέρα καί τή μάνα μόνους μέ τό παιδί. Καμία ἀντίρρηση. Ὅμως ἤμουν καί ἐγώ ἐκεῖ. Στάθηκα παράμερα καί ἄκουσα τή μάνα πού τοῦ εἶπε:
«Παιδί μου, πρίν ἀπό δεκαεφτά χρόνια ὁ Θεός σέ ἔφερε στόν κόσμο μέσα ἀπό ἐμένα. Σήμερα ἐγώ σέ παραδίδω σέ Ἐκεῖνον».
Δέν θυμᾶμαι τί ἄλλο τοῦ εἶπε. Αὐτός ὁ λόγος ὅμως μοῦ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση.
Ἐν τῷ μεταξύ, θέλησα νά δῶ τούς γονεῖς. Προτίμησαν νά ἔρθουν ἐκεῖνοι, διότι στό σπίτι μπαινόβγαινε διαρκῶς κόσμος καί δέν θά βρίσκαμε ἡσυχία. Μοῦ εἶπαν, λοιπόν, μερικά χαρακτηριστικά αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ πού «δέν θά τοῦ τό εἶχες». Ποιό; Πρῶτον, τούς εἶχε πεῖ:
«Πατέρα καί μάνα, σᾶς ἀγαπάω, ἀλλά ὄχι πάνω ἀπό τόν Χριστό».
Τό δεύτερον:
«Ἄν κάποια φορά φύγω ἀπό αὐτήν τή ζωή, νά μήν λυπηθεῖτε γιατί τότε γιά ἐμένα ἀρχίζει ἡ πραγματική ζωή».
Καί τό τρίτο καί τελευταῖο, πού τό διάβασα μέ τά μάτια μου γραμμένο ἀπ’ τό χέρι του, ἦταν:
«Ἄν κάποια στιγμή ὑπάρχει περίπτωση νά ἀρνηθῶ τόν Χριστό, προτιμῶ νά πεθάνω». 


Πάω στό σχολεῖο καί μπαίνω στήν τάξη. Λέω:
«Παιδιά, ἔγινε κάτι πού δέν ἔχει ξαναγίνει;»
Μέ κοιτάζανε:
«Τί σᾶς ξάφνιασε πιό πολύ; Ὅτι πέθανε ὁ συμμαθητής καί ὁ φίλος σας ἤ ὅτι εἴδατε πόσο πολύ κοντά καί σέ ἐσᾶς μπορεῖ νά εἶναι ὁ θάνατος, ὁπότε ξαφνιαστήκατε; Τί εἶναι ὁ θάνατος; Τό σκεφτήκατε ποτέ σας; Ἐγώ τό ρώτησα στά δεκαπέντε μου χρόνια. Καί τί νόημα μπορεῖ νά ἔχει μία ζωή πού τελειώνει στόν θάνατο χωρίς νά ξέρεις πότε θά γίνει αὐτό τό πράγμα; Γιατί προσπαθεῖτε τώρα νά διαβάσετε; Νά γίνετε τί; Καί τί νόημα ἔχει αὐτό; Θά τό προλάβετε;»
Τά παιδιά παρακολουθοῦσαν μέ πολύ μεγάλη προσοχή. Καί λέω:
«Ὅμως δέν θά χρειαστεῖ νά σᾶς πῶ ἐγώ, θ’ ἀφήσω τόν συμμαθητή σας νά σᾶς μιλήσει μέσα ἀπό τρία πράγματα. Αὐτά τά δύο εἶπε ὁ συμμαθητής σας στούς γονεῖς του –ἦταν χωρισμένοι ἐν τῷ μεταξύ οἱ γονεῖς του–, γιά τό ἐνδεχόμενο νά πεθάνει νωρίς, σάν νά τό ἤξερε. Καί τό τρίτο τό ἔγραψε καί τό κρατῶ τώρα στό χέρι μου.
Ξέρετε, ὁ συμμαθητής σας ἦταν ἕνας σάν καί ἐσᾶς, συμμετεῖχε στή ζωή σας. Αὐτό πού δέν μπορέσατε ἴσως νά καταλάβετε εἶναι ὅτι ἦταν καί ἀρκετά διαφορετικός ἀπό ἐσᾶς. Δηλαδή, σκεπτόταν βαθύτερα ἴσως, προβληματιζόταν σέ οὐσιώδη πράγματα, χωρίς ὅμως νά πάψει νά βρίσκεται σέ αὐτό τόν κόσμο καί νά εἶναι μαζί σας. Δέν εἶχε κάποιο ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό, νά εἶναι τό καλό παιδί, ἄς ποῦμε, ἤ κάτι πού νά θυμίζει ὑπερβολική εὐσέβεια ἤ θρησκοληψία. Καί νομίζω ὅτι, ἐάν προσέξετε αὐτές τίς τρεῖς του σκέψεις, τότε θά ἔχετε κερδίσει πάρα πολλά πράγματα».
Ἡ μητέρα τοῦ παιδιοῦ, λίγες ἡμέρες ἀργότερα, μοῦ λέει:
«Καλά κάνατε, πάτερ, καί πήγατε στό σχολεῖο, γιατί πρίν ἀπό ἐσᾶς εἶχε πάει μία ψυχολόγος καί τά μπέρδεψε περισσότερο».
Ὁπότε, μερικές φορές ἴσως, τά παιδιά καθώς ζοῦν σέ μία κοινωνία πού τούς κρύβει τήν ἀλήθεια, ἴσως χρειάζεται κανείς νά τά βοηθήσει ἤ ἀκόμα καί νά τά σοκάρει λίγο παραπάνω γιά ἐκεῖνα πού τά σοκάρουν ἔτσι κι ἀλλιῶς. Εἶναι ἕνα λυτρωτικό σόκ.
Γιατί, κοιτάξτε νά δεῖτε, ἐάν ὁ θάνατος εἶναι τό τέρμα, δέν ὑπάρχει τίποτα, τότε πρέπει νά σκύψουμε τό κεφάλι ὅλοι μας. Τί νόημα ἔχει νά τά βάλουμε μέ τόν Θεό; Ἀφοῦ δέν ὑπάρχει ὁ Θεός. Δέν εἶναι χαζό αὐτό τό πράγμα; Λές «Δέν ὑπάρχει ὁ Θεός». Γιατί; Ἐπειδή πέθανε αὐτός;

Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο «ΑΚΟΥΣΕ ΚΑΛΟ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙ, ἀπαντήσεις σέ νέους ἀπό ἕναν Ἐπίσκοπο ἀγάπης», ἀπό τίς ἐκδόσεις «ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ»

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018

Πως να μιλήσουμε στο παιδί για το θάνατο;

Με ένα πρωτότυπο θέμα συνεχίστηκε στον Ιερό Ναό Ευαγγελιστρίας Πειραιώς, το «Ενοριακό Αρχονταρίκι» στο πλαίσιο του προγράμματος «Ενορία εν δράσει…».


Ο Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Τσιμούρης, Θεολόγος συζήτησε με τον Αρχιμανδρίτη Καλλίνικο Μαυρολέοντα για το «πώς να μιλήσουμε στο παιδί για το θάνατο».
Χαρακτηρίζοντας εξ αρχής τον τίτλο πρωτότυπο, ο π.Βασίλειος Τσιμούρης σημείωσε πως «δεν ασχολείται σχεδόν κανένας με αυτό το θέμα», υπογραμμίζοντας πως συνήθως απομακρύνομαι τα παιδιά από τέτοιες διαδικασίες.

 «Καταρχήν να πούμε ότι ο θάνατος μας αφορά όλους. Είναι παγκόσμιο γεγονός, φαινόμενο που θα το ζήσει ο καθένας μια φορά στη ζωή του και βεβαίως το ζούμε όλοι στο πρόσωπο κάποιων δικών μας ανθρώπων», είπε ξεκινώντας ο π.Καλλίνικος Μαυρολέων και πήρε αφορμή για την συζήτηση από κείμενο το οποίο έγγραψε νέος φοιτητής, όταν έχασε σε τροχαίο δυστύχημα ένα συνομήλικο φίλο του.

«Είναι ένα κείμενο συγκλονιστικό το οποίο μας βάζει μπροστά στις ευθύνες μας, ειδικά εμάς τους ιερείς»,υπογράμμισε ο π.Καλλίνικος, ενώ από την πλευρά του ο π.Βασίλειος σημείωσε πως «είναι μια πραγματικότητα ο θάνατος και τα ‘‘γιατί’’ που ορθώνονται, είναι όχι μόνο ανθρώπινα, αλλά δείχνουν και κάτι άλλο… μία αναζήτηση», προσθέτοντας παράλληλα πως πρέπει να προσπαθήσουμε να δώσουμε απαντήσεις στα ‘‘γιατί’’ των νέων ανθρώπων.

«Πιστεύω ότι οι πιο πολλοί γονείς και εκπαιδευτικοί δεν ξέρουν τι είναι θάνατος και αυτό μας κάνει βέβαια να χτυπάμε ξύλο, να φτύνουμε τον κόρφο μας. Αυτές είναι οι εικόνες που βλέπουν τα παιδιά ή και άλλα χειρότερα»,είπε στη συνέχεια της συζήτησης ο π.Καλλίνικος και αναφέροντας έναν από τους λόγους του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου που προτρέπει τους ανθρώπους ‘‘να ζηλεύουμε τον πεθαμένο’’, επεσήμανε ότι «εάν ξέρεις ότι ο θάνατος είναι ένα σκαλοπάτι και έχει και συνέχεια μετά, αλλάζει το πράγμα. Γι᾽ αυτό ακριβώς πιστεύω ότι πρέπει να πούμε στα παιδιά πως υπάρχει και συνέχεια και να το πιστέψουμε εμείς, να μάθουμε εμείς, να διαβάζουμε εμείς, να ζήσουμε εμείς. Όλα αυτά που διδάσκει αιώνες η Εκκλησία μας».

Κάνοντας λόγο για το πώς θα πρέπει οι μεγαλύτεροι να μιλούν στα παιδιά για το θάνατο, υπογράμμισε με έμφαση πως
«τα παιδιά δεν είναι όλα τα ίδια. Είναι οι ηλικίες τους διαφορετικές, οι χαρακτήρες τους διαφορετικοί και δεν μπορούμε να δώσουμε συνταγές για το πώς θα μιλήσουμε στα παιδιά για το θάνατο. Κάθε παιδί είναι μια προσωπικότητα ξεχωριστή, έχει το χαρακτήρα του και θέλει πολλή προσοχή για το πως θα μιλήσεις στο κάθε παιδί, για το ίδιο αυτό θέμα που μας αφορά».
Αποτέλεσμα εικόνας για παιδι,εκκλησια ,θανατος
Αναφερόμενος σε έρευνα που έγινε στην Αμερική, τόνισε πως «οι γονείς πεθαίνουν πέντε φορές περισσότερο στις παιδικές ταινίες, παρά στις ταινίες για ενήλικες. Τα παιδιά μας δηλαδή» εξήγησε, «μαθαίνουν για το θάνατο μέσα από τις ταινίες των κινουμένων σχεδίων. Για ποιο θάνατο; Το βίαιο θάνατο, που ένας ξεσκίζει τον άλλον και λένε οι ψυχολόγοι ότι αυτοί οι θάνατοι είναι τραυματικοί για τα παιδιά». Συνέστησε παράλληλα στους γονείς να διαβάσουν σχετικά με το θέμα βιβλία «γιατί πραγματικά δημιουργούνται πολλά τραύματα στα παιδιά από τα λάθη που κάνουμε, όταν έρθει η ώρα να αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο γεγονός, που θα έρθει αναγκαστικά στη ζωή τους».
Επεσήμανε πως θα πρέπει να μιλούμε στα παιδιά για τον σωματικό μας θάνατο ήδη από την ώρα της Βαπτίσεως, τονίζοντας στα παιδιά πως η Εκκλησία με το Μυστήριο του Βαπτίσματος μας γεννά, προκειμένου να παραμείνουμε στην αιώνια ζωή, κοινωνώντας το Σώμα και Αίμα του Χριστού.

Στο σημείο αυτό ο π.Βασίλειος Τσιμούρης θύμισε και έναν από τους λόγους του Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου, ο οποίος τονίζει πως όποιος είναι μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, δεν θα γευτεί θάνατο.
«Θα πρέπει να βοηθήσουμε τα παιδιά να ζήσουν κάπως αλλιώς τα πράγματα. Και να κάνει το παιδί και αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος. Θα κλάψει; Θα κλάψει, ναι, αλλά πως θα κλάψει; Με ελπίδα»,υπογράμμισε σε άλλο σημείο της συζήτησης ο π.Καλλίνικος, προσθέτοντας ότι θα πρέπει να εξηγήσουμε στα παιδιά μας το μυστήριο του θανάτου και πως δεν θα πρέπει να τα απομακρύνουμε από αυτό.

Σημείωσε πως «στην Εκκλησία τα πράγματα είναι πολύ αλλιώτικα» και πως η Εκκλησία μας έχει βάλει τη μνήμη των ανθρώπων μέσα στην πορεία. «Πεθαίνει ο άνθρωπος, του φτιάχνουμε μνήμα, τελούμε μνημόσυνο. Θυμάσαι τον άνθρωπο σου δηλαδή συνέχεια, δεν τον ξεχνάς», είπε χαρακτηριστικά, εξηγώντας πως
«η Εκκλησία έχει δώσει ακριβώς το μέτρο για να ζήσει κανείς το πένθος σωστά, να θυμάται τον άνθρωπο, μέσα από όλες τις τελετές».
Στο σημείο αυτό ο π.Βασίλειος τόνισε: «Η Εκκλησία μας πολύ σοφά και με τα μνημόσυνα βοηθάει και τους ζώντες, όχι μόνο αυτούς που έφυγαν, γιατί ωφελούν και αυτούς κατά τους Πατέρες γιατί οι προσευχές εισακούονται… Μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά και μέσα από τον θάνατο να νιώσουν την παρουσία, τη Χάρη και τη χαρά του Θεού, όταν πιστέψουν ότι πλέον ο θάνατος δεν υπάρχει έτσι όπως τον βιώνουμε χωρίς Χριστό».

Ολοκληρώνοντας ο π.Καλλίνικος, επεσήμανε πως
«σήμερα οι γονείς έχουν πάρα πολλές δουλειές και δεν μένει χρόνος να μιλήσουν καθόλου με τα παιδιά. Αυτές όμως οι ευκαιρίες είναι πάρα πολύ συγκλονιστικές, είναι αφορμές να της πιάσεις και ο γονιός να καθίσει με το παιδί του μαζί, να συζητήσει και να μιλήσει, να πει ακριβώς τι συνέβη»
«Θα πρέπει να το λέμε πάντα με γνώμονα την ελπίδα της Αναστάσεως» κατέληξε, ευχόμενος «μακάρι να κατανοήσουμε εμείς οι ίδιοι πρώτα το γεγονός αυτό του θανάτου και να το δούμε ως δώρο Θεού, ως ευεργεσία του Θεού, γιατί ο Θεός αντέστρεψε το κακό αυτό που έφερε η αμαρτία στη ζωή μας και το έκανε πραγματικά ευεργεσία»

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Η πίστη και το κουράγιο της Βέφας Αλεξιάδου

Μια χριστιανή μητέρα για την κοίμηση της κόρης της

Η τηλεοπτική σεφ Βέφα Αλεξιάδου, η οποία έχασε αναπάντεχα την κόρη της Αλεξία, αισθάνθηκε την ανάγκη να επικοινωνήσει με τους φίλους της στο Facebook και να τους ευχαριστήσει για την συμπαράσταση που έδειξαν στον μεγάλο της πόνο. 

image
Η κ. Αλεξιάδου έγραψε:

«... Φίλες και φίλοι μου Καλημέρα. Τρίτη σήμερα. Ξημέρωσε μια όμορφη μέρα, όπως μια εβδομάδα πριν που δεν ήξερα τι θα μου έφερνε. Μου φύλαγε ανείπωτο πόνο! Ένα δυνατό χτύπημα το πιο δυνατό που ένιωσα στη ζωή μου και που μπορεί να νιώσει άνθρωπος. Άνοιξα και σήμερα την πόρτα μου, όπως τότε, καλημέρισα τη ζωή και παρακάλεσα το Θεό, όπως κάθε μέρα, να μου δώσει τη δύναμη αντιμετωπίσω, ότι θα φέρει στο διάβα της. Παρακάλεσα να μου δώσει επί πλέον δύναμη όση χρειάζομαι για να σταθώ στα πόδια μου και να συνεχίσω με θάρρος τη ζωή. Παρόλο το βαθύ, το μεγάλο πόνο μου.

Η βαθειά πίστη μου στο Θεό είναι το στήριγμά μου, όπως και σε κάθε πονεμένο άνθρωπο που πιστεύει σ' Αυτόν. Δεν θα πω, όπως λένε κάποιοι, ότι τα μεγάλα δέντρα χτυπούν οι κεραυνοί. Χιλιάδες, εκατομμύρια μανούλες ένιωσαν τον ίδιο πόνο που νιώθω εγώ, και πρώτη απ' όλες η Παναγιά μας, που ο δικός της πόνος ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερος από όλους τους δικούς μας, γιατί είδε το παιδί της να πεθαίνει άδικα με το μαρτυρικότερο θάνατο κρεμασμένο επάνω στο Σταυρό. Η δύναμη της, ο δικός της πόνος δίνει κουράγιο στο δικό μας πόνο. 

Δεν μας τα παίρνει τα παιδιά μας ο Θεός, που στην ουσία είναι δικά του παιδιά. Ο Θεός δεν είναι κακός, δεν είναι τιμωρός. Αυτή είναι η ζωή μας! Και το ξέρουμε από τη στιγμή που γεννιόμαστε, ότι συγκρινόμενη με την αιωνιότητα είναι ένα απειροελάχιστο ταξίδι.

Γι αυτό πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι για τη στιγμή που θα φτάσουμε στο τέρμα και θα περάσουμε στην αιώνια ζωή. Στο σύντομο αυτό ταξίδι εδώ κάτω στη γη, η ζωή μας είναι ένα μεγάλο σχολειό! Όλοι είμαστε μαθητές, δίνουμε εξετάσεις, κι εκεί επάνω ψηλά απονέμονται τα βραβεία. Όσο καλύτερες είναι οι επιδόσεις και οι αντοχές μας, τόσο μεγαλύτερη η ανταμοιβή μας.
Ένα Μ Ε Γ Α Λ Ο ευχαριστώ μέσα από την πονεμένη κάρδια μου για την τόση αγάπη και τη συμπαράσταση σας στη θλίψη μου. Με στηρίζετε! Να 'στε όλοι και όλες καλά. Να έχουμε μια όμορφη, χαρούμενη μέρα με ευχάριστες ειδήσεις.
Και μέσα από τα φυλλώματα των δέντρων τρυπώνει ο ήλιος και ζεσταίνει τις καρδιές μας. Έχετε σκεφθεί ότι το φως του τρέχει με τέτοια ταχύτητα στο άπειρο και ότι όχι μόνον εμείς αλλά και γενιές που δεν γεννηθήκαν ακόμη είμαστε ξεπερασμένοι;...»



πηγή-Το είδα ΕΔΩ

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2014

Έτσι γνώρισα την Τατιάνα...


Γράφει η Έλενα

Έτυχε να είμαι εκεί όταν ο Γέροντας έκλεισε το τηλέφωνο. Έτυχε να μιλά μαζί της και μου είπε ότι του είχε ζητήσει να πάει να μιλήσουν, προειδοποιώντας τον να μην τρομάξει όταν την δει σε χρώμα πορτοκαλί ή μουσταρδί (κάτι τέτοιο, δεν θυμάμαι ακριβώς...). Του το είπε μάλιστα γελώντας, σαν σε αστείο και όχι σαν σε καρκίνο.

Η Τατιάνα πάλευε με τον καρκίνο χρόνια αλλά ήταν πιστή Χριστιανή και -όπως φαίνεται- βίωνε το "πού σου θάνατε το νίκος;" και έτσι έβγαζε την γλώσσα στην αρρώστια που της άλλαζε χρώμα στο ωραίο πρόσωπο.

Εγώ δεν την είχα γνωρίσει αλλά είπα δυο λόγια προσευχής γιαυτήν την πνευματική μου αδελφή, για το κορίτσι στον δρόμο του ουρανού.
Σήμερα πήγα να την γνωρίσω στην κηδεία της!

Όμορφη, πολύ όμορφη σαν να είχε γράψει ο Αρχάγγελος των ψυχών " Χριστός ανέστη" στη μορφή της.
Τα μακριά μαύρα της μαλλιά ζωντανά, σαν να γλυστρούσαν πάνω τους αγγελούδια-συνοδοί σε πανηγύρι....
Ανακάλυψα εκεί πως τον Νίκο, τον σύζυγό της, τον γνώριζα. Είχαμε δουλέψει κάποτε μαζί, σε μια εφημερίδα.
Χαμογέλασε ένα χαμόγελο ελπίδας χρυσάνθεμο, όταν του είπα "καλές υπομονές και καλόν παράδεισο να έχει η Τατιάνα".
Βλέπεις ο Νίκος είχε περπατήσει μαζί της τους δρόμους του πόνου, της υπομονής και της πίστης και τώρα του έμεινε αποκούμπι Αυτός που δικαιολογεί -απόλυτα- την απόλυτη ελπίδα της Συνάντησης. Γιαυτό μπορούσε να χαμογελάει (στο ακρόχειλο ο πόνος και η έλλειψη, διέγραφαν την ελλειπτική τροχιά του πικρού χωρισμού...).

Αλλά και οι γονείς και όλοι οι στενοί συγγενείς, είχαν την ευπρέπεια και το αγόγγυστο των ανθρώπων που ξέρουν την Αλήθεια Του και μ'αυτή ντύνουν το δάκρυ, κάνοντάς το να μοιάζει πολύτιμος λίθος στο δαχτυλίδι της υποταγής (αλλιώς λέγεται "γεννηθήτω το θέλημά Σου")...

Η Τατιάνα έζησε εδώ 38 χρόνια και πρόλαβε να χαρεί ένα παιδάκι.
Τατιάνα, χαίρομαι που πρόλαβα να σε γνωρίσω και σε παρακαλώ πες του καλού Θεού και για μας...

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Ἡ ἀγωγή τῶν παιδιῶν γιά τό θάνατο




Του ( † ) μητροπολίτη Σουρόζ Anthony Bloom

Ο τρόπος αντιμετώπισης του δικού μας θανάτου διαφοροποιείται στον καθένα μας ανάλογα με την ηλικία και τις περιστάσεις. Σκεφτείτε τα παιδιά που ακούν τη λέξη «θάνατος» και είτε έχουν μία ασαφή ιδέα γι’ αυτόν, είτε ίσως έχουν χάσει έναν ή και τους δύο γονείς τους, και πενθούν μέσα στην μοναξιά: η απώλεια είναι που χαρακτηρίζει την αντίληψη τους για το θάνατο, όχι ο ίδιος ο θάνατος. Τα περισσότερα παιδιά -τα περισσότερα αγόρια σίγουρα- έχουν παίξει, σε κάποιες φάσεις της ζωής τους, παιχνίδια πολέμου: «Σε πυροβόλησα. Είσαι πεθαμένος. Πέσε κάτω.»

Και το παιδί ξαπλώνει κάτω κι εκείνη τη στιγμή γνωρίζει συναισθηματικά, αλλά μέσα στην ασφάλεια του παιχνιδιού, ότι είναι νεκρό, πράγμα που σημαίνει πως δεν έχει δικαίωμα να παίξει, να τρέξει ή να κινηθεί. Πρέπει να μείνει ξαπλωμένο μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο. Η ζωή συνεχίζεται τριγύρω του, αλλά εκείνο δεν αποτελεί πια μέρος της, μέχρι τη στιγμή που αυτό του φαίνεται πια πολύ, και πετάγεται πάνω λέγοντας: «Βαρέθηκα να είμαι πεθαμένος. Σειρά σου τώρα».

Αυτή είναι πολύ σημαντική εμπειρία, διότι το παιδί μέσα απ’ αυτή ανακαλύπτει ότι μπορεί να είναι ξένο προς τη ζωή κι ωστόσο, όλο αυτό είναι ένα παιχνίδι και διαθέτει την ασφάλεια που τα παιχνίδια διαθέτουν. Μπορεί να τελειώσει ανά πάσα ώρα και στιγμή με αμοιβαία συμφωνία, αλλά το παιδί όλο και κάτι θα έχει διδαχθεί. Θυμάμαι πριν πολλά χρόνια, ένα υπερβολικά ευαίσθητο παιδί σε κάποια από τις κατασκηνώσεις μας, το οποίο βίωνε το παιχνίδι αυτό με τέτοια ένταση που δεν το άντεχε. Έτσι έπαιξα ένα ολόκληρο παιχνίδι μαζί του, ώστε μέσα από το κρυφτό και το κυνηγητό του πολεμικού παιχνιδιού, να μπορέσει να εισέλθει μέσα σ’ αυτή την εμπειρία. Γι’ αυτόν, δεν ήταν παιχνίδι· ήταν πολύ αληθινό.
Η εισαγωγή ενός παιδιού στο ζήτημα του θανάτου μπορεί να γίνει με τρόπο τερατώδη και να το οδηγήσει στη νοσηρότητα, ή αντιθέτως μπορεί να γίνει με τρόπο σωστό και υγιή. Το παράδειγμα που ακολουθεί είναι αληθινό, όχι φανταστικό. Μία ηλικιωμένη κυρία, πολυαγαπημένη γιαγιά, πέθανε μετά από μακροχρόνια και οδυνηρή ασθένεια. Με κάλεσαν να έρθω στο σπίτι και όταν κατέφθασα, διαπίστωσα πως τα παιδιά είχαν απομακρυνθεί.

Οι γονείς μου εξήγησαν: «Δεν θα μπορούσαμε να επιτρέψουμε στα παιδιά να μείνουν σ’ ένα σπίτι όπου υπάρχει νεκρός». «Γιατί όχι;» τους ρώτησα. «Διότι γνωρίζουν τι σημαίνει θάνατος», αποκρίθηκαν. «Και τι σημαίνει θάνατος;», ξαναρώτησα. «Είδαν στον κήπο τις προάλλες ένα κουνέλι κομματιασμένο από τις γάτες· επομένως γνωρίζουν τι είναι ο θάνατος». Αντείπα λοιπόν πως αν αυτή ήταν η εικόνα του θανάτου που είχαν τα παιδιά, τότε ήταν καταδικασμένα για πάντα να κατακλύζονται από μία αίσθηση τρόμου, κάθε φορά που θα ακούν την λέξη «θάνατος», κάθε φορά που θα παρακολουθούν ένα μνημόσυνο, κάθε φορά που θα βλέπουν ένα φέρετρο – ανείπωτος τρόμος κρυμμένος σ’ ένα ξύλινο κουτί.

Μετά από μακρά συζήτηση, κατά την οποία οι γονείς μου είπαν πως τα παιδιά θα ήταν καταδικασμένα σε νευρική καταρράκωση αν τους επιτρεπόταν να δουν την γιαγιά τους, και πως η πνευματική τους κατάσταση θα ήταν δική μου ευθύνη, έφερα τα παιδιά πίσω. Η πρώτη τους ερώτηση ήταν: «Τι συνέβη, πραγματικά, στη γιαγιά;» Tους απάντησα το εξής: «Θυμάστε που η γιαγιά σας, επανειλημμένα στο παρελθόν, είχε πει πως λαχταράει να ξανασμίξει με τον άντρα της στην Βασιλεία του Θεού, όπου εκείνος είχε ήδη πάει; Αυτό της συνέβη τώρα». «Οπότε είναι ευτυχισμένη;», με ξαναρώτησε το ένα απ’ τα παιδιά. «Ναι», αποκρίθηκα.

Στη συνέχεια, πήγαμε στο δωμάτιο όπου κείτονταν η γιαγιά. Η γαλήνη εκεί ήταν υπέροχη. Η ηλικιωμένη γυναίκα, που το πρόσωπο της ήταν ρημαγμένο από τα τελευταία χρόνια της οδύνης, κείτονταν απόλυτα γαλήνια και ήρεμη. Ένα απ’ τα παιδιά είπε: «Ώστε αυτός είναι ο θάνατος». Και το άλλο είπε: «Τι όμορφα!» Αυτές είναι δύο όψεις της ίδιας εμπειρίας. Θα επιτρέψουμε στα παιδιά να δουν το θάνατο μέσα από την εικόνα του κατακρεουργημένου στον κήπο από τις γάτες μικρού κουνελιού, ή θα τους αφήσουμε να δουν τη γαλήνη και την ομορφιά του θανάτου;
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, φέρνουμε τον πεθαμένο στο ναό όσο γρηγορότερα μπορούμε. Προσευχόμαστε υπό την παρουσία ενός ξεσκέπαστου φερέτρου. Ενήλικες και παιδιά το πλησιάζουν. Ο θάνατος δεν είναι κάτι που πρέπει να αποκρυφτεί· είναι κάτι απλό, είναι μέρος της ζωής. Και τα παιδιά μπορούν να δουν το πρόσωπο του συχωρεμένου και την ειρήνη που το έχει επισκιάσει. Ασπαζόμαστε τη σορό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, σ’ αυτό το σημείο, να προειδοποιούμε τα παιδιά πως όταν θα ασπαστούν το μέτωπο του συχωρεμένου ανθρώπου -το μέτωπο που ήταν πάντοτε ζεστό- αυτό θα είναι τώρα κρύο. «Αυτό είναι το σημάδι του θανάτου», μπορούμε να τους πούμε. Η ζωή συνεπάγεται θερμότητα. Ο θάνατος είναι ψυχρός. Κι έτσι, το παιδί δεν τρομοκρατείται γιατί έχει εμπειρία θερμών και ψυχρών πραγμάτων, και καθετί απ’ αυτά έχει τη δική του φύση, το δικό του νόημα.
Αυτές οι πρώτες εντυπώσεις, καθορίζουν τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε αργότερα το θάνατο.

Από το βιβλίο «O Θάνατος ως κέρδος» εκδόσεις Εν πλω, 2006
πηγή: 1myblog.pblogs.gr